Πολυξένη

0
240

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι bhs4-1024x683.jpgαπό την Κατερίνα Ζ.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

«Πολυξένη, όταν σου μιλάω, θέλω να σταματάς και να με ακούς», της είπε θυμωμένος. Η φωνή του, στεντόρεια και μπάσα, φαινόταν να ανεβαίνει από ένα σημείο βαθιά κρυμμένο μέσα του, με μια δυναμική που σε κατέκλυζε, έτοιμη να καταπιεί όποια αντίσταση στο πέρασμα της. Στον δημόσιο χώρο, όπου βρίσκονταν εκείνη τη στιγμή, κάλυψε όποιον άλλον θόρυβο ακουγόταν εκεί δίπλα, και κάποιοι γύρισαν το κεφάλι με απορία. «Δεν θέλω να χάσω το πρωινό μου με αυτές τις μαλακίες, σ’ το έχω πει τόσες φορές, προτιμώ να πιω κάπου ήσυχα τον καφέ μου, αλλά εσύ όπως πάντα δεν θες, προτιμάς να μιζεριάζεις. Τράβα, λοιπόν, σπίτι και κάνε αυτά που θες, αφού ποτέ δεν είσαι ευχαριστημένη.»

Εκείνη είχε σκύψει το κεφάλι και κοίταγε κρυφά τριγύρω να δει αν τράβηξαν την προσοχή. Αυτό το σκηνικό είχε γίνει πια συνήθεια, να βγαίνουν έξω και με κάποια-πάντα-αφορμή, δεν είχε σημασία το ποια, θα ερχόταν η αναμενόμενη έκρηξη για πράγματα και καταστάσεις που δεν ήταν όπως έπρεπε και άλλα που δεν έπρεπε να ήταν, αλλά κατά έναν παράξενο τρόπο όλο και γίνονταν. Το ίδιο το σκηνικό εκείνο το πρωί το ένιωθε ξένο, λες και δεν αποτελούσε μέρος της ιστορίας, αλλά κατά έναν περίεργο τρόπο έπρεπε να τη ζήσει. Αποφάσισε να τον ακολουθήσει. Ποιος ξέρει, ίσως είχε δίκιο. Κι εκείνη πόσες φορές είχε αμφισβητήσει τον εαυτό της για διάφορες αποφάσεις, ήταν σωστό ή όχι, έπρεπε να συμβεί, έγινε την κατάλληλη στιγμή, τα είπε όπως έπρεπε ή όχι, και πάντα το ζύγι έγερνε αρνητικά. Ίσως οι άλλοι να έχουν βρει το νόημα και το μυστικό στη διαχείριση της ζωής κι εκείνης της διέφευγε. Για λίγο, ένιωθε, για πολύ λίγο. Άλλες φορές πάλι, ήταν σίγουρη για το τι έπρεπε να κάνει, αλλά οι άλλοι βάραιναν υπερβολικά μέσα της, για να προχωρήσει ακάθεκτη, κι έτσι κατέληγε πάντα στα ημίμετρα. Άλλωστε, έπρεπε να είναι χαρούμενη που έδειχνε να τα έχει όλα: έναν σύζυγο παρών, τρία παιδιά υγιή, τη δουλειά και τους συγγενείς της. Ε και τι έγινε που κάποια πράγματα δεν της κάθονταν καλά; Έτσι είναι ο ρόλος αυτός και πρέπει να τον παίζει κανείς όσο πιο καλά μπορεί, αλλιώς πάει το χειροκρότημα, πάνε τα λουλούδια και οι λόγοι στο βήμα, πάνε όλα. Πώς να χαρίσεις έτσι εύκολα όλα αυτά, τα οποία κόπιασες να χτίσεις, και που δεν ήταν και ολόδικά σου; Και τι θα γίνει με την υστεροφημία σου;

