Εξωλογιστικές αθροίσεις

0
166

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι xkqekqj7zrt31-1024x768.jpgαπό την Ελευθερία Παπασημάκη

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Χτες είχα γενέθλια.

Η γυναίκα μου είχε παραγγείλει μια τούρτα στην κόρη μιας φίλης της που κατασκευάζει πολυδιάστατες τούρτες.  Ό,τι θέλεις το φτιάχνει με πολύχρωμες πάστες ζαχαροπλαστικής. Αυτοκίνητα, Barbie, μάσκες θεάτρου και άλλα. Η τούρτα μου ήταν μια αριθμομηχανή. Την έβλεπες και νόμιζες ότι ήταν πραγματική.

Είχαν έρθει και τα παιδιά στο σπίτι για να κόψουμε την τούρτα. Αφού έσβησα ένα κεράκι, φάγαμε εγώ και τα παιδιά από ένα κομμάτι, ενώ η γυναίκα μου τρία στον ίδιο χρόνο με μας και χρωματίστηκαν οι γλώσσες μας μπλε, πράσινες, γκρίζες, καφέ. Δεν είναι επικίνδυνες οι πάστες αυτές, τρώγονται κανονικά. Τουλάχιστον έτσι ελπίζουμε.

Μετά τα παιδιά έφυγαν, είχαν κανονίσει διάφορα με τους φίλους τους.  Κι έτσι μείναμε εγώ και η γυναίκα μου μόνοι.  Μου πρότεινε να πάρουμε καμιά πίτσα να φάμε, αλλά της είπα ότι είχα πολύ δουλειά και έπρεπε οπωσδήποτε να κάνω κάποιες εξωλογιστικές αθροίσεις που τις χρειαζόμουνα. Στραβομουτσούνιασε, αλλά το έχει συνηθίσει πια.  Έτσι πήγα εγώ στο γραφείο μου, και εκείνη στο σαλόνι άνοιξε την τηλεόραση.

Έβαλα καινούργια ταινία στην αριθμομηχανή, πήρα τις ντάνες τα τιμολόγια που δεν είχα προλάβει να καταχωρήσω και έπρεπε να τα αθροίσω για να βγάλω τον ΦΠΑ της εταιρείας, κι αφού ρούφηξα δυο γουλιές από το πράσινο τσάι που είχα φτιάξει άρχισα να αθροίζω.

Δεν κοιτάζω ποτέ τα νούμερα που πληκτρολογώ. Έχω τόσο πολύ εξασκηθεί που απλώς κοιτάζω τα τιμολόγια και με το αριστερό μου χέρι χτυπάω τα νούμερα στο πληκτρολόγιο.  Σπάνια έχω κάνει λάθος.  Μάλιστα πολλοί συνάδελφοι έχουν εντυπωσιαστεί από αυτή μου την ικανότητα. «Θέμα εξάσκησης είναι», τους έχω πει πολλές φορές εγώ. Και φυσικά αθροίζω πολύ γρήγορα.

Η αριθμομηχανή έκανε ένα άλλον θόρυβο από το γνωστό γκρου γκρου γκρου της, όταν πάταγα το enter.  Δεν έδωσα όμως σημασία, με ενδιέφερε να τελειώσω γρήγορα.  Όταν τέλειωσα τα τιμολόγια αγοράς αναλώσιμων, κοίταξα την ταινία που είχε τυπωθεί.  Αυτό που είδα με έκανε να αναπηδήσω στην καρέκλα μου.  Η ταινία έγραφε:

«Κάθε κουτάκι και μία έκπληξη,
κάθε φιλάκι και μία έκρηξη».

Μετά είχε συνεχόμενες παύλες και από κάτω έγραφε: «Πότε επιτέλους θα καταλάβεις ότι αυτό που χτυπάς πάνω μου δεν είναι αριθμοί, αλλά στίχοι; Αυτούς βγάζεις από το μυαλό σου, όχι νούμερα».

Έκατσα ακίνητος και κοίταζα την ταινία.  Αυτό το μικρό ποίημα πραγματικά το είχα σκεφτεί κάποια στιγμή όταν περπάταγα για να φτάσω σπίτι, αλλά στη συνέχεια είχε εξαφανιστεί στα βάθη του μυαλού μου, αφού δεν είχα εκείνη τη στιγμή κάποιο χαρτί για να το σημειώσω.  Έχω γράψει πάρα πολλά ποιήματα, αλλά ποτέ δεν ασχολήθηκα σοβαρά μαζί τους.

