Οι εκκλησίες τις Κυριακές

0
114

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι hannah-couzens-1024x683.jpgαπό τη Βασιλική

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Περπατώ γρήγορα κι έχω λαχανιάσει. Δεν έχω ιδέα πού πάω. Περπατώ σχεδόν φρενιασμένα, εμμονικά. Το ένα πόδι μετά το άλλο χτυπάει το πεζοδρόμιο. Να το ακούω. Εγώ είμαι που περπατάω, εγώ. 

Μια ζωή παλεύω με τις τρίχες τους. Τις ξεριζώνω από τις χτένες, τις ρουφάω με τη σκούπα, τις πιάνω μία μία με τα χέρια μου. Τρίχες του σκύλου, εκείνων, δικές μου. Τρίχες στο πάτωμα, τρίχες στο σιφόνι, τρίχες σε κάθε γωνία του σπιτιού. Τρίχες ακόμα και στο λούκι του μπαλκονιού που εισέρχονται στο μυαλό μου και το τριβελίζουν. Ξαπλώνω το βράδυ για να κοιμηθώ και τις σκέφτομαι. Σκέφτομαι ότι είναι πάνω στα χαλιά, ότι δεν τις ρούφηξε καλά η σκούπα. Και σηκώνομαι μέσα στη νύχτα, ανάβω τον φακό από το κινητό μου. Επιθεωρώ. Δεν μπορώ να ξαναπέσω αν δεν σιγουρευτώ ότι τις εξαφάνισα όλες.

Εκείνον δεν τον νοιάζει. Δεν τον νοιάζει που κρέμονται μέχρι κι από τη σφουγγαρίστρα σαν πλοκάμια. Δεν τον νοιάζει που σχηματίζουν μικρά μικρά μπαλάκια στις γωνίες και τα βήματα μας τις φέρνουν πέρα δώθε. Δεν τον νοιάζει που δεν μπορώ να κοιμηθώ γιατί τις σκέφτομαι. Δεν λέει τίποτα. 

Ούτε σήμερα που γύρισε στο σπίτι είπε κάτι. Δεν φάνηκε να τον νοιάζει που του είπα ότι δεν μπορώ άλλο. Δεν μπορώ άλλο τι; Τις τρίχες, εκείνον, αυτό που ζούμε. Κάθισε μπροστά στην τηλεόραση και πάτησε με τα πόδια του το χαλί που είχα ευλαβικά καθαρίσει το μεσημέρι. Δεν μπορώ άλλο τι; Αυτό να σκεφτώ καλά και να του απαντήσω. Να κάνω μια βόλτα να ξελαμπικάρει το μυαλό μου γιατί έχω αποτρελαθεί εδώ μέσα. Να επιστρέψω όταν μπορώ να δω τα πράγματα καθαρά. Αυτό είπε. Κι έτσι βγήκα αυτόν τον ατελέσφορο περίπατο. 

Στα αριστερά μου βλέπω να ορθώνεται ένα πανύψηλο σχολικό συγκρότημα. Εγώ το βλέπω τεράστιο, αλλά μπορεί και να μην είναι. Μπορεί να είναι ένα μικροσκοπικό, μονοθέσιο σχολείο. Τα παράθυρα καλύπτονται από σιδεριές και κάτω από τη μπασκέτα βρίσκεται ένα γκρίζο σιτροέν. Είναι στα αλήθεια εκεί ή το φαντάζομαι; 

Στρίβω και χώνομαι ακόμη περισσότερο στους παράδρομους. Ακούω μουσική να έρχεται από ένα γωνιακό μπαρ με μαύρες σιδερένιες καρέκλες με δερμάτινο κάλυμμα μιας άλλης δεκαετίας. Ποιας δεκαετίας; Ας προσδιορίσω πρώτα το εδώ και το τώρα και σκέφτομαι μετά την άλλη δεκαετία. Πλαστικά, μαραμένα -μαραμένα;- λουλούδια στα τραπέζια μέσα σε κόκκινα βάζα. Τα ηχεία παίζουν Μητροπάνο. Κι είναι οκτώ το απόγευμα. Ή μήπως δεν είναι; Ένας άντρας χορεύει με το τσιγάρο στο στόμα και δύο γυναίκες χτυπούν παλαμάκια μπροστά στο λεβέντικο θέαμα. Τι είναι εδώ; Η νύχτα του Μητροπάνου, η νύχτα που βγήκα για να δω τι κάνουν αυτοί εκεί έξω. Τα χείλη μου από κάρβουνο και θειάφι. 

Κάθομαι έξω από μιαν εκκλησία να πάρω μια ανάσα. Έχω λαχανιάσει. Το Σιτροέν, οι τρίχες, εκείνος κι εκείνα που θα με περιμένουν να γυρίσω. Γιατί θα γυρίσω. Μια βόλτα κάνω μόνο να ξελαμπικάρει το μυαλό μου γιατί έχω αποτρελαθεί εκεί μέσα. Θα γυρίσω τώρα που μπορώ να δω τα πράγματα καθαρά. Αυτό ήταν. Μια βόλτα χρειαζόμουν για να αποκτήσει η ζωή μου τη διαύγεια που της έλειπε. Αυτό της έλειπε. Λίγη διαύγεια. Και θα ξεχάσω και τις τρίχες και τις βουβαμάρες που μου τριβελίζουν το μυαλό. Οι τρίχες, όχι οι βουβαμάρες. 

Τότε τον βλέπω. Ένας παππούς τριγυρίζει και γυροφέρνει το μέρος. Κοιτά την πόρτα προσεκτικά, φτάνει σχεδόν μιαν ανάσα μακριά της. Διαβάζει τον πίνακα ανακοινώσεων της ενορίας. Περιεργάζεται τις ζαρντινιέρες. Κοιτώ κι εγώ. Την πόρτα, τον παππού, τα φυτά, τον πίνακα. Δεν βλέπω τίποτα. Τι πρέπει να δω δηλαδή; Για να ξελαμπικάρει το μυαλό μου βγήκα και τώρα θα πάρω τον δρόμο της επιστροφής. Δεν μου θυμίζει τίποτα κι όμως κάπου τον ξέρω. Οι κινήσεις του είναι απαλές και τα βήματα του ήσυχα. Πόρτα, πίνακας, ζαρντινιέρα. Ζαρντινιέρα, πόρτα πίνακας. “Συγγνώμη, δεσποινίς.” Δεσποινίς εγώ; “Ξέρετε αν οι εκκλησίες λειτουργούν τις Κυριακές;”

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

από τη Βασιλική

Η φωτογραφία είναι της Hannah Couzens