Ο Δρομέας Φιμπονάτσι

0
478

(Ιλαροτραγωδία – όπως και η ίδια η ζωή)

(Αυτό είναι ένα θεατρικό μου έργο, ένα μαθηματικο-θεατρικό έργο. Δεν ξέρω αν μπορεί να παιχτεί στη σκηνή. Ο Δρομέας θα έπρεπε να τρέχει για όλη τη διάρκεια του έργου. Εκτός κι αν σε κάθε πράξη του δράματος υπήρχε ένας διαφορετικός «Δρομέας». Αλλά αυτά τα θέματα αφορούν το σκηνοθέτη. Αυτός αποφασίζει πως θα αποδώσει ένα γραπτό κείμενο. Ο συγγραφέας μόνο γράφει.)

 

ΠΡΟΣΩΠΑ:

Φωνή προπονητή
Δρομέας Φιμπονάτσι
Μητέρα
Δάσκαλος
Φίλος
Κορίτσι
Φωνή Εκφωνητή
Σημαντικός άνθρωπος ένα (γυναίκα)
Σημαντικός άνθρωπος δύο
Σημαντικός άνθρωπος τρία
Υπάλληλος ένα
Υπάλληλος δύο
Παιδί
Γιατρός
Παπάς
Προπονητής

 

ΠΡΩΙ (5)

(Συσκότιση. Σε μια τεράστια οθόνη φαίνονται διαδοχικά οι αριθμοί: 5 – 3 – 2 – 1 – 1. Μετά φωτίζεται η σκηνή.)

(Στην οθόνη: Το εσωτερικό ενός επαρχιακού σταδίου. Οι κερκίδες άδειες… Στη σκηνή: Ο δρομέας τρέχει χωρίς να κινείται. Κάτω από τα πόδια του ένα κυλιόμενος διάδρομος που κινείται με σταθερό ρυθμό. Αριστερά του ένας ακόμα διάδρομος που κινείται λίγο πιο γρήγορα ή πιο αργά. Στα αριστερά του ένας ροδώνας.)

ΦΩΝΗ ΠΡΟΠΟΝΗΤΗ: Σταθερή αναπνοή… Εισπνοή από τη μύτη. Εκπνοή από το στόμα.

ΔΡΟΜΕΑΣ (αναπνέει σύμφωνα με τις οδηγίες): Σταθερή αναπνοή. Όλα αρχίζουν με την αναπνοή. Το πρώτο μυστικό κάθε αθλητή: Η αναπνοή. Αν δεν αναπνέεις σωστά, τίποτα δεν κάνεις σωστά. Αν δεν αναπνέεις καθόλου… Δεν είναι εύκολο να αναπνέεις σωστά. Κάποιοι δεν το καταφέρνουν. Άλλοι ξεχνάνε να το κάνουν. Μερικοί το περιφρονούν. Νομίζουν ότι είναι κάτι απλό, αυτόματο. Σαν να δένεις τα κορδόνια σου. Ή σαν να βλέπεις κινούμενα σχέδια στην τηλεόραση. Δεν είναι όμως. Θέλει τέχνη κι αυτό, θέλει προσπάθεια, θέλει κλάμα.

(Μπαίνει, τρέχοντας στον δεύτερο διάδρομο, η μητέρα του δρομέα.)

ΜΗΤΕΡΑ: Πρόσεχε!

ΔΡΟΜΕΑΣ (ξαφνιασμένος κοιτάει γύρω): Τι είναι;

ΜΗΤΕΡΑ: Θα πέσεις.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Γιατί;

ΜΗΤΕΡΑ: Πάντα έτσι γίνεται. Όσοι τρέχουν πέφτουν.

ΔΡΟΜΕΑΣ (κοιτώντας τα πόδια του): Δεν είχα σκεφτεί αυτό το ενδεχόμενο.

ΜΗΤΕΡΑ: Γι’ αυτό είμαι εδώ.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Κάτι τέτοιο θα ήταν…

ΜΗΤΕΡΑ: Επικίνδυνο.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Αστείο ήθελα να πω.

ΜΗΤΕΡΑ: Δε θα σου φαίνεται καθόλου αστείο όταν θα σε πηγαίνω στο νοσοκομείο με διάστρεμμα.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Πόσο μάλλον με κάταγμα, έγκαυμα, ημιπληγία, τύφλωση και αφροδίσιο.

ΜΗΤΕΡΑ: Μην το γελάς καθόλου. Της Ρούλας ο γιος κόντεψε να σκοτωθεί τις προάλλες… Μέσα στο σπίτι του. Μέσα στο μπάνιο!

ΔΡΟΜΕΑΣ: Πάτησε το σαπούνι;

ΜΗΤΕΡΑ: Έτρεχε!

ΔΡΟΜΕΑΣ: Και πάτησε το σαπούνι.

ΜΗΤΕΡΑ: Δεν είναι όλα αστεία σ’ αυτή τη ζωή.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Στην επόμενη;

ΜΗΤΕΡΑ: Καλά. Γέλα εσύ. Να δω τι θα κάνεις όταν πέσεις.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Θα ξανασηκωθώ.

ΜΗΤΕΡΑ: Δε σηκώνονται όλοι. Κάποιοι μεγαλώνουν πεσμένοι κάτω.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Θα το αποφύγω. Το πέσιμο και το μεγάλωμα.

ΜΗΤΕΡΑ: Δεν είναι στο χέρι σου.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Είναι στα πόδια μου.

ΜΗΤΕΡΑ: Ίδιος ο πατέρας σου. Τίποτα δεν έπαιρνε στα σοβαρά. Ούτε τον εαυτό του.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Εμένα μου φαινόταν πάντα πολύ σοβαρός. Θλιμμένος σχεδόν.

ΜΗΤΕΡΑ: Επίτηδες το έκανε. Για να φαίνομαι εγώ η κακιά.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Δεν τον θυμάμαι ποτέ να γελάει.

ΜΗΤΕΡΑ: Γελούσε… Κάποτε… Έφυγε νωρίς. Για να μ’ αφήσει να βασανίζομαι μόνη.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Μόνο μια μέρα. Του τραβούσα το μουστάκι και του είπα ότι ήθελα να έχω κι εγώ μουστάκι.

ΜΗΤΕΡΑ: Μη χάσεις.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Και τότε… Νομίζω ότι χαμογέλασε. Αλλά πάλι…

ΜΗΤΕΡΑ: Ήσουν πολύ μικρός όταν έφυγε… Κι εγώ ήμουν. Τόσο νέα.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Δε σε θυμάμαι νέα.

ΜΗΤΕΡΑ: Με γέρασες. Θα μπορούσα κι εγώ να βρω κάποιον άλλο, ήμουν τόσο νέα. Αλλά έπρεπε να είμαι δίπλα σου.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Συγνώμη.

ΜΗΤΕΡΑ: Δε φταις εσύ. Ούτε κι εκείνος.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Ποιος φταίει τότε;

ΜΗΤΕΡΑ: Κανείς. Γιατί πρέπει πάντα να φταίει κάποιος;

ΔΡΟΜΕΑΣ: Είναι πιο εύκολο έτσι.

ΜΗΤΕΡΑ: Δεν είναι εύκολο. Θα το δεις. Δεν είναι καθόλου εύκολο.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Ίσως να είναι. Αν το μοιράζεσαι με κάποιον άλλον…

ΜΗΤΕΡΑ (μένοντας πίσω, βγαίνοντας απ’ τη σκηνή): Δε χρειάζεσαι άλλον. Εγώ θα είμαι πάντα δίπλα σου.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Αυτό φοβάμαι… (Κοιτώντας τη μητέρα του που χάνεται.) Που πας; (Μένει μόνος.) Μείνε λίγο ακόμα.

 

ΦΩΝΗ ΠΡΟΠΟΝΗΤΗ: Σταθερός ρυθμός. Εισπνοή από τη μύτη. Εκπνοή από το στόμα. Τα χέρια στο στήθος. Σταθερός ρυθμός.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Πρέπει να υπάρχει σταθερός ρυθμός. Αυτό είναι όλο το κόλπο. Η σταθερότητα είναι εγγύηση για την επιτυχία. Το λέει κι η μαμά μου. Οι αυξομειώσεις στην ταχύτητα επιφέρουν την εξάντληση, και η εξάντληση, όπως και να το δεις, είναι ό,τι χειρότερο για έναν δρομέα. Φουσκώνει η καρδιά σου σαν του ελέφαντα κι αρχίζει να κοπανάει, ντάπα-ντούπα, ντάπα-ντούπα, τα πόδια σου πρήζονται και νιώθεις σαν να πατάς σε θρυμματισμένα γυαλιά. Ξυπόλητος σε θρυμματισμένα γυαλιά… Η εξάντληση δεν είναι το ίδιο με την κούραση. Αυτό είναι ένα από τα πρώτα πράγματα που μαθαίνει ένας δρομέας… Αμέσως μετά μαθαίνει τι να τρώει. Η διατροφή είναι ό,τι πιο σημαντικό αν θέλεις να τα βγάλεις πέρα. Το λέει κι η μαμά μου… Λοιπόν. Πρωτεΐνες και υδατάνθρακες, προσθέτουμε και φυτικές ίνες και ασβέστιο και βιταμίνες και πολύ-πολύ νερό. Κιλά και γαλόνια και τόνους νερό, να πίνεις διαρκώς, να ρουφάς, να κατεβάζεις, μπουκάλια και ποτήρια και φλιτζάνια, πολύ νερό, όσο περισσότερο μπορείς. Γιατί όταν τρέχεις κουράζεσαι κι όταν κουράζεσαι ιδρώνεις. Κι αν ιδρώνεις χωρίς να πίνεις νερό, τόνους, γαλόνια και κιλά, τότε εξαντλείσαι. Αν εξαντλείσαι τότε είσαι πολύ κοντά στο επόμενο στάδιο: Να τα παρατήσεις. Κι αν τα παρατήσεις…

(Ο Δάσκαλος μπαίνει πάνω στο δεύτερο διάδρομο.)

ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Το κάνεις λάθος, το κάνεις λάθος.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Ποιο;

ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Δεν έχει σημασία ποιο. Μην αυθαδιάζεις.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Συγνώμη, κύριε.

ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Υπάρχουν κανόνες, οδηγίες, όρια.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Ποιο είναι το πιο σημαντικό;

ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Όλα… Δίχως κανόνες δεν υπάρχει παιχνίδι, δίχως οδηγίες δεν ξέρουμε τους κανόνες και δίχως όρια οι οδηγίες είναι άχρηστες.

ΔΡΟΜΕΑΣ(σαν να αποστηθίζει): Αν οι οδηγίες είναι άχρηστες δεν υπάρχει κανένα όριο και τότε το παιχνίδι παίζεται χωρίς κανόνες.

ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Λάθος, τελείως λάθος…

ΔΡΟΜΕΑΣ: Αν το παιχνίδι είναι άχρηστο, τότε οι οδηγίες ακολουθούν τους κανόνες και δεν ξέρουμε τα όρια.

ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Καμία βελτίωση.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Αν οι άχρηστοι παίζουν με τα όρια, τότε δεν ξέρουμε τους κανόνες και οι οδηγίες…

ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Ανεπίδεκτος.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Δώστε μου άλλη μια ευκαιρία… Το τετράγωνο της υποτείνουσας ισούται…

ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Είσαι εκτός θέματος.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Πέντε φράγκα η βιολέτα…

ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Θα ήταν φρονιμότερο να αφήσεις τα τραγούδια και να συγκεντρωθείς.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Θέλετε να σας ζωγραφίσω κάτι;

ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Θέλω να έρχεσαι πάντα στην ώρα σου το πρωί.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Δε μ’ αφήνουν τα σκεπάσματα.

ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Αυτή η τεμπελιά δε θα σου βγει σε καλό.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Δε φταίω εγώ. Είμαι ίδιος ο πατέρας μου. Κι εκείνος έπεσε να κοιμηθεί ένα βράδυ και δεν ξανασηκώθηκε ποτέ.

ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Επανέλαβε μετά από μένα: Τα επίκτητα χαρακτηριστικά δεν κληρονομούνται.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Μακάριοι οι πτωχοί. Αυτοί θα κληρονομήσουν…

ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Δεν παρακολουθείς.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Τσιγκολελέτα;

ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Πρόσεχε την ορθογραφία σου.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Το χίλια εννιακόσια είκοσι τρία. Ή μπορεί και λίγο αργότερα.

ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Ελλιπής η απάντηση.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Ποια ήταν η ερώτηση;

ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Τι περιμένεις να καταφέρεις στη ζωή σου με αυτή την νοοτροπία;

ΔΡΟΜΕΑΣ: Οι πρώτοι έσονται τελευταίοι… Και τούμπαλιν.

ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Πάλι λάθος.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Δε φταίω εγώ. Ο διπλανός μου μού το είπε.

ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Αντιγράφεις. Αύριο με τον κηδεμόνα σου.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Αύριο είναι Σάββατο.

ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Πάλι αυθαδιάζεις.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Κυριακή;

ΔΑΣΚΑΛΟΣ (αναπτύσσοντας ταχύτητα): Τζάμπα ξοδεύω το σάλιο μου μαζί σου.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Δώστε μου άλλη μια ευκαιρία… Ο Αμαζόνιος;

ΔΑΣΚΑΛΟΣ (καθώς βγαίνει τρέχοντας): Θα ασχοληθεί το πειθαρχικό συμβούλιο μαζί σου. Εγώ σηκώνω τα χέρια ψηλά.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Περιμένετε. (Απαγγέλνει): Το καλοκαίρι έφτασε, οι ήρωες πεθαίνουν… Για δες καιρό που διάλεξε… Χαρμόσυνα σημαίνουν… Καλύτερα μια ώρας… Αχ, κουνελάκι, κουνελάκι… Αμήν.

