Καλημέρα, καλή μου. Καληνύχτα, καλή μου.

0
338

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι Martine-Franck.jpgαπό τον Δημήτρη Ψωμαδέλη

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

«Καλημέρα καλή μου!»

Ο κυρ Φώτης πήρε τη βέρα από το κομοδίνο και την πέρασε στο δάχτυλο του. Τους τελευταίους μήνες τα ‘νιωθε πρησμένα και τον πονούσε όταν κοιμόταν, φορώντας τη. Κατακράτηση υγρών είχε πει ο γιατρός. Έπρεπε να μειώσει το αλάτι. Άλλη μια φορά που η Ελένη είχε βγει σωστή.
Έκατσε για λίγο στην άκρη του κρεβατιού προσπαθώντας να ξυπνήσει. Σηκώθηκε αργά νιώθοντας τις αρθρώσεις του να παραπονιούνται.

«Πάω να μας φτιάξω καφέ.»
Με συρτά βήματα έφτασε στην κουζίνα κι έβαλε το μπρίκι στη φωτιά.
«Δυο γλυκοί βραστοί έρχονται!»

Σέρβιρε σε δύο φλιτζάνια και κάθισε. Το ψυγείο δεν είχε πολλά. Δυο κουλουράκια σε ένα πιάτο και ένα τσιγάρο ήταν αρκετά για να τον συνοδέψουν.
«Αχ σε παρακαλώ! Να χαρείς! Ο γιατρός μου επιτρέπει πέντε τη μέρα και αυτό είναι το πρώτο. Άσε με να το χαρώ. Δε χρειάζεται να μου πεις τίποτα».

Πήρε μια βαθιά ρουφηξιά περήφανος για τη μικρή του νίκη, αλλά το τσιγάρο δεν είχε τη γλυκιά  γεύση που περίμενε. Το ‘σβησε στα μισά.

«Σήμερα λέω να πάμε μια βόλτα στην πλατεία. Να κάνουμε και τα ψώνια μας. Για μεσημεριανό θα δούμε. Ίσως φάμε έξω. Έχει τόσο ωραία λιακάδα.»

Διάλεξε ένα καθαρό πουκάμισο κι ένα σακάκι ελαφρύ. Είχε καιρό να το φορέσει, αλλά παρέμενε φρεσκοσιδερωμένο. Πάντα τον πρόσεχε η κυρά Ελένη. Πάντα φρόντιζε να μη φύγει από το σπίτι ατημέλητος.

Η πλατεία ήταν το σημείο αναφοράς της πόλης. Όλοι περνούσαν από κει μέσα στη μέρα. Κτίρια και επιχειρήσεις γεννιούνταν και πέθαιναν συνεχώς αλλά το μικρό καφενείο στην κάτω πλευρά μετρούσε ήδη πενήντα χρόνια ζωής.

«Θυμάσαι που γνωριστήκαμε εδώ; Μόλις είχε ανοίξει. Έπινα τον καφέ μου και συ είχες έρθει να πάρεις για το σπίτι. Δε θυμάμαι να ‘χα ξαναδεί πιο όμορφη κοπέλα. Τόσο που θαρρώ πνίγηκα με τον καφέ και η καζούρα δεν έλειψε από τους φίλους. Αλλά δε μ’ ένοιαζε. Ήξερα ότι εσένα θα ‘παιρνα.»

Το μαγαζί ήταν σχεδόν άδειο. Ο κυρ Φώτης κούνησε το χέρι του και προχώρησε.
«Να πάρουμε και λίγες ντομάτες να τις γεμίσεις που σου αρέσουν;»

Τις διάλεξε μια-μια, μεγάλες, κόκκινες και ζουμερές.

Το παγκάκι απέναντι από το σιντριβάνι ήταν άδειο. Κάθισε και τα δάχτυλά του χάιδεψαν το δοκάρι στην πλάτη. Τα αρχικά Φ και Ε είχαν πια ξεθωριάσει αλλά μπορούσε να τα δει όποιος ήξερε που να ψάξει.

«Πόσα ραντεβού είχαμε δώσει εδώ; Νομίζαμε ότι κρυβόμασταν και βρισκόμασταν μέσα στον κόσμο». Χαμογέλασε με την ανάμνηση της νεανικής τους αφέλειας.

Ένα μπουλούκι παιδιά φώναζαν και έτρεχαν κλωτσώντας μια μπάλα.

«Σαν τον Γιάννη μας δε μοιάζει αυτός; Ίδια μάτια έχει,  σαν τα δικά σου. Μου ‘λειψε ο μπαγάσας. Δε μπορώ να πω. Κάθε βράδυ παίρνει, να δει πώς είναι τα πράματα. Αλλά έχει να ‘ρθει από τότε που αρρώστησες. Εκεί που τον χρειάστηκα ήταν κολόνα. Τον μεγαλώσαμε καλά. Να τον πάρω απόψε, κατά τις δέκα θα έχει ξημερώσει εκεί».

Δυσκολεύτηκε να σηκωθεί από το παγκάκι. Τα γόνατα του διαμαρτύρονταν. «Θύμισε μου να κλείσω ραντεβού ξανά στον γιατρό, να μου αλλάξει τα χάπια.»

Ο δρόμος της επιστροφής ήταν ανηφορικός. Μπαίνοντας το σπίτι μοσχομύριζε κάτι λαχταριστό.

«Μουσακάς!» αναφώνησε και το στομάχι του τού θύμισε ότι ήταν άδειο.
«Πρέπει να ήρθε η κυρά Τασούλα από δίπλα, μας έφερε φαγητό. Να ’ναι καλά η γυναίκα. Πόσους μήνες τώρα μας προσέχει.» Κάθισε στο τραπέζι σερβίροντας δύο μεγάλα πιάτα και σαλάτα. «Σαν τον δικό σου δεν είναι, η αλήθεια να λέγεται.»

Τα απογεύματα περνούσαν βλέποντας τηλεπαιχνίδια.

«Το ταυ πες! Αχ! Δε το βλέπει;» είπε χτυπώντας το χέρι του στο μπράτσο της πολυθρόνας. «Μη μου πεις, το ξέρεις ήδη ε; Άσε, θέλω να το βρω μόνος μου. Πάντα ήσουν καλή σε αυτά. Ο πύργος των σταυρόλεξων στο κομοδίνο σου το αποδεικνύει.»

Είχε πάει έντεκα όταν άνοιξε τα μάτια του. Τον είχε πάρει ο ύπνος στην πολυθρόνα.
«Ναι, δίκιο έχεις. Να πάω μέσα αλλιώς θα μαρτυρήσω με τη μέση μου αύριο.»
Φόρεσε τη πιτζάμα και κάθισε στο πλάι του κρεβατιού. Έβγαλε τη βέρα της από το μικρό του δάχτυλο και την ακούμπησε στο κομοδίνο.

«Άλλη μια ωραία μέρα μαζί σου. Αύριο θα είναι ακόμα πιο όμορφη. Καληνύχτα καλή μου.»

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το διήγημα έγραψε ο Δημήτρης Ψωμαδέλης, στο πλαίσιο του Συνεργείου Δημιουργικής Γραφής.

Η φωτογραφία είναι της Martine Franck