Προσπάθησα να θυμηθώ, αν αυτό το τετράστιχο το είχα σκεφτεί κάποια άλλη μέρα, και το είχα πει στη γυναίκα μου και μετά εκείνη ίσως κάτι έκανε στην ταινία, κάπως να το είχε γράψει και να τώρα που το έβλεπα μπροστά μου.

Αλλά όχι. Ήμουνα πολύ σίγουρος.  Σήμερα το είχα σκεφτεί.  «Εντάξει, δεν είμαι ξύπνιος, βλέπω όνειρο», σκέφτηκα.  Σηκώθηκα από την καρέκλα μου και άρχισα να περπατάω μέσα στο γραφείο.

Όπως περπατούσα η αριθμομηχανή άρχισε πάλι να τυπώνει στην ταινία της, μόνη της αυτή τη φορά:

« Να χέσω μέσα σήμερα,
ημέρα γενεθλίων,
να κάθομαι να ξενυχτώ,
με ντάνες τιμολογίων».

Μετά τύπωσε συνεχόμενες παύλες και στη συνέχεια έγραψε:  «Αυτό το σκέφτηκες πριν κάτσεις να ξεκινήσεις την δουλειά.  Πρέπει όμως να φτιάξεις τον τελευταίο στίχο, έχει μια συλλαβή παραπάνω».

«Πάει τρελάθηκα», σκέφτηκα.  «Αυτό ήταν.  Ίσως και να είναι από την κούραση.  Μάλλον πρέπει να σταματήσω και να πάω να δω κι εγώ τηλεόραση.  Να με πάρει ο ύπνος.  Στη γυναίκα μου δεν λέω τίποτα.  Δεν το έχει και λίγο να αρχίσει τα στάλεγα εγώ θα τρελαθείς στο τέλος, κι άλλα τέτοια».

Πήρα τις ταινίες, τις καταχώνιασα σε ένα συρτάρι, έκλεισα το κουμπάκι on/off της αριθμομηχανής – η οποία με ένα λυπημένο ήχο έβγαλε ένα μικρό λευκό κομμάτι χαρτί από μέσα της – και πήγα στο σαλόνι.

Όλο το βράδυ σχεδόν δεν κοιμήθηκα.  Κατά τις πέντε το πρωί, έφτιαξα έναν καφέ και πήγα στο γραφείο μου.  Πήρα την αριθμομηχανή και την κοίταξα από όλες τις μεριές.  Μια απλή λογιστική αριθμομηχανή.  Όλα σωστά.

Την έβαλα στην πρίζα και άρχισα να χτυπάω νούμερα στη τύχη.  Αυτή τη φορά κοίταζα την ταινία που τυπωνόταν.  Δεν υπήρχαν στίχοι.  Υπήρχαν όμως γράμματα.  Έγραφε:  «Σαράντα χρόνια κάνεις τον λογιστή, ενώ είσαι ένα ποιητής.  Δεν νομίζεις ότι πρέπει επιτέλους να παρατήσεις το λογιστιλίκι και να κάνεις αυτό που σου αρέσει;»

Άρχισα να νοιώθω λιποθυμικές τάσεις.

Η αριθμομηχανή άρχισε πάλι να τυπώνει: «Δεν είσαι τρελός. Θα γίνεις όμως αν συνεχίσεις να δουλεύεις λογιστικά. Βαρέθηκα κι εγώ είναι αλήθεια όλο νούμερα και νούμερα.  Μου αρέσουν πιο πολύ οι στίχοι. Τα ποιήματα».

Τράβηξα την αριθμομηχανή από την πρίζα με τόση δύναμη που την ξεπάτωσα από τον τοίχο.  Με ένα λυπημένο γουργούρισμα εκείνη έσβησε και έβγαλε ένα μικρό λευκό χαρτάκι.

Σε λίγο η γυναίκα μου ξύπνησε και μπήκε στο γραφείο μου.

«Τρελάθηκες τελείως, άνθρωπέ μου;  Όλο το βράδυ έκανες σαν αριθμομηχανή.  Γκρου γκρου γκρου.  Δεν μ’ άφησες να κλείσω μάτι. Και τώρα σε βρίσκω εδώ να έχεις ξεπατώσει την πρίζα από τον τοίχο.  Τι κάνεις;»

Κοίταξα την γυναίκα μου.   Στα χέρια μου η αριθμομηχανή σαν να την ένιωσα να πάλλεται.  Σαν μια μικρή καρδιά με ρυθμικό τέμπο.