ΦΩΝΗ ΠΡΟΠΟΝΗΤΗ: Σταθερός ρυθμός. Χωρίς αυξομειώσεις. Εισπνοή από τη μύτη. Απότομη εκπνοή από το στόμα. Δεξί πόδι. Αριστερό πόδι. Συνέχισε.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Τελικά το τρέξιμο είναι εύκολο αρκεί να μη σκέφτεσαι την απόσταση που έχεις διανύσει και την απόσταση που σου μένει να διανύσεις. Έτσι λυτρώνεσαι. Αν σκέφτεσαι μόνο το κάθε σου βήμα ή μάλλον όχι… Καλύτερα να μη σκέφτεσαι. Να μη σκέφτεσαι το τρέξιμο. Καλύτερα να ονειροπολείς, να ρεμβάζεις και να θυμάσαι ή να αναρωτιέσαι τι θα κάνεις μετά ή τι καιρό θα κάνει αύριο. Τέτοια πράγματα. Έτσι ο χρόνος περνάει πιο εύκολα και δεν αισθάνεσαι κούραση. Αλλιώς είναι σαν να κάθεσαι πάνω από την κατσαρόλα και να λες: Τώρα θ’ αρχίσει να βράζει, τώρα θ’ αρχίζει να βράζει. Ε, δεν πρόκειται να βράσει ποτέ. Το έχω δοκιμάσει. Δε βράζει… Λοιπόν, ένα παιχνίδι για να ξεχνιέμαι. Στοίχημα πως μέχρι το τέλος του γύρου έχουν μείνει τριάντα τρία βήματα. Ένα, τρία, πέντε… οκτώ… δεκατρία… ίσως να είναι μερικά παραπάνω… είκοσι ένα… σίγουρα είναι παραπάνω… Τριάντα τέσσερα. Κοντά έπεσα… Τέλος γύρου….

Μια επιλογή που έχεις ενώ τρέχεις είναι το που θα κοιτάς. Είτε κοιτάς κάτω, τα πόδια σου και το κόκκινο ταρτάν… Έτσι το λένε το δάπεδο του σταδίου; Πρέπει να ρωτήσω κάποιον επαγγελματία… Είτε κοιτάς ευθεία, μπροστά σου, πόσο σου μένει. Αλλά αυτό δε βοηθάει. Πίσω να κοιτάς δε γίνεται. Εντάξει, αυτό είναι γελοίο. Ο μόνος τρόπος να κοιτάς πίσω είναι να τρέχεις ανάποδα. Γελοίο. Είτε πέσεις είτε όχι θα γίνεις ρεζίλι. Φυσικά μπορείς να κοιτάς και πάνω, αλλά αυτό είναι πιο επικίνδυνο. (Κοιτάζει για λίγο ψηλά.) Αυτό το σύννεφο μοιάζει με… (Παραπατάει. Κοιτάει πάλι μπροστά.) Το καλύτερο είναι να κοιτάς παντού τριγύρω, γρήγορα. Πάνω, κάτω, δεξιά, αριστερά, όχι πίσω, ποτέ δεν κοιτάμε πίσω. Παντού λοιπόν κοιτάμε γιατί τα παπούτσια σου και το… Ταρτάν; Πρέπει να ρωτήσω κάποιον.

(Στο δεύτερο διάδρομο μπαίνει ο Φίλος με πολύ γρήγορο ρυθμό. Μόλις φτάνει δίπλα στο Δρομέα, ελαττώνει ταχύτητα.)

ΦΙΛΟΣ: Έχω δεκαπέντε μετάλλια. (Ξεφυσάει.) Δεκαπέντε μετάλλια και τους τα ‘δωσα να τα κρεμάσουν στο λαιμό τους. Και να πάνε να κρεμαστούν. (Ξεφυσάει. Γυρνάει και κοιτάει το Δρομέα.) Δεν τα θέλω τα μετάλλια.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Ούτε κι εγώ.

ΦΙΛΟΣ: Έχεις κερδίσει κι εσύ μετάλλια;

ΔΡΟΜΕΑΣ: Όχι… Μα και να κέρδιζα δε θα τα κράταγα… Τουλάχιστον έτσι νομίζω.

ΦΙΛΟΣ: Εγώ είχα δεκαπέντε. Και τους τα ‘δωσα. Τι να τα κάνω;

ΔΡΟΜΕΑΣ: Έλα ντε.

(Τρέχουνε με συγχρονισμένο βήμα.)

ΔΡΟΜΕΑΣ: Είσαι ευτυχισμένος τώρα;

ΦΙΛΟΣ: Για ποιο πράγμα;

ΔΡΟΜΕΑΣ: Που δεν έχεις μετάλλια.

ΦΙΛΟΣ: Μπορώ να ξανακερδίσω άλλα τόσα όποτε το θελήσω.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Τυχερός είσαι… Το μόνο μετάλλιο που έχω εγώ είναι ένα πλαστικό. Μου το έδωσε ο γιατρός επειδή έκανα εμβόλιο.

ΦΙΛΟΣ: Δεν είναι θέμα τύχης. Είμαι ο καλύτερος δρομέας του σχολείου μας.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Εμένα ο πατέρας μου ήταν πολύ δυνατός.

ΦΙΛΟΣ: Όχι όσο ο δικός μου.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Ήταν σου λέω… Από τότε που τον διώξανε από τη δουλειά κουβαλούσε κάτι τεράστιες εφημερίδες. Βογκούσε, αλλά άντεχε… Μετά πέθανε.

ΦΙΛΟΣ: Ήταν γέρος.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Δεν ήταν.

ΦΙΛΟΣ: Όλοι γέροι είναι. Γι’ αυτό βογκάνε… Και πεθαίνουνε…

ΔΡΟΜΕΑΣ: Εγώ δε θα πεθάνω ποτέ.

ΦΙΛΟΣ: Ούτε κι εγώ. Μόνο οι καλοί πεθαίνουν νέοι… Κι εγώ είμαι ο καλύτερος.

(Για λίγο δε μιλάνε. Ο Φίλος τρέχει με το βλέμμα στυλωμένο μπροστά. Ο Δρομέας του ρίχνει κρυφές ματιές.)

ΔΡΟΜΕΑΣ: Το έχεις κάνει;

ΦΙΛΟΣ: Φυσικά… Ποιο;

ΔΡΟΜΕΑΣ: Ξέρεις… Με κορίτσι…

ΦΙΛΟΣ: Εννοείς… Σεξ;

ΔΡΟΜΕΑΣ: Σεξ, έρωτα, χαμούρεμα… Γαμήσι.

ΦΙΛΟΣ: Αμέτρητες φορές… Εσύ δεν το ‘χεις κάνει;

ΔΡΟΜΕΑΣ: Συνέχεια το κάνω. Κάθε βράδυ… Κι όχι μόνος μου.

ΦΙΛΟΣ: Τότε γιατί ρωτάς;

ΔΡΟΜΕΑΣ: Ήθελα να μάθω… Πως σου φάνηκε;

ΦΙΛΟΣ: Βαρετό… Αλλά τους το δίνω γιατί το ζητάνε.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Καλά κάνεις… Αφού το ζητάνε…

(Συνεχίζουν να τρέχουν χωρίς να μιλάνε. Ο Δρομέας κοιτάζει με θαυμασμό το Φίλο.)

ΔΡΟΜΕΑΣ: Θέλεις να έρθεις σπίτι μου μετά;

ΦΙΛΟΣ: Γιατί;

ΔΡΟΜΕΑΣ: Κάτι θα βρούμε να κάνουμε. Να ακούσουμε μουσική, να παίξουμε.

ΦΙΛΟΣ: Δεν προλαβαίνω να παίξω. Μόνο οι χαμένοι παίζουνε. Εγώ είμαι νικητής. Είχα δεκαπέντε μετάλλια.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Θα μπορούσαμε να μοιραστούμε κάποια πράγματα. Είναι ωραία να μοιράζεσαι.

ΦΙΛΟΣ: Εγώ δεν μοιράζομαι τίποτα.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Μπορούμε να εκμυστηρευτούμε κάτι ο ένας στον άλλο.

ΦΙΛΟΣ: Σαν τι;

ΔΡΟΜΕΑΣ: Τα όνειρα, τις φιλοδοξίες μας, τα μυστικά μας.

ΦΙΛΟΣ: Δεν έχω μυστικά.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Αν το ξέρω μόνο εγώ τότε είναι μυστικό κι αυτό.

(Ο Φίλος δεν απαντάει.)

ΔΡΟΜΕΑΣ: Μπορούμε να προσποιηθούμε ότι είμαστε αδέλφια.

ΦΙΛΟΣ: Και τι θα κερδίσουμε μ’ αυτό;

ΔΡΟΜΕΑΣ: Έναν αδελφό.

(Ο Φίλος αρχίσει να αναπτύσσει ταχύτητα.)

ΦΙΛΟΣ: Δεν έχω χρόνο για τέτοια. Πρέπει να προπονηθώ.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Θα προπονηθούμε μαζί.

ΦΙΛΟΣ (καθώς βγαίνει): Πρέπει να κερδίσω.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Θα σε αφήσω να κερδίσεις.

ΦΩΝΗ ΠΡΟΠΟΝΗΤΗ: Σταθερά… Εισπνοή από τη μύτη, εκπνοή από το στόμα. Δεξί, αριστερό και πάλι δεξί. Τα χέρια λίγο πιο ψηλά. Ίσια η πλάτη.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Πότε ξεκίνησα να τρέχω; Υπήρχε μια αρχή, μια αφετηρία, ένα εναρκτήριο λάκτισμα, μια κραυγή που να σήμανε το χρόνο, μια έκρηξη ή κάποιος θάνατος και η συνακόλουθη μετενσάρκωση, μήπως υπήρξε η ενσάρκωση κάποιας ιδέας ή έστω ο θάνατος των ιδανικών;

Ίσως θα ήταν καλύτερα αν ταυτόχρονα άκουγα μουσική, γιατί έτσι δε θα σκεφτόμουν την απόσταση που έχω διανύσει ούτε εκείνη που πρέπει να διανύσω ούτε την κατσαρόλα, παρά μόνο σε τι τόνο είναι αυτό το κομμάτι και τι θέλουν να πουν οι στίχοι και τι εννοεί ο ποιητής και θα περνούσε ο χρόνος και ο χώρος και η απόσταση και δε θα σκεφτόμουν…

Κι αν σταματούσα να τρέχω; Αν έτσι απλά έλεγα φτάνει, έβγαζα τα παπούτσια μου, πήγαινα σπίτι, έβρισκα μια δουλειά, γνώριζα και μια γυναίκα… Παιδιά, ευτυχία, δάνεια, εγγόνια, θάνατος. Όλα αυτά γαρνιρισμένα με κους-κους ρουτίνας… Τι θα πετύχαινα έτσι; Μήπως όμως δεν υπάρχει κάτι σημαντικό να πετύχουμε; Μήπως όλοι μας οι στόχοι εξυπηρετούν την εφήμερη ματαιοδοξία μας και μετά απλώς πεθαίνουμε; Τώρα το παράκανα. Είπαμε να σκέφτομαι διάφορα για να περνάει η ώρα, αλλά εγώ το παράκανα. Άκου να σταματήσω… Τρέχω. Έχω τη διαδρομή μου. Αυτό κανείς δεν μπορεί να μου το πάρει. Να τρέχω ασταμάτητα και να έχω σταθερό ρυθμό. Τουλάχιστον όταν τρέχεις έχεις ένα σκοπό αδιαμφισβήτητο: Να τελειώσεις το γύρο. Δε σου αποκαλύπτει το νόημα των πάντων ή ποια βαφή χρησιμοποιεί ο θεός για να βάφει τα γένια του, μα είναι κάτι. Κάτι δικό μου… Τουλάχιστον ξέρω πως δεν κοπιάζω άσκοπα. Κάπου στοχεύω. Κάτι είναι κι αυτό. Μια παρηγοριά.

(Στο δεύτερο διάδρομο μπαίνει το Κορίτσι, τρέχοντας με χάρη.)

ΚΟΡΙΤΣΙ: Δεν μπορώ να σου εξηγήσω τι αισθάνομαι.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Κάνε τουλάχιστον μια προσπάθεια, δως μου ένα στοιχείο. Από ποιο γράμμα αρχίζει;

ΚΟΡΙΤΣΙ: Δεν πρόκειται να καταλάβεις… Ποτέ δε θέλησες να καταλάβεις.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Τι να καταλάβω; Δως μου ένα στοιχείο. Είναι ζώο, φυτό ή πράγμα;

ΚΟΡΙΤΣΙ: Όποτε σε έψαχνα ήσουν αλλού. Όποτε δεν άντεχα να βλέπω το πρόσωπο σου στεκόσουν μπροστά μου χαμογελώντας.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Όποτε ερχόμουν μου έλεγες να φύγω κι αν έκανα πως έφευγα σπάραζες.

ΚΟΡΙΤΣΙ: Δεν ήταν αδυναμία. Είναι κάτι άλλο.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Τι χρώμα είναι; Φοράει γυαλιά; Διαιρείται μόνο με το ένα και τον εαυτό του;

ΚΟΡΙΤΣΙ: Αν ήταν βουνό θα το ανέβαιναν οι πιο τολμηροί. Αν ήταν θάλασσα θα έπνιγε όποιους τολμούσαν. Αν ήταν βιβλίο δε θα το διάβαζε κανείς. Κι αν ήταν τραγούδι θα το κρυφομουρμουρίζαμε κάθε βράδυ πριν κοιμηθούμε.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Τι ‘ν’ αυτό; Τι είναι; Δως ‘το μου.

ΚΟΡΙΤΣΙ: Δεν το ‘χεις. Αν υπήρχε δε θα το έψαχνες.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Πως μπορώ να έχω κάτι που δεν ξέρω τι είναι; Δεν σε καταλαβαίνω.

ΚΟΡΙΤΣΙ: Επειδή δεν το ‘χεις.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Ποιοι το ‘χουνε;

ΚΟΡΙΤΣΙ: Αυτοί που δεν το ψάχνουν.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Αυτοί που δεν το ψάχνουν το ‘χουνε κι αυτοί που το ψάχνουνε δεν το ‘χουν;

ΚΟΡΙΤΣΙ: Άρχισες να καταλαβαίνεις.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Δε σε καταλαβαίνω. Δε σε καταλαβαίνω.