Μέχρι το απόγευμα η Πολυξένη είχε ηρεμήσει από το πρωινό σκηνικό και είχε πείσει τον εαυτό της ότι μπορούσε να συνεχίσει την ημέρα της, βλέποντας τα πάντα θετικά. Η ώρα είχε ήδη περάσει κι εκείνη δεν είχε ακόμη να παρουσιάσει ένα γεύμα της προκοπής, ταιριαστό στα γούστα και τις προσδοκίες του Παύλου, ή των παιδιών, εδώ που τα λέμε. Έφτιαξε κάτι πρόχειρο και περίμενε τον Παύλο να γυρίσει, για να του μιλήσει. Ένιωθε ότι τώρα που τα παιδιά είχαν μεγαλώσει αρκετά, μπορούσε να ασχοληθεί με κάποιο χόμπι που της άρεσε, να νιώσει κι εκείνη ξανά άνθρωπος αυτόνομος, με ενδιαφέροντα και αναζητήσεις. Όταν εκείνος γύρισε, του έβαλε να φάει. «Ξέρεις, σκεφτόμουν μήπως γραφτώ στο γυμναστήριο. Έχει κάποια ωραία προγράμματα και θα ήθελα να πάω να δω πώς είναι, ανάλογα και με τις ώρες, βέβαια.» «Πλάκα μας κάνεις; Είσαι σίγουρη ότι θα προλαβαίνεις με τόσες δουλειές που υπάρχουν; Ποιος θα πηγαινοφέρνει τα παιδιά; Εγώ κάνω ήδη τον ταξιτζή. Και τι θα γίνει με το ζευγάρι, δεν θα έχουμε καθόλου χρόνο για μας, γιατί δεν σε νοιάζει να κάνουμε κάτι οι δυο μας.» «Μα τι εννοείς, σου είπα, θα δω τις ώρες και ανάλογα θα φτιάξω το πρόγραμμα, πού είναι το πρόβλημα;» «Δεν το βλέπεις, γιατί φέρεσαι εγωιστικά. Κάνε αυτό που νομίζεις, αλλά κι εγώ θα κάνω αυτά που μου αρέσουν, δεν αντέχω άλλο».

Η ίδια συζήτηση με διαφορετικό περιεχόμενο είχε παίξει άπειρες φορές. Η Πολυξένη διαισθανόταν ότι δεν ήταν το προκείμενο το θέμα, αλλά κάτι άλλο, πιο βαθύ και άρρητο, που πάλευε να έρθει στην επιφάνεια, αλλά που αν ερχόταν, ίσως συμπαρέσυρε μαζί του όλη τη ζωή που ήξερε ως τώρα. Απογοητευμένη, πήγε να μαζέψει κάτι ρούχα για να ξεχαστεί. Τα τελευταία χρόνια χρειαζόταν όλο και περισσότερο αυτό το «ξεχαστεί», γιατί η πραγματικότητα της είχε γίνει αξέχαστη. Πήγε για ύπνο, πόσο ποθούσε να βυθιστεί στο τίποτα.

Το επόμενο πρωί ήταν η επέτειος του γάμου τους. «Χρόνια πολλά, μοναδική μου αγάπη», της ψιθύρισε ο Παύλος όσο εκείνη ήταν ακόμη στο κρεβάτι. Της έδωσε μια μεγάλη ανθοδέσμη, όπως συνήθιζε να κάνει σε κάθε σημαντικό γεγονός. Τη φίλησε παθιασμένα, πιέζοντας ολόκληρο το σώμα του πάνω της, σαν να ήθελε να την καταπιεί. Υπέκυψε στις πιέσεις του και του το ανταπέδωσε. Σηκώθηκε από το κρεβάτι, της φαινόταν σαν τη μέρα της μαρμότας. Η ώρα ήταν ακόμη 11. Καλά θα έκανε να ήταν ευχαριστημένη.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το διήγημα έγραψε η Κατερίνα Ζ. στο πλαίσιο του Συνεργείου Δημιουργικής Γραφής.

Το στιγμιότυπο είναι απ’ το βίντεο των Soundgarden, Black Hole Sun