Ξαφνικά άρχισε να τυπώνει την ταινία της.  Ξαφνιάστηκα αφού δεν ήταν πλέον στην πρίζα.  Κοίταξα την ταινία και διάβασα:

«Αυτή είναι που σε κάνει να δουλεύεις τόσο πολύ. Με τα λούσα της και τα τραπεζώματα που κάνει κάθε Σάββατο βράδυ και τις εκδρομές που ζητάει και κάθε πέντε χρόνια καινούργιο αυτοκίνητο, ε τι να κάνεις κι εσύ; Δουλεύεις σαν είλωτας. Ενώ εγώ λίγες άσπρες ταινίες χρειάζομαι και κάθε πέντε μήνες λίγο μελάνι. Είμαι πολύ οικονόμα. Πρέπει να διαλέξεις εμένα, αν δεν θέλεις να τρελαθείς τελείως».

«Άντε, ξεκουνίσου», άκουσα την γυναίκα μου να λέει. «Σήμερα αν δεν το θυμάσαι είναι Κυριακή και μου είχες υποσχεθεί να πάμε εκδρομή στη λίμνη Πλαστήρα».

Η άσπρη ταινία άρχισε πάλι να βγαίνει από την αριθμομηχανή:

«Είδες που σου τα ‘λεγα;», έγραφε.  «Τι περιμένεις λοιπόν; Κάνε αυτό που είναι σωστό».

Κοίταξα πάλι την γυναίκα μου.  Τα μαλλιά της ήταν ανακατωμένα από τον ύπνο, φόραγε εκείνο το απαίσιο νυχτικό της γιαγιάς της που το θεωρούσε κειμήλιο και δεν το έβγαζε από πάνω της παρά μόνο για να το πλύνει και να το ξαναφορέσω μόλις στέγνωνε, και στα πόδια της φόραγε κάτι ξεχειλωμένες κάλτσες.  Τα φουσκωμένα από το πολύ λίπος μάγουλά της τρεμούλιαζαν όσο κούναγε πέρα δώθε το κεφάλι της απαξιωτικά.

Κοίταξα και την αριθμομηχανή που κρατούσα στο χέρι μου.

Άρχισε εκείνη πάλι να γράφει: «Εγώ πάντως μπορώ να γράφω όλα όσα σκέφτεσαι. Δεν θα χρειάζεται να γράφεις εσύ τίποτα. Και δεν θέλω εκδρομές. Ούτε φοράω παλιά νυχτικά και ξεχειλωμένες κάλτσες.  Και το κυριότερο δεν πρόκειται ποτέ να παχύνω. Πρόσεχε μόνο πώς θα το κάνεις».

Άφησα την αριθμομηχανή μαλακά πάνω στο γραφείο μου.

«Βλέπεις να έχει τυπωμένα γράμματα στην ταινία της;» ρώτησα την γυναίκα μου.
«Ε καλά εσύ πας καλιά σου, άνθρωπέ μου.  Άντε έλα να φτιάξεις πρωινό, πεινάω και πρέπει να φύγουμε όσο είναι νωρίς. Οι Χατζήδες θα μας περιμένουν».

Και γύρισε να φύγει.  Πήρα κι εγώ τον μικρό αλλά πολύ βαρύ εκτυπωτή που έχω στο γραφείο μου και όπως είχε γυρίσει την κοπάνησα με δύναμη στο κεφάλι.  Σωριάστηκε εκείνη κάτω, της έδωσα δυο τρεις ακόμα και όταν είδα ένα κόκκινο ρυάκι να κυλάει από το κεφάλι της και τα σιχαμένα μάτια της να κοιτάνε το ταβάνι νεκρά, ρώτησα την αριθμομηχανή μου.

«Καλά τα πήγα;»

Δεν ακούστηκε τίποτα από εκείνη.  Δεν τυπώθηκε λέξη στην ταινία της.  Την κοίταξα με απορία.
Τα υπόλοιπα τα γνωρίζετε.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το διήγημα έγραψε η Ελευθερία Παπασημάκη, στο πλαίσιο του συνεργείου δημιουργικής γραφής