ΚΟΡΙΤΣΙ: Το ξέρω… Ας μείνουμε δυο φίλοι.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Δε μου φτάνει αυτό.

ΚΟΡΙΤΣΙ (χαμογελώντας): Το ξέρω.fc

ΔΡΟΜΕΑΣ: Υπάρχει τίποτα που να μην ξέρεις;

ΚΟΡΙΤΣΙ: Δεν ξέρω τι παραπάνω ζητάς.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Αυτό σίγουρα το ξέρεις.

ΚΟΡΙΤΣΙ: Αλλά είναι καλύτερο να δείχνω ότι δεν καταλαβαίνω.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Γιατί;

ΚΟΡΙΤΣΙ: Γιατί έτσι προτιμάς να είμαι.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Πως;

ΚΟΡΙΤΣΙ: Αθώα.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Είσαι αθώα σαν το φίδι. Λίγο πριν δαγκώσει.

ΚΟΡΙΤΣΙ: Πως μπορείς να το λες αυτό; (Του βγάζει τη γλώσσα και την κουνάει σαν του φιδιού.) Φσσσσς.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Θέλεις να φαίνεσαι αδύναμη.

ΚΟΡΙΤΣΙ: Εσείς με μάθατε να το κάνω.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Ποιοι;

ΚΟΡΙΤΣΙ: Οι άντρες.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Εγώ δεν είμαι άντρας. (Βιαστικά διορθώνει.) Δεν είμαι σαν τους άλλους τους άντρες.

ΚΟΡΙΤΣΙ: Όλοι έτσι λέτε.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Όλοι; Γνώρισες πολλούς;

ΚΟΡΙΤΣΙ: Αρκετούς για να μάθω τι πρέπει να κάνω.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Αρκετούς ή πολλούς;

ΚΟΡΙΤΣΙ: Περισσότερους απ’ όσους φαντάζεσαι. Λιγότερους απ’ όσους φοβάσαι.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Αυτοί είναι πάρα πολλοί.

ΚΟΡΙΤΣΙ: Αρκετοί θα έλεγα.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Και τι σου έμεινε απ’ όλους αυτούς;

ΚΟΡΙΤΣΙ: Το δηλητήριο. (Ξαναβγάζει τη γλώσσα της σαν φίδι.)

ΔΡΟΜΕΑΣ: Δε με νοιάζει… Εγώ μπορώ να σου δώσω κάτι παραπάνω.

ΚΟΡΙΤΣΙ (κοιτάζοντας τον καβάλο του): Μπορείς;

ΔΡΟΜΕΑΣ: Θα σε κάνω να με αγαπήσεις.

ΚΟΡΙΤΣΙ (σοβαρά): Θα το ‘θελα αυτό… Αλλά πρέπει να κάνεις πολλά.

(Το Κορίτσι μένει πίσω.)

ΔΡΟΜΕΑΣ: Τι να κάνω; Πες μου, μη φεύγεις. Πες μου τι να κάνω.

(Το Κορίτσι σταματάει να τρέχει. Ο διάδρομος την παίρνει.)

ΚΟΡΙΤΣΙ: Ό,τι και να κάνεις θα το μετανιώσεις στο τέλος.

ΦΩΝΗ ΠΡΟΠΟΝΗΤΗ: Σταθερός ρυθμός. Τα χέρια στο στήθος. Εισπνοή. Εκπνοή. Ψηλά το κεφάλι. Τα μάτια μπροστά.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Τέλος στις δυσάρεστες σκέψεις. Ώρα για κάτι ευχάριστο… Ίσως να ήταν πιο ευχάριστο να έτρεχα μπροστά σε θεατές. Μπροστά σε κόσμο. Να με αποθεώνουν… Έτσι όπως είναι άδειες οι κερκίδες, άδειες, σπασμένες και ρημαγμένες, αισθάνεσαι ότι τζάμπα τρέχεις. Ποιο το νόημα να προσπαθείς αν δεν επιβραβεύεσαι; Θα ήταν καλύτερα να με έβλεπαν. Να με χειροκροτούσαν! Ωραία θα ήτανε… Να ακουγότανε από τα μικρόφωνα:

ΦΩΝΗ ΕΚΦΩΝΗΤΗ: Κυρίες και κύριοι, ο Φιμπονάτσι, ένας δρομέας με υψηλή φρόνηση και ψυχή ευγενική, πλησιάζει προς το τέλος του γύρου.

(Χειροκροτήματα.)

ΦΩΝΗ ΕΚΦΩΝΗΤΗ: Κυρίες και κύριοι, έχουν απομείνει εκατό μέτρα και ο Φιμπονάτσι συνεχίζει απτόητος. Με σταθερό ρυθμό.

(Χειροκροτήματα.)

ΦΩΝΗ ΕΚΦΩΝΗΤΗ: Κυρίες και κύριοι, έχω μείνει άφωνος. Που βρίσκει τη δύναμη, τα ψυχικά εφόδια να συνεχίζει με σταθερό ρυθμό; Είναι αξιοθαύμαστος.

(Χειροκροτήματα, περισσότερα χειροκροτήματα.)

ΦΩΝΗ ΕΚΦΩΝΗΤΗ: Κυρίες και κύριοι, και μικρά παιδιά, αυτή τη στιγμή γράφεται ιστορία. Αυτός ο νεαρός, αυτός ο σκύμνος, χαράζει με πύρινα γράμματα το όνομα του δίπλα σε εκείνα των αθάνατων του αθλητισμού. Και όχι μόνο. Πλησιάζει στο τέλος, κοιτάξτε, κυρίες και κύριοι, δεν έχει κουραστεί καθόλου.

(Χειροκροτήματα και πάλι χειροκροτήματα. Στην οθόνη: Το κοινό έχει σηκωθεί όρθιο και χειροκροτεί όλο και πιο δυνατά.)

ΦΩΝΗ ΕΚΦΩΝΗΤΗ: Κυρίες, κύριοι, μικρά παιδιά και κατοικίδια, κοιτάξτε: Χαμογελάει… Δείτε αυτόν τον εξαιρετικό αθλητή και άνθρωπο, που ξεπήδησε από τις φτωχογειτονιές και τις παράγκες. Δείτε μεγαλείο ψυχής. Μετά από τόση προσπάθεια, τόσους γύρους και έχει το κουράγιο να χαμογελάει. Είναι ένας σταρ. Θαυμάστε ‘τον… Πραγματικά δεν έχω δει ανάλογο φαινόμενο. Χειροκροτήστε ‘τον.

(Στην οθόνη: Ο κόσμος εκστασιασμένος. Ένα ολόκληρο γήπεδο όρθιο να χειροκροτεί, να ουρλιάζει. Κάποιοι λιποθυμούν.)

ΦΩΝΗ ΕΚΦΩΝΗΤΗ: Κυρίες και κύριοι και μικρά παιδιά, κατοικίδια και άγρια ζώα, είστε τυχεροί που βρίσκεστε σε αυτές τις κερκίδες σήμερα. Παρακολουθείτε μια από τις σημαντικότερες στιγμές του ανθρώπινου γένους. Δείτε! Ο Φιμπονάτσι τερματίζει. Χαμογελώντας και με σταθερό ρυθμό, αυτός ο άνθρωπος, αυτός ο ήρωας, τερματίζει. Μοιραστείτε το κατόρθωμα του. Χειροκροτείστε ‘τον.

(Στην οθόνη: Οι θεατές ποδοπατούνται στην προσπάθεια τους να τον δουν από πιο κοντά. Ο Δρομέας σηκώνει και τα δύο χέρια. Σχηματίζει το σήμα της νίκης.)

ΦΩΝΗ ΕΚΦΩΝΗΤΗ: Κυρίες και κύριοι, δεν πιστεύω αυτό που βλέπω. Ο Φιμπονάτσι συνεχίζει. Ο Φιμπονάτσι ξεκινάει καινούριο γύρο. Μοιάζει φρέσκος σαν να ξεκίνησε μόλις τώρα… (Η φωνή του εκφωνητή «σπάει».) Με συγχωρείτε, κυρίες και κύριοι, αλλά μου είναι αδύνατον να κρύψω τη συγκίνηση μου. Πρώτη φορά, πρώτη φορά γίνομαι μέτοχος τέτοιας μυσταγωγίας. Τέτοιου θαύματος… Κυρίες και κύριοι, το μόνο που μπορούμε να κάνουμε για να εκδηλώσουμε το θαυμασμό μας προς αυτόν το μεγάλο αθλητή, το μεγάλο άντρα, είναι να σηκωθούμε όρθιοι και να χειροκροτήσουμε. Χειροκροτείστε, κυρίες και κύριοι.

(Ο εκφωνητής χειροκροτεί. Στην οθόνη: Ο κόσμος όρθιος χειροκροτεί.)

ΦΩΝΗ ΕΚΦΩΝΗΤΗ: Χειροκροτείστε.

(Κι άλλα χειροκροτήματα. Ατελείωτα χειροκροτήματα.)

ΦΩΝΗ ΕΚΦΩΝΗΤΗ: Χειροκροτείστε.

ΜΕΣΗΜΕΡΙ (3)fr

(Συσκότιση. Στην οθόνη φαίνονται διαδοχικά οι αριθμοί: 5 – 3 – 2 – 1 – 1. Μετά φωτίζεται η σκηνή. Ακούγονται ακόμα λίγα χειροκροτήματα. Ο Δρομέας συνεχίζει να τρέχει με τα χέρια ψηλά.)

ΦΩΝΗ ΠΡΟΠΟΝΗΤΗ: Σταθερός ρυθμός. Εισπνοή από τη μύτη. Εκπνοή από το στόμα. Το κεφάλι πιο χαμηλά. Τα χέρια στο στήθος.

ΔΡΟΜΕΑΣ (κατεβάζοντας τα χέρια): Δεν πρέπει να ενθουσιάζομαι. Ούτε να παρασύρομαι. Πρέπει να έχω σταθερό ρυθμό. Μόνο έτσι θα αντέξω και αυτόν το γύρο. Σταθερός ρυθμός… Άλλωστε ταιριάζει σε έναν μεγάλο δρομέα να είναι μετριόφρων. Η μετριοφροσύνη είναι προνόμιο των μεγάλων… Ίσως είναι καλύτερα να είμαι μόνος. Χωρίς θεατές. Καλύτερα έτσι. Ούτε χειροκρότημα ούτε σφυρίγματα να με αποσπούν ούτε παιδιά να μπαίνουν για να μου ζητήσουν αυτόγραφο. Καλύτερα έτσι… Άσε που το πλήθος μπορεί να έχει παράλογες απαιτήσεις. Μπορεί να μου ζητήσουν να πετάξω ή να κάνω θαύματα. Μπορεί να μου ζητήσουν περίεργα πράγματα και πως να τους τα αρνηθώ; Μπορεί να μου ζητήσουν να τρέξω με τα χέρια ή να σταματήσω να αναπνέω. Μπορεί να μου ζητήσουν να αναστήσω κάποιον ή να σκοτώσω κάποιον. Μπορεί να μου ζητήσουν να θυσιαστώ. Και δε θα ήξερα για τι θα θυσιαζόμουν. Μπορεί να μου ζητήσουν να τους κάνω κήρυγμα ή να βγάλω λόγο… (Ξεροβήχει). Αγαπητοί μου… Όχι… Αδέλφια μου… Ούτε… Που λέτε, παιδιά… Σίγουρα όχι… Δεν είμαι καλός στο προφορικό λόγο. Ούτε και στο γραπτό, τώρα που το σκέφτομαι. Σε τίποτα δεν είμαι καλός. Μόνο… Στο τρέξιμο… Μπορεί να μου ζητήσουν και πιο περίεργα πράγματα: Να μην έχω σταθερό ρυθμό. Το φαντάζεσαι; Δε θα ήξερα τι να κάνω. Γρήγορα θα κουραζόμουν και αμέσως μετά θα ερχόταν η εξάντληση και ίσως μετά να τα παρατούσα. Φαντάζεσαι να τα παρατούσα; Τι θα έκανα μετά; Όχι, χίλιες φορές μόνος. Οι θεατές θα μου ζητούσαν κι άλλα, ακόμα πιο παράξενα πράγματα: Να τρέχω πιο γρήγορα από τη σκιά μου ή… Δεν ξέρω κι εγώ τι. Να τρέχω και να παίζω την Πέμπτη Συμφωνία κλάνοντας. Το φαντάζεσαι; Η Πέμπτη με κλανιές… Εισπνοή από το στόμα. Απότομη εκπνοή από τον κώλο.

(Ακούγεται απότομα και εκκωφαντικά το πρώτο τετράηχο της Πέμπτης Συμφωνίας του Μπετόβεν. Την ώρα που σβήνει η τελευταία νότα τρεις άνθρωποι, επιφανή μέλη της κοινωνίας, όπως φαίνεται από το ντύσιμο και το αριστοκρατικό παράστημα, μπαίνουν συζητώντας και τρέχοντας.)

ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΕΝΑ: Μα, δήμαρχε, όπως σας είπα ήδη, δεν νομίζω ότι το νοσοκομείο μας χρειάζεται επιπλέον πολιτικό προσωπικό, παρά νοσηλευτικό. Εκτός βεβαίως και αν οι ανάγκες του δήμου σας προβλέπουν μεγαλύτερη χρηματοδότηση, η οποία θα μπορέσει…

ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΔΥΟ (διακόπτει το σημαντικό άνθρωπο ένα): Το γνωρίζω αυτό, γιατρέ μου, και ξέρετε πόσο σας εκτιμώ, εσάς και τον άντρα σας, ο οποίος παρεμπιπτόντως έχει προσφέρει… (Οσφρίζεται, ρουθουνίζει, το πρόσωπο του κάνει μια γκριμάτσα αηδίας και στρέφεται προς το Δρομέα.) Νεαρέ μου! Νεαρέ μου, ντροπή σας. Να αερίζεστε δημοσίως και μπροστά σε μια κυρία ιδίως.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Με συγχωρείτε, δεν το έκανα… Δεν το έκανα…

ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΡΙΑ: Σκοπίμως, δεν το κάνατε σκοπίμως. Να εκφράζεστε με ακρίβεια.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Αυτό είχα κατά νου… Περίπου.

ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΔΥΟ (προς το Δρομέα): Που ανήκετε;

ΔΡΟΜΕΑΣ: Ορίστε;

ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΔΥΟ: Που ανήκετε, νεαρέ μου, που ανήκετε; Σε ποια πολιτική παράταξη; (Προς τους άλλους δύο, χαμηλόφωνα): Αν και υποψιάζομαι το ποιον του.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Δεν ξέρω. Δεν απαντώ. Δεν το έχω σκεφτεί ακόμα.

ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΔΥΟ: Ορίστε. Ορίστε, κυρία μου και κύριε μου, η κατάντια της νεολαίας μας. Όχι μόνο αερίζονται δημοσίως, αλλά αδιαφορούν και για την πολιτική ζωή της χώρας μας.

ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΡΙΑ: Είναι κι αυτό σημείο των καιρών. (Στρέφεται προς το Δρομέα): Με τι ασχολείστε, νεαρέ μου;

ΔΡΟΜΕΑΣ: Ε… Τρέχω.

ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΔΥΟ: Ακούτε τι λέει; Τρέχει.

(Ο σημαντικός άνθρωπος ένα γελάει κρύβοντας το στόμα της.)

ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΡΙΑ: Εννοώ επαγγελματικά. Τι απαγγέλλεστε;

ΔΡΟΜΕΑΣ: Μπορείτε να ξανακάνετε την ερώτηση;

ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΔΥΟ: Δουλειά. Τι δουλειά κάνεις; Είσαι φοιτητής; Εργάζεσαι;

ΔΡΟΜΕΑΣ: Όχι.

ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΔΥΟ: Όχι τι;

ΔΡΟΜΕΑΣ: Όχι κύριε.

ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΕΝΑ (χαμηλόφωνα προς τους άλλους δύο): Νομίζω ότι είναι άτομο χαμηλής νοημοσύνης.

ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΔΥΟ: Σίγουρα. Αφού δεν ανήκει στην παράταξη μας.

(Γελάνε και οι τρεις. Ο Δρομέας τους μιμείται και αρχίζει να γελάει και αυτός.)

ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΔΥΟ (απότομα προς το Δρομέα): Τι κάνεις, άνθρωπε μου; Πως ζεις; Πως περνάς τη μέρα σου;

ΔΡΟΜΕΑΣ: Το πρωί… Μετά το μεσημέρι… Και… Τρέχω.

ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΕΝΑ: Δεν μπορεί μόνο να τρέχετε.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Δεν είναι απλή υπόθεση το τρέξιμο. Πρέπει να έχεις σταθερό ρυθμό. Να αναπνέεις σωστά. Να πίνεις υγρά. Να προσέχεις μην εξαντληθείς… Να μη σκέφτεσαι.

ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΔΥΟ: Αυτό σίγουρα το καταφέρνεις καλά.

(Γελάνε και οι τρεις.)

ΔΡΟΜΕΑΣ: Να μη σκέφτεσαι την απόσταση που σου μένει να διανύσεις ούτε κι εκείνη που διένυσες.

ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΕΝΑ: Αρκεί. Καταλάβαμε.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Και είναι πολύ κουραστικό. Πιο κουραστικό από… Την κολύμβηση. Ή το πλέξιμο. Αν και δεν έχω κάνει κάτι από αυτά για να είμαι σίγουρος.

ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΔΥΟ: Αρκεί, άνθρωπε μου.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Κι όταν έχεις και κοινό γίνεται ακόμα πιο δύσκολο.

ΚΑΙ ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΜΑΖΙ: Αρκεί.

(Ο Δρομέας τους κοιτάει τρομαγμένος.)

ΔΡΟΜΕΑΣ: Συγνώμη. Ήθελα να σας δείξω…

ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΕΝΑ: Πόσο δύσκολο είναι το τρέξιμο.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Μπράβο. Το καταλάβατε.

ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΡΙΑ: Οι γονείς σου τι δουλειά κάνουνε; Ή μήπως τρέχουνε κι αυτοί;

ΔΡΟΜΕΑΣ: Όχι. Ο πατέρας μου πέθανε. Πριν πεθάνει ήταν άνεργος. Πιο πριν δε θυμάμαι.

ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΕΝΑ: Και η μητέρα σου;

ΔΡΟΜΕΑΣ: Αυτή φοβάται.

ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΕΝΑ: Τι φοβάται;

ΔΡΟΜΕΑΣ: Τα πάντα… Κυρίως μην πέσω.

ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΡΙΑ: Έχεις οικογένεια, γυναίκα, παιδιά, σκυλιά;

ΔΡΟΜΕΑΣ: Είχα ένα φίλο. Με δεκαπέντε μετάλλια.

ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΔΥΟ: Λαμπρός νέος.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Τους τα ‘δωσε να τα κρεμάσουν στο λαιμό τους. Και να πάνε να κρεμαστούν.

ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΔΥΟ: Αντικοινωνικό στοιχείο.

ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΡΙΑ: Πες μου το φίλο σου, να σου πω ποιος είσαι.

ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΔΥΟ: Ακριβώς, φίλτατε.

(Γελάνε κι οι τρεις.)

ΔΡΟΜΕΑΣ: Ξέρω κι ένα κορίτσι.

ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΔΥΟ (προς τους άλλους): Τουλάχιστον δεν είναι ομοφυλόφιλος.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Αλλά δεν μπορώ να την καταλάβω.

ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΡΙΑ: Ποιος μπορεί να καταλάβει τις γυναίκες; Οι παρόντες κι οι παρούσες εξαιρούνται.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Αλλά την αγαπάω. Κι ας μην την καταλαβαίνω.

ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΕΝΑ (ειρωνικά): Ρομαντική ψυχή.

ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΡΙΑ (εξίσου ειρωνικά): Καλλιτεχνική φύση. Το καταλαβαίνεις με την πρώτη ματιά.

ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΔΥΟ: Ναι. Γυαλίζει το μάτι του.

(Γελάνε κι οι τρεις.)

ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΡΙΑ (στο Δρομέα): Και τι σκέφτεσαι να κάνεις στο μέλλον;

ΔΡΟΜΕΑΣ: Τι εννοείτε;

ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΔΥΟ: Τι θα κάνεις μετά; Θα μπορούσες να γραφτείς στο κόμμα μας. Αυτό θα έδινε ένα νόημα στη χαμερπή σου υπόσταση.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Αυτό το τελευταίο δεν το κατάλαβα. Ποτέ δεν ήμουν καλός στα αρχαία.

ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΡΙΑ: Ούτε και σε τίποτα άλλο, υποθέτω.

ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΕΝΑ: Εκτός… Από το τρέξιμο.

(Γελάνε κι οι τρεις.)

ΔΡΟΜΕΑΣ: Ναι, στο τρέξιμο είμαι πολύ καλός.

ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΔΥΟ: Όπως και στο δημόσιο αερισμό.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Σ’ αυτό δε φτάνω τους πολιτικούς μας.

ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΔΥΟ (σοκαρισμένος): Τι θέλεις να πεις;

ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΕΝΑ (χαιρέκακα): Σ’ αυτό δεν έχει και πολύ άδικο.

(Ο ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΔΥΟ την κοιτάει αυστηρά.)

ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΔΥΟ: Δεν περίμενα να ακούσω κάτι τέτοιο από εσάς, γιατρέ.

ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΡΙΑ (βιαστικά προς τους άλλους δύο για να προλάβει όποια όξυνση): Δεν νομίζω να βγάλουμε άκρη με αυτόν τον ηλίθιο.

ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΔΥΟ (αφού περνάει λίγη ώρα για να συνέλθει): Ναι, κρίμα. Οι ηλίθιοι είναι πολύ χρήσιμοι.

ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΡΙΑ: Όπως είπε και ο φωστήρας του έθνους μας: Η ηλιθιότητα κάνει τον κόσμο να γυρίζει.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Εγώ με τον κόσμο δεν τα πάω και πολύ καλά.

ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΔΥΟ: Με την ηλιθιότητα όμως…

(Γελάει. Τον ακολουθούν και οι άλλοι δύο. Κοιτάει το ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ ΑΝΘΡΩΠΟ ΕΝΑ.)

ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΔΥΟ: Χαίρομαι που γελάτε, γιατρέ. Μας χρειαζόσαστε όσο σας χρειαζόμαστε κι εμείς.

ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΕΝΑ: Δεν υποστήριξα ποτέ το αντίθετο.

ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΔΥΟ: Κι όμως. Για μια στιγμή πίστεψα…

ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΡΙΑ: Μάλλον ήταν η κακή επιρροή του ηλιθίου.

(Γελάνε και απομακρύνονται τρέχοντας.)

ΔΡΟΜΕΑΣ: Περιμένετε.

(Βγαίνουν από τη σκηνή.)

ΔΡΟΜΕΑΣ: Περιμένετε… Μπορώ και παίζω την Πέμπτη.

ΦΩΝΗ ΠΡΟΠΟΝΗΤΗ: Σταθερά. Εισπνοή. Εκπνοή. Δεξί πόδι, αριστερό. Τα χέρια πιο ψηλά.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Ίσως θα ήταν καλύτερα να κολυμπάω. Όταν κολυμπάς δεν ιδρώνεις κι αν δεν ιδρώνεις δεν εξαντλείσαι κι αν δεν εξαντληθείς δεν πρόκειται να τα παρατήσεις. Άλλωστε μες στο νερό δεν υπάρχει φόβος τραυματισμού. Ακόμα κι αν σκοντάψεις και πέσεις δεν πρόκειται να χτυπήσεις γιατί είσαι μες στο νερό. Ίσως φυσικά να ιδρώνεις και μέσα στο νερό, αλλά να μην το καταλαβαίνεις, οπότε μπορεί και να εξαντλείσαι χωρίς να το καταλαβαίνεις, άσε που μπορεί και να τραυματίζεσαι χωρίς να το πάρεις χαμπάρι… Όχι, μη χάνω το δρόμο μου. Αποφάσισα να τρέχω και θα τρέχω… Το αποφάσισα; Πότε; Το διάλεξα μόνος μου; Όχι, όχι, τέρμα οι σκέψεις. Θα τρέχω. Θα βρω και κάποιον στόχο, κάτι πιο δύσκολο από το τέλος του γύρου. Θα βρω ένα ιδανικό, κάτι να κυνηγάω. Θα το ονομάσω… Χρόνο… Αυτό χρειάζομαι, χρόνο. Θα χρονομετρήσω τον εαυτό μου. Έτσι θα υπάρχει πάντα ένα νόημα, ένας στόχος…

(Στο δεύτερο διάδρομο μπαίνει το κορίτσι.)

ΚΟΡΙΤΣΙ: Να έχουμε το σπίτι μας. Αυτός θα είναι ο πρώτος μας στόχος.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Επιβάλλεται. Όλοι χρειάζονται ένα σπίτι.

ΚΟΡΙΤΣΙ: Δικό μας όμως.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Ολόδικο μας.

ΚΟΡΙΤΣΙ: Κάτι όμορφο. Όχι πολύ ακριβό, δε με νοιάζουν οι πολυτέλειες. Αλλά να είναι όμορφο.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Σε εμπιστεύομαι σ’ αυτό. Έχεις καλό γούστο.

ΚΟΡΙΤΣΙ: Και να έχει και κήπο.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Οπωσδήποτε. Να φυτέψουμε τα λαχανικά μας.

ΚΟΡΙΤΣΙ: Λαχανικά; Λουλούδια θέλεις να πεις.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Ναι, μάλλον αυτό ήθελα να πω. Πως μπερδεύτηκα;

ΚΟΡΙΤΣΙ: Τριανταφυλλιές, γιασεμιά και νυχτολούλουδα.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Ναι. Και γεράνια. Η μάνα μου πάντα είχε γεράνια.

ΚΟΡΙΤΣΙ: Τα μισώ τα γεράνια. Μου φέρνουν αλλεργία.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Εντάξει, μπορούμε και χωρίς γεράνια.

(Το κορίτσι κοιτάει μακριά, σαν να βλέπει το σπίτι των ονείρων του. Ο Δρομέας κοιτάει χαμηλά και τις ρίχνει κλεφτά ματιές, σαν να θέλει να της πει κάτι.)

ΔΡΟΜΕΑΣ: Να πάρουμε κι ένα σκύλο;

ΚΟΡΙΤΣΙ (εχθρικά): Θα τον βγάζεις εσύ βόλτα;

ΔΡΟΜΕΑΣ: Θα τρέχει μαζί μου.

ΚΟΡΙΤΣΙ: Και θα μαζεύεις εσύ τα κακά του;

ΔΡΟΜΕΑΣ: Μπορούμε να έχουμε γάτα.

ΚΟΡΙΤΣΙ: Ξέχνα ‘το. Θα γεμίζει το σπίτι τρίχες.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Ένα καναρίνι;

ΚΟΡΙΤΣΙ: Δεν μπορώ τα πουλιά μες στο κλουβί.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Θα το αφήσουμε να φύγει.

ΚΟΡΙΤΣΙ: Δε χρειαζόμαστε ζώα. Θα έχουμε τα παιδιά μας.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Κι αυτά θα πρέπει να τα βγάζουμε βόλτα και να μαζεύουμε τα κακά τους.

ΚΟΡΙΤΣΙ: Δυο κοριτσάκια. Να τα ντύνω με τα φουστανάκια τους και να τους φοράω κορδελίτσες.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Θα προτιμούσα κι ένα αγόρι.

ΚΟΡΙΤΣΙ: Εγώ αγόρια δεν κάνω. Να μου διαλύσουνε το σπίτι με τις μπάλες τους;

ΔΡΟΜΕΑΣ: Θα το μάθαινα να τρέχει…fd

ΚΟΡΙΤΣΙ: Αυτό βγάλτο απ’ το μυαλό σου. Τα δικά μου παιδιά δε θα τρέχουν.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Μπορούμε να τα πηγαίνουμε στο κολυμβητήριο.

ΚΟΡΙΤΣΙ: Ξέρεις πόσο κοστίζει;

ΔΡΟΜΕΑΣ: Στη θάλασσα.

ΚΟΡΙΤΣΙ: Με τις επιδόσεις σου;

ΔΡΟΜΕΑΣ: Θα αρχίσω να τρέχω πιο γρήγορα.

ΚΟΡΙΤΣΙ: Να το δω και να μην το πιστεύω.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Θα κάνω τα πάντα για τον Γιαννάκη.

ΚΟΡΙΤΣΙ: Γιαννάκη; Μη μου πεις ότι θα δώσουμε στο παιδί το όνομα του πατέρα σου;

ΔΡΟΜΕΑΣ: Γιατί; Ωραίο όνομα είναι. Γιάννης, Γιαννάκης, Ιωάννης…

ΚΟΡΙΤΣΙ: Θέλω κάτι πιο μεγαλόπρεπο.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Ας του δώσουμε δύο ονόματα: Πάπας Ιωάννης.

ΚΟΡΙΤΣΙ: Δεν είναι αστείο. Πατέρας θα γίνεις. Πρέπει να σοβαρευτείς.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Ποτέ δεν ήμουν πιο σοβαρός.

ΚΟΡΙΤΣΙ: Να συγκροτηθείς, να ωριμάσεις, να αλλάξεις… Να γίνεις άντρας.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Νόμιζα ότι σου άρεσε που ήμουν διαφορετικός.

ΚΟΡΙΤΣΙ: Αυτό ήταν πριν.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Πριν από τι;

ΚΟΡΙΤΣΙ (άγρια): Πριν ξεχάσεις να φορέσεις προφυλακτικό.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Νόμιζα ότι έπαιρνες το χάπι.

ΚΟΡΙΤΣΙ (σαν να προσπαθεί να δικαιολογηθεί): Καμιά αντισύλληψη δεν είναι εκατό τοις εκατό σίγουρη.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Αυτό έπρεπε να μου το πεις… Πριν…

ΚΟΡΙΤΣΙ: Ας ρωτούσες τη μαμά σου. Που της έχεις και αδυναμία.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Εγώ δεν της έχω. Αυτή μου έχει.

ΚΟΡΙΤΣΙ: Γι’ αυτό χώνεται συνέχεια μες στα πόδια μας;

ΔΡΟΜΕΑΣ: Μητέρα μου είναι. Τι να την κάνω; Να τη διώξω;

ΚΟΡΙΤΣΙ: Παντρέψου ‘την τότε, να ησυχάσει.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Δε γίνεται. Είναι παράνομο.

ΚΟΡΙΤΣΙ: Παράνομο είναι να μπαίνει στο σπίτι μας χωρίς ένταλμα.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Νόμιζα ότι τη συμπαθείς.

ΚΟΡΙΤΣΙ: Τη λατρεύω. Είναι η καλύτερη πεθερά που θα μπορούσα να έχω.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Πάλι δεν καταλαβαίνω.

ΚΟΡΙΤΣΙ: Θα συνηθίσεις.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Αυτό φοβάμαι.

(Τρέχουν για λίγο χωρίς να μιλάνε.)

ΔΡΟΜΕΑΣ (κοιτώντας ψηλά): Μάλλον θα βρέξει.

ΚΟΡΙΤΣΙ: Αυτό ξέχνα ‘το… Δεν πλήρωσε ο μπαμπάς μου τόσα λεφτά για να δει την κόρη του νυφούλα με μαλλί… (Κάνει μια κίνηση με τα δύο χέρια πάνω από το κεφάλι της.)

ΔΡΟΜΕΑΣ: Αν κάναμε τη δεξίωση εκεί που πρότεινα…

ΚΟΡΙΤΣΙ: Εκεί που πρότεινες να πας τη μάνα σου.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Δεν είναι άσχημα.

ΚΟΡΙΤΣΙ: Δε θα το σχολιάσω.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Έχει και παιδική χαρά… Για τα παιδιά…

ΚΟΡΙΤΣΙ: Τα δικά μου παιδιά δε θα παίζουν σε τέτοια άθλια μέρη.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Τα δικά μου θα παίζουν.

ΚΟΡΙΤΣΙ: Άμα πείσεις την νταντά τους να τα πάει.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Τι την θέλουμε την νταντά;

ΚΟΡΙΤΣΙ: Τι θες να πεις; Δε θ’ αφήσω τη δουλειά μου για να γίνω η καλή νοικοκυρά.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Είναι καλύτερο για τα παιδιά να μεγαλώνουν με τη μητέρα τους.

(Το Κορίτσι σταματάει να τρέχει και ο διάδρομος το παίρνει προς τα πίσω.)

ΚΟΡΙΤΣΙ: Στο είπα… Πριν… Δε θα παρατήσω τη ζωή μου.

(Ο διάδρομος την παίρνει από τη σκηνή.)

ΔΡΟΜΕΑΣ (κοιτώντας πίσω): Δεν είπα να την παρατήσεις… Απλά να προσαρμοστείς.

ΦΩΝΗ ΠΡΟΠΟΝΗΤΗ: Εισπνοή από το στόμα, εκπνοή από τη μύτη. Σταθερός ρυθμός. Τέλος γύρου. Πέντε λεπτά και εξήντα πέντε δευτερόλεπτα.

(Ο Δρομέας παρατηρεί το ροδώνα δίπλα στον οποίο έτρεχε από την αρχή.)

ΔΡΟΜΕΑΣ: Κοίτα! Τριανταφυλλιές και γεράνια. (Γεράνια δεν υπάρχουν.) Δεν τα είχα παρατηρήσει στους προηγούμενους γύρους… Κοίτα χρώματα. Λες να τα φυτέψανε τώρα ή όταν ήμουν στην απέναντι πλευρά; Αποκλείεται. Θα είχα δει τους εργάτες. Άλλωστε σε πέντε λεπτά κι εξήντα πέντε δευτερόλεπτα δεν προλαβαίνουν να σκάψουν και να τις φυτέψουνε, ουσιαστικά δεν προλαβαίνουν να ανθίσουν σε πέντε λεπτά και εξήντα πέντε δευτερόλεπτα… Κοίτα χρώματα! Λένε πως κάθε τριανταφυλλιά μυρίζει διαφορετικά, ανάλογα με το χρώμα της. Εγώ πάντα σκεφτόμουν πως κάθε τριαντάφυλλο μυρίζει διαφορετικά από κάθε άλλο τριαντάφυλλο του ίδιου χρώματος. Απειροελάχιστα διαφορετικά, αλλά να υπάρχει αυτή η ειδοποιός διαφορά, αυτή που κάνει κάθε τριαντάφυλλο να έχει προσωπικότητα, κάτι που να του δίνει το δικαίωμα να λέει: «Είμαι μοναδικό και κανένα δε μυρίζει σαν εμένα.» Στο επόμενο γύρο να θυμηθώ να σταματήσω να τα μυρίσω. Ίσως να είναι αισθητή η διαφορά… Να θυμηθώ να τα μυρίσω.

(Με το δεύτερο διάδρομο μπαίνουν δύο Υπάλληλοι. Φοράνε ακριβώς τα ίδια ρούχα, ακατάλληλα για τρέξιμο, και μοιάζουν σαν δύο δίδυμοι.)

ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ ΕΝΑ(προς το Δρομέα): Η αίτηση σας απορρίπτεται.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Μα σας έφερα όλα τα δικαιολογητικά που ζητούσατε.

ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ ΔΥΟ: Σύμφωνα με την πολυγραφημένη εγκύκλιο 358-13, που ανακοινώθηκε στο φύλλο της κυβερνήσεως με αριθμό 1321-34 δεν εντάσσεστε στην κατηγορία των… ζώντων.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Μα, ζω…

ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ ΔΥΟ: Για να το αποδείξετε αυτό πρέπει να συμπληρώσετε το έντυπο Ε55.

ΔΡΟΜΕΑΣ(λιγάκι εκνευρισμένος): Έχω γυναίκα, παιδιά, τρέχω… Δε σας αρκεί αυτό;

ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ ΕΝΑ: Μην υψώνετε τον τόνο της φωνής σας, κύριε.

ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ ΔΥΟ: Η ανύψωση της φωνής σε δημόσιο λειτουργό θεωρείται πλημμέλημα, σύμφωνα με τον νόμο 89 – 144.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Με συγχωρείτε, αλλά χρειάζομαι αυτό το δάνειο. Η γυναίκα μου θέλει να φυτέψει τριανταφυλλιές κι ο Γιαννάκης-Πεισίστρατος πέρασε σε μια σχολή που καθόλου δεν τον ενδιαφέρει.

ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ ΕΝΑ: Αυτό δεν αφορά την υπηρεσία μας.

ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ ΔΥΟ (προς τον υπάλληλο ένα): Αυτό δεν αφορά ΣΤΗΝ υπηρεσία μας. Σύμφωνα με τη γραμματική του Μπαμπινιώτη, σελίδα 233, παράγραφος 3, το ρήμα αφορώ συντάσσεται με την πρόθεση…

(Ο Δρομέας τον διακόπτει.)

ΔΡΟΜΕΑΣ: Και σε ποια υπηρεσία αφορά;

ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ ΕΝΑ: Είναι αγένεια να διακόπτετε κάποιον.

ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ ΔΥΟ: Δεν υπάρχει εγκύκλιος γι’ αυτό, αλλά συμφωνώ.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Ίσως θα έπρεπε να μιλήσω με τον προϊστάμενο σας.

ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ ΕΝΑ: Αυτό αποτελεί παράβαση ιεραρχίας και δε θα σας το συμβούλευα.

ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ ΔΥΟ: Είναι ενάντιο στην εγκύκλιο 377 άλλωστε.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Μα πως αλλιώς θα βρω το δίκιο μου; Σε ποιον να διαμαρτυρηθώ;

ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ ΕΝΑ: Οι διαμαρτυρίες απαγορεύονται, σύμφωνα με το νόμο…

ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ ΔΥΟ: 610 του αστικού δικαίου.

ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ ΕΝΑ: Ευχαριστώ.

ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ ΔΥΟ: Τίποτα, συνάδελφε.

ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ ΕΝΑ: Πως τίποτα; Όφειλα να σας ευχαριστήσω.

ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ ΔΥΟ: Σύμφωνα με την απόφαση 987 του συνδικαλιστικού οργάνου κάθε υπάλληλος οφείλει να προσφέρει τις γνώσεις του προκειμένου να επιλύσει οποίες διαφορές προκύπτουν ανάμεσα στην υπηρεσία και τους πολίτες.

ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ ΕΝΑ: Δεν το ήξερα αυτό. Απόφαση 987 είπατε;

ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ ΔΥΟ: Της ολομέλειας 1597.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Με συγχωρείτε που σας διακόπτω… Μήπως θα μπορούσα να σας ρωτήσω κάτι;

ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ ΕΝΑ: Γι’ αυτό βρισκόμαστε εδώ. Για τη δική σας εξυπηρέτηση.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Χαίρομαι…

ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ ΕΝΑ: Λοιπόν;

ΔΡΟΜΕΑΣ: Λοιπόν τι;

ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ ΕΝΑ: Σας παρακαλώ πολύ, κύριε. Κάντε την ερώτηση σας, ο κόσμος περιμένει.

(Ο Δρομέας κοιτάει γύρω. Μετά κοιτάει τους θεατές.)

ΔΡΟΜΕΑΣ: Μάλιστα… Ξέρετε… Ποτέ δεν τα πήγαινα καλά με τη γραφειοκρατία.

ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ ΕΝΑ: Κακώς. Η γραφειοκρατία κάνει τον κόσμο μας να γυρίζει.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Νόμιζα ότι οι ηλίθιοι είχαν αναλάβει αυτό το ρόλο.

ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ ΔΥΟ: Αγενές σχόλιο που εντάσσεται στην κατηγορία 2584.

ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ ΕΝΑ: Την ερώτηση σας, παρακαλώ.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Αν έχω ένα ζευγάρι κουνέλια και αυτά γεννούν δύο κουνέλια κάθε μήνα και τα καινούρια ζευγάρια γεννούν κι εκείνα με τη σειρά τους δύο κουνέλια κάθε μήνα και τα κουνέλια αυτά ποτέ δεν πεθαίνουν πόσα ζεύγη κουνελιών θα έχουν γεννηθεί σε ένα έτος;

ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ ΕΝΑ: Τι σχέση έχει αυτό με την υπηρεσία μας;

ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ ΔΥΟ: 144 ζεύγη το πρώτο έτος. 28757 το δεύτερο έτος…

ΔΡΟΜΕΑΣ: 28757 κουνέλια ή ζεύγη;

ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ ΔΥΟ: 28757 ζεύγη ή 57514 κουνέλια.

ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ ΕΝΑ: 57514 κουνέλια σε δυο χρόνια;

ΔΡΟΜΕΑΣ: Είδατε;

ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ ΔΥΟ: Εφόσον δεν υπάρχουν απώλειες.

ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ ΕΝΑ: Σίγουρα θα υπάρχουν κάποιες απώλειες.

ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ ΔΥΟ: Αν υπολογίσουμε τις απώλειες στο δέκα τοις εκατό τότε μένουν 51762,6 κουνέλια.

ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ ΕΝΑ: Και πάλι πολλά είναι.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Το γουρούνι, το κουνέλι και η μέλισσα χρέος δε γνωρίζουν.

ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ ΕΝΑ: Τι πάει να πει αυτό;

ΔΡΟΜΕΑΣ: Μια παροιμία είναι.

ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ ΕΝΑ: Ανόητη παροιμία.

ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ ΔΥΟ: Καθόλου. Ο πληθυσμός των χοίρων αυξάνεται γεωμετρικά. Αν 2 γουρούνια γεννήσουν 8, τότε τα 8 γουρούνια θα γεννήσουν 32.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Αρκεί να μη τα βάλετε μαζί με τα κουνέλια.

(Οι Υπάλληλοι αναπτύσσουν ταχύτητα συνεχίζοντας να συνομιλούν.)

ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ ΔΥΟ: Και τα 32 γουρούνια θα γεννήσουν 128 γουρούνια.

ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ ΕΝΑ: Να υπολογίζουμε πάντα τις απώλειες. Γουρούνια είναι.

(Βγαίνουν από τη σκηνή.)

ΔΡΟΜΕΑΣ: Ίσως θα ήταν καλύτερα να εκτρέφουμε μέλισσες. Να πηγαίνουν στα λουλούδια της γυναίκας μου.

ΑΠΟΓΕΥΜΑ (2)

(Συσκότιση. Στην οθόνη φαίνονται διαδοχικά οι αριθμοί: 5 – 3 – 2 – 1 – 1. Μετά φωτίζεται η σκηνή.)

ΦΩΝΗ ΠΡΟΠΟΝΗΤΗ: Τέλος γύρου. Πέντε λεπτά και εξήντα πέντε δευτερόλεπτα. Εισπνοή από τη μύτη. Εκπνοή από το στόμα. Σταθερός ρυθμός. Δεξιά κοιλία: Κόκκινα χάπια. Αριστερό νεφρό: Πράσινα χάπια. Μέσα το στομάχι, έξω ο προστάτης.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Κούραση. Ατόφια κι ευγενική, απλώνεται σε όλο μου το κορμί… Με πονούν τα πόδια μου, οι γάμπες μου, οι μηροί, η λεκάνη, το μυαλό μου, η καρδιά, οι πατούσες, με πονούν τα μάτια μου και η μύτη μου έκλεισε από τη σκόνη… Να θυμηθώ να μυρίσω την τριανταφυλλιά όταν ανοίξει η μύτη μου… Κούραση. Απλώνεται και με καθησυχάζει, με προτρέπει να σταματήσω, να πέσω σε μια γωνιά του σταδίου… Βλακεία… Δεν είναι δυνατόν να βρεις τις γωνίες μιας έλλειψης, δεν είναι δυνατόν να τα παρατήσω… Ας λένε κάποιοι ότι το τρέξιμο είναι πιο εύκολο απ’ την κολύμβηση. Κάνουν λάθος. Ας έρθουν, αν θέλουν, να τρέξουν για λίγο μαζί μου, όχι πολύ γρήγορα, ούτε και αργά, με σταθερό ρυθμό, πέντε λεπτά κι εξήντα πέντε δευτερόλεπτα το γύρο και θα δουν πως ό,τι προσπαθείς είναι δύσκολο. Από μακριά, στη θεωρία, τα πάντα φαντάζουν παιχνιδάκι. Το ξέρω. Την έχω πατήσει κι εγώ. Πότε; Δε θυμάμαι, αλλά δεν έχει και καμιά σημασία. Κάποτε. Χθες. Πέρυσι. Στην προηγούμενη ζωή μου. Όταν δεν έτρεχα…

(Ο Δρομέας παραπατάει. Δυσκολεύεται, αλλά ξαναβρίσκει το ρυθμό του.)

ΔΡΟΜΕΑΣ: Είναι περίεργο ένα τόσο μικρό σώμα να είναι ραμμένο πάνω στα ίχνη μιας τόσο τεράστιας σκιάς. Κάποιες φορές αισθάνομαι λες και με καθοδηγεί, λες και αυτή είναι η ουσία και εγώ είμαι η αντανάκλαση των μαύρων, επίπεδων χαρακτηριστικών της. Την ακολουθώ, βήμα-βήμα, με σταθερό ρυθμό, θέλω να την προφτάσω, μα πάντα με ξεγελά και μόλις πάω να την πατήσω μένει πίσω, κάνει έναν απίθανο ελιγμό και νάτην, εμφανίζεται πίσω από την πλάτη μου, μ’ ακολουθεί όσο κι αν τρέξω και δε λέει να ιδρώσει… Άραγε ιδρώνουν οι σκιές; Κουράζονται όταν κουραζόμαστε κι εμείς; Ίσως, ακόμα και αν σταματούσα να τρέχω, αυτή να συνέχιζε, αόρατη στα μάτια των πολλών. Μα, κάποιοι, θα στρέφουν το βλέμμα τους καθώς περνά, τρομαγμένοι κι έκπληκτοι και θα κοιτούν σε ένα σημείο άδειο. «Μου φαίνεται ότι είδα κάτι», θα λένε και μόλις διαπιστώνουν πως δεν υπάρχει τίποτα εκεί θα συνεχίζουν τις καθημερινές τους ασχολίες… Ίσως μια κίνηση που βλέπουμε κάποιες φορές, με την άκρη του ματιού μας, κίνηση ασπρόμαυρη και ασαφής, ίσως να είναι η σκιά κάποιου που κουράστηκε να τρέχει, εξαντλήθηκε και τα παράτησε. Κι αφού σταμάτησε στην άκρη του σταδίου, ασθμαίνοντας, η γλώσσα να φτάνει ως το πηγούνι, είπε: «Αρκεί ως εδώ. Ό,τι μπορούσα να κάνω το έκανα. Θέλω να πάω σπίτι και να κοιμηθώ. Και να μην ξυπνήσω ποτέ.» Και η σκιά τους απογοητευμένη που δέθηκε σε λάθος σώμα συνεχίζει μόνη. Γιατί οι σκιές ποτέ δε λιγοψυχούν ούτε αμφιβάλλουν, παρά συνεχίζουν, χύνοντας μαύρο ιδρώτα. Αν ιδρώνουν.

(Στο δεύτερο διάδρομο μπαίνει το Παιδί, ενήλικος πλέον.)

ΠΑΙΔΙ: Πρέπει να προλάβω, πρέπει να προλάβω.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Μη βιάζεσαι, Γιαννάκη. Δεν υπάρχει τίποτα να προλάβεις.

ΠΑΙΔΙ: Έτσι λες εσύ.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Το ξέρω… Κάθε γύρος διαρκεί πέντε λεπτά και εξήντα πέντε δευτερόλεπτα. Στιγμή παραπάνω.

ΠΑΙΔΙ: Έτσι νομίζεις. Γι’ αυτό δεν κατάφερες τίποτα.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Κατάφερα όσα μπορούσα κι άντεχα. Με σταθερό ρυθμό. Πέντε λεπτά και εξήντα…

(Τον διακόπτει το Παιδί.)

ΠΑΙΔΙ: Τόσο τρέχατε εσείς.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Εμείς;

ΠΑΙΔΙ: Οι παλιοί… Εγώ έχω δεκαπέντε μετάλλια. Ήδη.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Ήξερα άλλον ένα που τους τα ‘δωσε να τα κρεμάσουν στο λαιμό τους.

ΠΑΙΔΙ: Εγώ δε χαρίζομαι σε κανέναν. Τα κέρδισα με την αξία μου.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Τα αξίζεις τότε.

ΠΑΙΔΙ: Και δεν πήρα τίποτα από σένα.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Νομίζεις;

ΠΑΙΔΙ: Το ξέρω. Εσύ ήξερες μόνο να χάνεις.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Δεν έχασα ούτε δευτερόλεπτο.

ΠΑΙΔΙ: Ούτε που κέρδισες όμως.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Κέρδισα πολλά.

ΠΑΙΔΙ: Σαν τι;

(Ο Δρομέας δεν απαντάει. Κοιτάει το ροδώνα.)

ΠΑΙΔΙ: Βλέπεις;

ΔΡΟΜΕΑΣ: Βλέπω.

ΠΑΙΔΙ: Εγώ δε θα καταντήσω σαν κι εσένα

ΔΡΟΜΕΑΣ: Στο εύχομαι.

ΠΑΙΔΙ: Θα φτάσω ψηλά.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Το ήξερα από τη στιγμή που σε είδα.

ΠΑΙΔΙ: Θα καταφέρω πολλά.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Το είχα πει στη μητέρα σου.

ΠΑΙΔΙ: Θα νικήσω.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Ποιον;

(Το Παιδί αργεί να απαντήσει. Τρέχουν για λίγο, χωρίς να μιλάνε.)

ΠΑΙΔΙ: Τους πάντες.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Οι πάντες είναι πολλοί.

ΠΑΙΔΙ: Θα τους νικήσω όλους.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Όλοι είναι ακόμα περισσότεροι.

ΠΑΙΔΙ: Θα τα καταφέρω.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Αυτό φοβάμαι.

ΠΑΙΔΙ: Εσύ πάντα φοβόσουν.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Που το ξέρεις;

ΠΑΙΔΙ: Φοβόσουν τους πάντες. Και όλα… Τη γιαγιά, τη μάνα, τον εαυτό σου… Εμένα…

ΔΡΟΜΕΑΣ: Αλλά συνέχιζα. Και συνεχίζω.

ΠΑΙΔΙ: Χωρίς να κάνεις τίποτα.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Τρέχω. Τι παραπάνω να κάνω;

ΠΑΙΔΙ: Αυτό είναι το λάθος σου. Αρκείσαι με ό,τι έχεις. Δεν προσπάθησες ποτέ για κάτι περισσότερο.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Προσπάθησα… Μεγάλωσα εσένα.fg

ΠΑΙΔΙ: Αυτό ήταν το λάθος σου. Με έκανες για να καλύψεις τα κενά σου.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Δεν σε ‘κανα… Σκοπίμως…

ΠΑΙΔΙ: Ευχαριστώ πολύ… Η ζωή μου είναι ένα ατύχημα;

ΔΡΟΜΕΑΣ: Όλων μας η ζωή είναι ατύχημα. Κάποιων είναι και δυστύχημα.

ΠΑΙΔΙ: Όχι η δική μου.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Στο εύχομαι.

ΠΑΙΔΙ: Σταμάτα να το λες αυτό.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Ποιο;

ΠΑΙΔΙ: Σταμάτα να εύχεσαι. Με ευχές και προσευχές τίποτα δεν αλλάζει.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Τίποτα δεν αλλάζει ούτως ή άλλως.

ΠΑΙΔΙ: Τα πάντα αλλάζουν. Με αγώνα.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Έχω χορτάσει αγώνες. Ξέρεις πόσα χιλιόμετρα έκανα για να σε μεγαλώσω;

ΠΑΙΔΙ: Μην προσπαθείς να με γεμίσεις τύψεις. Αρκετές πήρα από τη μάνα.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Μην της το πεις αυτό.

ΠΑΙΔΙ: Θα λέω ό,τι θέλω. Ελεύθερος άνθρωπος δεν είμαι;

ΔΡΟΜΕΑΣ: Ελεύθερος σαν κουνέλι.

ΠΑΙΔΙ: Εγώ θα γυρίσω τον κόσμο ανάποδα.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Πρόσεχε μόνο τι θα βρεις από την άλλη.

ΠΑΙΔΙ: Θα βρω… Τον εαυτό μου…

(Ο Δρομέας γυρνάει και παρατηρεί το πρόσωπο του γιου του. Εκείνος κοιτάει μακριά.)

ΔΡΟΜΕΑΣ (με θλίψη): Είμαι περήφανος για σένα…

(Το Παιδί γυρίζει να τον δει.)

ΔΡΟΜΕΑΣ: Απ’ τη μέρα που ξεκίνησες να τρέχεις ήμουν… Το κατάλαβα. Από το ρυθμό σου. Από την αναπνοή σου. Από το χρόνο σου… Κατάλαβα ότι θα έκανες πολλά περισσότερα από μένα. Όσα εγώ δεν τόλμησα.

(Το Παιδί κοιτάει πάλι μπροστά.)

ΠΑΙΔΙ: Δεν μου το είπες ποτέ.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Δεν τα πάω καλά με τα λόγια.

ΠΑΙΔΙ: Θα ήθελα να μου το είχες πει. Το χρειαζόμουν.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Δεν ήξερα τι να σου πω.

ΠΑΙΔΙ: Θα αρκούσε ένα… Μπράβο.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Στο έλεγα αυτό.

(Το Παιδί τον κοιτάει άγρια.)

ΔΡΟΜΕΑΣ: Εντάξει, δε στο ‘λεγα… Αλλά νόμιζα ότι το καταλάβαινες.

ΠΑΙΔΙ: Ήθελα να το ακούσω.

ΔΡΟΜΕΑΣ: …Μπράβο σου.

ΠΑΙΔΙ: Τώρα είναι αργά. Μεγάλωσα. Μεγάλωσα μόνος.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Ποτέ δεν ήσουν μόνος.

ΠΑΙΔΙ: Πάντα ήμουν… Έτσι ένιωθα… Μόνος.

(Το Παιδί αρχίζει να τρέχει πιο γρήγορα.)

ΔΡΟΜΕΑΣ: Μη φεύγεις ακόμα, έχω τόσους γύρους να σε δω.

ΠΑΙΔΙ (βγαίνοντας): Δεν προλαβαίνω, άφησες τόσα κενά να γεμίσω.

(Το Παιδί βγαίνει.)

ΔΡΟΜΕΑΣ(φωνάζει): Ήθελα… Να μιλήσουμε λίγο ακόμη… Μου έμειναν λίγοι γύροι… Ακόμα…

ΦΩΝΗ ΠΡΟΠΟΝΗΤΗ: Τέλος γύρου. Πέντε λεπτά και εξήντα πέντε δευτερόλεπτα. Σταθερά. Τα πόδια λίγο πιο ψηλά. Εισπνοή από τη μύτη. Εισπνοή από τη μύτη. Εισπνοή. Εισπνοή!

ΔΡΟΜΕΑΣ: Όλοι κοιμούνται μόνοι. Πέφτουν στα στρώματα με δάκρυα και αναφιλητά και ονειρεύονται ευτυχισμένες στιγμές και όμορφα ξημερώματα. Ο ύπνος των ονείρων είναι ο πιο παράδοξος, υπόσχεται και πραγματοποιεί τις πιο απίθανες ευχές. Όμως τα όνειρα είναι σκληρά. Είναι σκληρά γιατί είναι εύθραυστα, ντελικάτα είναι τα όνειρα και όταν απλώνεις το χέρι σου να τα αγγίξεις διαλύονται σαν σαπουνόφουσκες. Γι’ αυτό είναι σκληρά. Ο πιο ποθητός παράδεισος είναι πάντα αυτός που χάνεται και το όνειρο βουλιάζει στο βούρκο του ξημερώματος. Ο ονειρευτής μισεί το ξημέρωμα και ο ονειρευόμενος αγνοεί την νύχτα…

Έχω καλύψει χιλιάδες χιλιόμετρα. Ίσως, αν πήγαινα προς τα πάνω, να έφτανα ως το φεγγάρι. Έχω σβήσει εκατοντάδες χιλιόμετρα κάτω από τα πόδια μου κι όμως κάθε μέτρο είναι ίδιο με όλα τ’ άλλα. Κάθε γύρος τα ίδια πρόσωπα, ίδια τα πρόσωπα και τα λόγια. Οι κερκίδες ίδιες, ίδιες οι κερκίδες και άδειες, άδεια τα πρόσωπα και ίδια και ποτέ δε στάθηκα να μυρίσω τα τριαντάφυλλα…

Κι αν έτρεχα πιο αργά; Γιατί να βιάζομαι άλλωστε; Κανείς δε με περιμένει. Γι’ αυτό είναι καλύτερα να τρέχω πιο αργά, να κάνω δέκα και είκοσι λεπτά το κάθε γύρο. Κι ακόμα πιο αργά, κάθε γύρος δύο χρόνια, και πιο αργά, έρποντας, αφήνοντας το χρόνο να κυλάει σαν άδειος διάδρομος της μνήμης, στους διαδρόμους που ποτέ δεν περπάτησα, εκεί που ηχούν τα βήματα μου…

Ίσως αν έτρεχα με κάποιον άλλο, αν είχα, ίσως, ένα σύντροφο, κάποιον να με σταματήσει. Κι αν έκανε αυτός ένα βήμα προς τα μένα και έκανα κι εγώ ένα βήμα προς εκείνον, τότε η απόσταση θα ήταν πιο μικρή και ίσως να μιλούσαμε και πιο συχνά. Μα τρέχουμε παράλληλα, σε διαδρόμους που δεν τέμνονται πουθενά και ποτέ…

(Το κορίτσι μπαίνει με το δεύτερο διάδρομο. Φτάνει το δρομέα. Για λίγη ώρα τρέχουν πλάι χωρίς να μιλάνε, χωρίς καν να κοιτάζονται. Στην οθόνη σκηνές από την τηλεόραση και διαφημίσεις.)

ΚΟΡΙΤΣΙ: Σου άρεσε;

ΔΡΟΜΕΑΣ: Ναι.

ΚΟΡΙΤΣΙ: Δεν είπες κάτι όμως.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Για ποιο πράγμα;

ΚΟΡΙΤΣΙ: Που σου άρεσε.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Αφού το ξέρεις. Μ’ αρέσει.

(Τρέχουν λίγο ακόμα χωρίς να μιλάνε. Στην οθόνη: Τηλεόραση.)

ΚΟΡΙΤΣΙ: Αύριο τι να φτιάξω;

ΔΡΟΜΕΑΣ: Ό,τι θες.

ΚΟΡΙΤΣΙ: Εσύ τι θέλεις;

ΔΡΟΜΕΑΣ: Δε με νοιάζει.

ΚΟΡΙΤΣΙ: Τίποτα δε σε νοιάζει πια.

(Τρέχουν λίγο ακόμα χωρίς να μιλάνε. Στην οθόνη: Τηλεόραση.)

ΚΟΡΙΤΣΙ: Πως φτάσαμε ως εδώ;

ΔΡΟΜΕΑΣ: Τρέχοντας.

ΚΟΡΙΤΣΙ: Δεν έχουμε τίποτα να πούμε πια.ft

ΔΡΟΜΕΑΣ: Ποτέ δεν είχαμε.

ΚΟΡΙΤΣΙ: Κι όμως. Κάποτε μιλούσαμε.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Αλλά δε λέγαμε τίποτα.

(Τρέχουν λίγο ακόμα χωρίς να μιλάνε. Στην οθόνη: Τηλεόραση.)

ΚΟΡΙΤΣΙ: Κάναμε όνειρα κάποτε.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Κάποτε.

ΚΟΡΙΤΣΙ: Θυμάσαι που θέλαμε να φτιάξουμε έναν κήπο;

ΔΡΟΜΕΑΣ: Φοβηθήκαμε τα κουνέλια.

ΚΟΡΙΤΣΙ: Μπορούμε ακόμα να τον κάνουμε.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Που θα βρούμε γεράνια;

(Τρέχουν λίγο ακόμα, χωρίς να μιλάνε. Στην οθόνη: Τηλεόραση.)

ΚΟΡΙΤΣΙ: Ίσως έπρεπε να σ’ αφήσω να πάρεις σκύλο.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Θα είχε πεθάνει τώρα πια.

ΚΟΡΙΤΣΙ: Ή γάτα… Που ήθελες.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Πολλά πράγματα ήθελα. Αλλά συνήθισα.

ΚΟΡΙΤΣΙ: Ίσως αυτό να ήταν το λάθος.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Η συνήθεια;

ΚΟΡΙΤΣΙ: Ότι δεν κάναμε τα πράγματα που θέλαμε.

(Τρέχουν λίγο ακόμα, χωρίς να μιλάνε. Στην οθόνη: Τηλεόραση.)

ΚΟΡΙΤΣΙ: Ήρθε ο Πεισίστρατος.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Και έφυγε ο Γιαννάκης.

ΚΟΡΙΤΣΙ: Τα καταφέρνει μια χαρά.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Έτσι νομίζει κι αυτός.

ΚΟΡΙΤΣΙ: Ζηλεύεις το παιδί σου.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Ζηλεύω τα νιάτα του.

(Τρέχουν λίγο ακόμα, χωρίς να μιλάνε. Στην οθόνη: Τηλεόραση.)

ΚΟΡΙΤΣΙ: Μας βαρέθηκες.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Τον εαυτό μου βαρέθηκα… Κι αυτό εδώ. (Δείχνει με τα δύο του χέρια το θέατρο.)

ΚΟΡΙΤΣΙ: Εσύ το επέλεξες. Αυτό. (Δείχνει με τα δύο της χέρια το θέατρο.)

ΔΡΟΜΕΑΣ: Έτσι νόμιζα κάποτε. Ότι επέλεξα κάτι.

ΚΟΡΙΤΣΙ: Δεν μπορείς να τα παρατήσεις τώρα.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Το ξέρω… Γι’ αυτό συνεχίζω, μόνο γι’ αυτό. Επειδή δεν μπορώ να το παρατήσω. Όχι πια.

(Τρέχουν λίγο ακόμα, χωρίς να μιλάνε. Στην οθόνη: Τηλεοπτικά παράσιτα.)

ΚΟΡΙΤΣΙ: Μάλλον εγώ θα τα παρατήσω πρώτη.

(Για πρώτη φορά ο Δρομέας γυρίζει να την κοιτάξει. Έντρομος.)

ΔΡΟΜΕΑΣ: Σου είπε κάτι ο προπονητής;

ΚΟΡΙΤΣΙ: Δεν ήταν καλά τα νέα… Μάλλον θα με βγάλει… Πριν το τέλος του γύρου…

ΔΡΟΜΕΑΣ (αναστατωμένος): Ίσως μπορεί να γίνει κάτι.

ΚΟΡΙΤΣΙ: Σαν τι;

ΔΡΟΜΕΑΣ: Να πηγαίνεις πιο αργά. Δε χρειάζεται να τρέχεις με τη δική μου ταχύτητα. Θα συναντιόμαστε κάπου μέσα στο γύρο.

ΚΟΡΙΤΣΙ: Δεν αντέχω να τρέχω άλλο.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Θα σε κουβαλήσω.

(Το Κορίτσι γελάει.)

ΔΡΟΜΕΑΣ: Μη γελάς. Αντέχω να σε κουβαλήσω λίγους γύρους ακόμα.

ΚΟΡΙΤΣΙ: Δε γελάω γι’ αυτό… Θα σου λείψω όταν σταματήσω.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Δε θα σε αφήσω να σταματήσεις.

(Το Κορίτσι αρχίζει να επιβραδύνει και να μένει πίσω.)

ΚΟΡΙΤΣΙ: Θα σου λείψω. Αυτό είναι καλό.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Δεν είναι καλό. Ποιο είναι καλό; Δε θα μου λείψεις, δε θα σταματήσεις… Μη σταματάς, σε παρακαλώ.

ΚΟΡΙΤΣΙ: Μ’ αγάπησες λιγάκι, έτσι δεν είναι;

(Το Κορίτσι βγαίνει.)

ΔΡΟΜΕΑΣ: Σ’ αγάπησα πολύ… Αλλά ξεχνούσα να στο λέω..

ΛΥΚΟΦΩΣ (1)

(Συσκότιση. Στην οθόνη φαίνονται διαδοχικά οι αριθμοί: 5 – 3 – 2 – 1 – 1. Μετά φωτίζεται η σκηνή.)

ΦΩΝΗ ΠΡΟΠΟΝΗΤΗ: Σταθερός ρυθμός. Εισπνοή από το στόμα. Εκπνοή από τη μύτη. Μάσκα οξυγόνου. Ψηλά τα χέρια. Ανοικτή η καρδιά. Έξω το στήθος. Μέσα το μπαλονάκι. Ανάρρωση.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Τώρα είμαι μόνος… Θα το συνηθίσω κι αυτό. Τα κουνέλια χοροπηδάνε στον κήπο και μασουλάνε τα γεράνια… Πρέπει να πάρω σκύλο. Να τα διώχνει. Ή θα τα διώχνω μόνος. Δεν έχω και τίποτα καλύτερο να κάνω. Θα τρέχω για να τα διώξω. Είναι ένας στόχος κι αυτός: Να διώχνω τα κουνέλια… Οι κερκίδες είναι άδειες, το σπίτι είναι άδειο, η ζωή μου είναι άδεια… Αλλά συνεχίζω. Μονότονα. Βαριεστημένα. Πέντε λεπτά κι εξήντα πέντε δευτερόλεπτα, ότι κι αν γίνει… Ο Γιαννάκης δεν προλαβαίνει να με δει. Τρέχει κι αυτός, μόνο τρέχει… Μου έστειλε μια κάρτα τα Χριστούγεννα. Τα εγγόνια μου μαθαίνουν να τρέχουν. Σε μια άλλη χώρα. Σε κάποιο άλλο στάδιο. Θα συνηθίσουν. Και δε θα θυμούνται καν το όνομα μου…

Τα πόδια μου έχουν πάρει τον έλεγχο. Φεύγουν μπροστά και το σώμα μου ακολουθεί. Τα πετάω μπρος σαν να μη μου ανήκουν και προσεύχομαι να μην πέσω. Αν πέσω, αν πέσω δεν νομίζω να μπορέσω να ξανασηκωθώ. Θα σπάσω σε χίλια κομμάτια, μπορεί και σε 987 κομμάτια, να περισσέψουν 13… Ή μπορεί να μείνει μόνο ένα, η σκιά μου, που θα συνεχίζει μόνη να τρέχει, χωρίς να ιδρώνει, χωρίς να αναπαράγεται, χωρίς να φοβάται μήπως εξαντληθεί… Οι σκιές δε σκέφτονται, δε φοβούνται, δεν… Δε συνηθίζουν.

Τρέχω ακούγοντας μουσική. Την Πέμπτη του Μπετόβεν αγκαλιά με τη γάτα μου. Είναι βαλσαμωμένη και δε χρειάζεται να σταματάω για να την ταΐζω. Ούτε να μαζεύω τις τρίχες της. Είναι βαλσαμωμένη… Σαν κι εμένα….

Η ηχώ των άδειων σταδίων απαντάει στις φωνές και στις εκκλήσεις μου. Οι άδειες κερκίδες των δωματίων αχνοσβήνουν πίσω από τα θολά μου μάτια. Δεν υπάρχει κανείς να μου πει τι να κάνω κι αυτό με γεμίζει φόβο…

Τρέχω χωρίς να θυμάμαι ποιος είμαι και πότε ξεκίνησα. Υπήρχε μια αρχή; Υπήρχε κάποιος στόχος; Δεν υπάρχει κανείς να μου πει πως ξεκίνησα; Ένας θνητός, ένας θεός ή κάτι ανάμεσα τους;

(Μπαίνουν με το δεύτερο διάδρομο ο Γιατρός και ο Παπάς.)

ΓΙΑΤΡΟΣ: Οι εξετάσεις σου δεν είναι και πολύ ενθαρρυντικές.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Μ’ αρέσει ο τρόπος που το λες, Γιατρέ… Κατ’ ευφημισμό ζωντανός.

ΓΙΑΤΡΟΣ: Αν θες να λέμε τα σύκα-σύκα…

ΔΡΟΜΕΑΣ: Και το πτώμα-πτώμα…

ΓΙΑΤΡΟΣ: Δεν είσαι καθόλου καλά… Πλέον…

ΔΡΟΜΕΑΣ: Πλέον; Υπήρχε κάποια στιγμή που ήμουν; Όποτε ερχόμουν στο ιατρείο σου άσχημα νέα άκουγα.

ΓΙΑΤΡΟΣ: Την αλήθεια σου έλεγα.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Σαν το σαράβαλο στο συνεργείο. Το πας για να αλλάξεις υαλοκαθαριστήρες και σου λένε ότι πρέπει να αλλάξεις μηχανή, λάστιχα και εξάτμιση.

ΓΙΑΤΡΟΣ: Αυτή είναι η φυσική φθορά.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Με τη φθορά παλεύω όλη μου τη ζωή.

ΠΑΠΑΣ: Μόνο η ψυχή μας είναι άφθαρτη.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Κι αυτή… Την νιώθω κουρελιασμένη… Έτοιμη να μου βγει από το στόμα.

ΠΑΠΑΣ: Μην ανησυχείς για την ψυχή σου. Θα αναπαυτεί αυτή σε τόπους χλοερούς.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Πάλι καλά… Που ένας από τους δύο μας θα αναπαυτεί.

ΓΙΑΤΡΟΣ: Εγώ θα πρότεινα να είναι το σώμα σου που θα αναπαυτεί. Αρκεί το τρέξιμο.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Για ποιο λόγο;

ΓΙΑΤΡΟΣ: Τι εννοείς;

ΔΡΟΜΕΑΣ: Να αναπαυτεί το σώμα μου. Για ποιο λόγο;

ΓΙΑΤΡΟΣ: Για να αντέξει.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Τι να αντέξει; Ν’ αφήσω το τρέξιμο και να πάω στις κερκίδες; Να κάτσω εκεί μόνος να κοιτάω ένα άδειο στάδιο; Δεν υπάρχει κανείς πια.

ΓΙΑΤΡΟΣ: Αν συνεχίσεις να τρέχεις δεν μπορώ να σου εγγυηθώ τίποτα.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Πότε μπορούσες; Πότε μπορούσες να μου εγγυηθείς οτιδήποτε; Δεν υπάρχουν εγγυήσεις, μόνο πεποιθήσεις.

ΠΑΠΑΣ: Η πίστη είναι η μόνη εγγύηση.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Πίστη, ελπίδα και… αγάπη. Το σημαντικότερο όλων: Η αγάπη.

ΠΑΠΑΣ: Ορθά μιλάς.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Είδες, πάτερ; Το έμαθα το μάθημα μου. Κάθε Κυριακή πια στην εκκλησία…

ΠΑΠΑΣ: Βρήκες τη μόνη οδό. Την οδό του Κυρίου.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Έτρεξα πολλούς δρόμους μέχρι να τη βρω… Όταν ήμουν παιδί, σαν παιδί σκεφτόμουν. Νόμιζα ότι θα έτρεχα παντοτινά. Τα πόδια μου βαστούσαν, η καρδιά μου βαρούσε δυνατά.

ΓΙΑΤΡΟΣ: Όχι πια.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Όχι πια… Δεν πίστευα σε τίποτα τότε. Μόνο στη μούσα μου. Μόνο στο δρόμο μου. Αλλά έχω αρχίσει να κουράζομαι… Εδώ και καιρό.

ΓΙΑΤΡΟΣ: Γι’ αυτό πρέπει να ξεκουραστείς.

ΠΑΠΑΣ: Μακάριοι όσοι ιδρώνουν στο στίβο της ζωής.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Σ’ ένα αεροπλάνο που πέφτει κανείς δεν είναι άθεος… Εγώ είμαι το αεροπλάνο. Εγώ και ο πιλότος. Εγώ ο μόνος επιβάτης.

ΓΙΑΤΡΟΣ: Αναμενόμενη ήταν η πτώση.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Η μάνα μου το είχε πει.

ΓΙΑΤΡΟΣ: Τελειώσανε τα καύσιμα.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Αντέχω μερικούς γύρους ακόμα.

ΓΙΑΤΡΟΣ: Δε θα στο συμβούλευα.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Είμαι πολύ γέρος για να ακούω συμβουλές… Πολύ κουρασμένος…

ΠΑΠΑΣ: Μακάριοι όσοι…

ΔΡΟΜΕΑΣ (τον διακόπτει): Μακάριοι όσοι έτρεξαν το δρόμο τους, πάτερ.

ΠΑΠΑΣ: Ο μόνος δρόμος είναι εκείνος του Κυρίου.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Υπάρχει Παράδεισος, πάτερ;

ΠΑΠΑΣ: Για εκείνους που πιστεύουν.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Ξέρεις πως πιστεύω ότι θα είναι ο Παράδεισος, πάτερ; Ένα στάδιο. Όπου θα συνεχίσω να τρέχω αιώνια. Χωρίς να κουράζομαι… Οι κερκίδες θα είναι γεμάτες και δίπλα μου θα τρέχουν χιλιάδες άλλοι.

ΠΑΠΑΣ: Αμήν.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Θα μιλάμε, θα αγαπιόμαστε και όποτε το θέλουμε θα στεκόμαστε για να μυρίσουμε τα λουλούδια. Γιατί θα υπάρχουν χιλιάδες λουλούδια στον Παράδεισο.

ΠΑΠΑΣ: Αμήν.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Τριαντάφυλλα κυρίως, αλλά και γεράνια… Και αυτά τα μικροσκοπικά κίτρινα άνθη που ποτέ δεν έμαθα πως τα λένε… Μπιγκόνιες, υάκινθοι, νεραγκούλες; Ποτέ δεν έμαθα πως τα λένε. Ούτε που στάθηκα να τα μυρίσω.

ΓΙΑΤΡΟΣ: Κανείς δε στέκεται.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Και καταλαβαίνεις πως φαντάζομαι την Κόλαση. Δεν καταλαβαίνεις; Όχι, όχι φωτιές και καζάνια με καυτό λάδι και διάβολοι-τρίβολοι που σε τσιγκλάνε με τις πηρούνες τους να βουτήξεις μέσα. Όχι, όχι, δεν είναι αυτό που φοβάμαι… Ακινησία, αυτό είναι η Κόλαση. Ακινησία και έλλειψη χώρου και έλλειψη χρόνου. Να μην κάνεις τίποτα και ποτέ στο πουθενά… Για πάντα…

ΓΙΑΤΡΟΣ: Δεν είναι ειδικότητα μου το μετέκεινα.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Κι όμως… Στέλνεις πολλούς εκεί…

ΠΑΠΑΣ: Με τις ευλογίες μου.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Έχουν ψυχή τα ζώα, πάτερ;

ΠΑΠΑΣ: Μόνο ο άνθρωπος φτιάχτηκε κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Αν δεν ήμουν άνθρωπος, ξέρεις τι ζώο θα ήθελα να ήμουν, πάτερ;

ΓΙΑΤΡΟΣ: Αυτό μοιάζει με εκλαϊκευμένο ψυχολογικό τεστ.

ΠΑΠΑΣ: Δεν μπορείς να είσαι τίποτα άλλο από άνθρωπος.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Θα ήθελα να είμαι κουνέλι.

ΠΑΠΑΣ: Ο άνθρωπος μόνο μετέχει της χάρης Του.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Τα κουνέλια δεν το ξέρουν αυτό… Τρώνε, απαυτώνονται και… Τρέχουν… Άμα τ’ αφήνεις ελεύθερα τρέχουν.

ΠΑΠΑΣ: Μόνο ο άνθρωπος είναι ελεύθερος.

ΓΙΑΤΡΟΣ: Γιατί έχει το δικαίωμα να επιλέξει.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Εγώ δεν επέλεξα τίποτα… Μόνο τρέχω..

ΓΙΑΤΡΟΣ: Σταμάτα τότε να τρέχεις.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Δε θέλω… Μπορώ;

(Ο Γιατρός αναπτύσσει ταχύτητα.)

ΓΙΑΤΡΟΣ: Μπορείς να συνεχίσεις;

(Ο Παπάς αναπτύσσει ταχύτητα.)

ΠΑΠΑΣ: Μόνο ο Θεός μπορεί όσα θέλει.

(Βγαίνουν και οι δύο.)

ΔΡΟΜΕΑΣ: Μπορεί ο Θεός να φτιάξει έναν άνθρωπο τόσο ελεύθερο που να μην μπορεί να τον εξαναγκάσει να κάνει οτιδήποτε;

ΒΡΑΔΥ (1)fe

(Συσκότιση. Στην οθόνη φαίνονται διαδοχικά οι αριθμοί: 5 – 3 – 2 – 1 – 1 – 0. Μετά φωτίζεται η σκηνή.)

ΦΩΝΗ ΠΡΟΠΟΝΗΤΗ: Τέλος γύρου. Πέντε λεπτά και… Μη σταματάς να αναπνέεις. Μη σταματάς να αναπνέεις. Εισπνοή από τη μύτη. Απότομη εκπνοή…

ΔΡΟΜΕΑΣ (διακόπτοντας τον προπονητή): Α, σταμάτα πια… (Τρέχει για λίγο χωρίς να μιλάει.) Νιώθω σαν εξόριστος πλανήτης, αιώνια καταδικασμένος να περιστρέφεται γύρω από έναν ανύπαρκτο ήλιο… Μήπως είμαι αληθινά καταδικασμένος; Μήπως, ως άλλος Σίσυφος, δικάστηκα, σε μια δίκη χωρίς μάρτυρες και κατηγορία, δίχως να μου απαγγελθεί με τραχιά και δυσβάσταχτη φωνή, από το λαρύγγι κάποιου κωμικά ντυμένου δικαστή, δίχως να μου ανακοινωθεί η κατηγορία, μήπως έτσι, σε κάποιο κτίριο εκτός σχεδίου, αποφασίστηκε ομόφωνα, από ανύπαρκτους ένορκους, να υποστώ τη χείριστη των ποινών; Γιατί είναι ό,τι χειρότερο να πράττεις χωρίς συνείδηση, να υπομένεις χωρίς δυνατότητα αγανάκτησης και να συνεχίζεις χωρίς ελπίδα τερματισμού…

Γνωρίζω τη γη κάτω από τα πόδια μου, γνωρίζω τον αέρα που μέσα του διαγράφω την πορεία μου, γνωρίζω όσα τα μάτια μου με αφήνουν να γνωρίσω, όσα τα μάτια μου διαλέγουνε να βλέπουν… Βρέθηκα ποτέ σε κάποια Πομπηία; Έγινα ποτέ μέρος της Ιστορίας; Η Ιστορία γράφεται με κάθε βήμα κάθε ανθρώπου. Ο χρόνος είναι ο χώρος της Ιστορίας. Μα ο δικός μου χρόνος δεν υπάρχει πια. Τρέχω, μόνο αυτό γνωρίζω… Ένα πράγμα είναι καταγραμμένο στις κυτταρικές μου μνήμες, μια λειτουργία: Υπάρχω όσο τρέχω. Απ’ όσα έχουν αξία πάνω σ’ αυτή τη γη, απ’ όσα άλλοι διαλέγουν να υπηρετούν κι απ’ όσα άλλοι απέχουν, εγώ, μοιάζει να έγινε αυθόρμητα και σίγουρα δεν έχω καμιά δικαιολογία, εγώ μονάχος αποφάσισα –αποφασίστηκε; αποφάσισε; ποιος;- να τρέχω… Επέλεξα τη μούσα μου. Τη μούσα του δρόμου. Αυτής το εγκώμιο έπλεξα και με κάθε μου βήμα συνεχίζω να την υμνώ… Μόνος…

Είχα ένα φίλο κάποτε, που μ’ άφηνε να τον φωνάζω Άλφρεντ. Το επίθετο του ήταν Προύφοκ, αλλά δεν το ανέφερε ποτέ. Κάποιο ξημέρωμα, γιατί τρέχαμε μαζί ως νωρίς το πρωί, δίπλα ο ένας στον άλλο, χωρίς να μιλάμε, κάποιο ξημέρωμα ακούσαμε ένα αηδόνι. Nightingale το αποκάλεσε ο Άλφρεντ, αλλά αυτό δεν νοιάστηκε. Συνέχισε να απλώνει τη φωνή του, σαν πάχνη, σαν λεπτό σάλι, πάνω στα ανοιγμένα άνθη της αγκινάρας, άνθος και αγκάθι, φωνή και μοιρολόι, χάραμα και νύχτα, όλα μπερδεμένα στη θύμηση, όλα ανακατωμένα, σαν κομμάτια από ένα αχανές παζλ, ένα άχρωμο και αταίριαστο παζλ, τα κομμάτια της ζωής μου και τα πρόσωπα που δεν ταιριάξανε πουθενά, οι ιδέες που έγιναν παρανάλωμα του φωτός, γιατί όταν ξημερώνει, όταν ο ήλιος φωτίζει τις κρυφές επιθυμίες και τους ανομολόγητους πόθους της νύχτας, τότε πεθαίνει η ψυχή μας, μαζί με τα όνειρα μας, σκλαβώνεται η ελευθερία μας στα όρια του κορμιού μας, και τα πόδια μας προετοιμάζονται να συνεχίσουν την ατελεύτητη πορεία προς την αφετηρία… Τρέχουμε χωρίς ελπίδα… Άλφρεντ, μήπως είναι ώρα να πηγαίνουμε;

(Από τον δεύτερο διάδρομο μπαίνει ο Προπονητής. Φτάνει με άνεση το Δρομέα.)

ΠΡΟΠΟΝΗΤΗΣ: Δεν τα πήγες κι άσχημα… Για να πω την αλήθεια, καλύτερα απ’ ό,τι περίμενα.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Τι περίμενες δηλαδή;

ΠΡΟΠΟΝΗΤΗΣ: Πίστευα ότι θα τα παρατούσες πιο νωρίς.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Και ποιος σου είπε ότι θα τα παρατήσω τώρα;

ΠΡΟΠΟΝΗΤΗΣ: Δεν είναι στο χέρι σου πια… Συγνώμη, στα πόδια σου.

(Ο Προπονητής γελάει.)

ΔΡΟΜΕΑΣ: Αντέχω άλλον ένα γύρο. Τουλάχιστον.

ΠΡΟΠΟΝΗΤΗΣ: Είσαι εκτός θέματος. Ο αγώνας τελείωσε.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Γινόταν κάποιος αγώνας;

ΠΡΟΠΟΝΗΤΗΣ: Όλα είναι αγώνας… Και κέρδισες ένα μετάλλιο… Πλαστικό.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Κρέμασε ‘το στο λαιμό σου.

ΠΡΟΠΟΝΗΤΗΣ: Δεν κατάλαβες. Ποτέ σου δεν κατάλαβες.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Θα καταλάβω. Έχω ακόμα ένα γύρο.

ΠΡΟΠΟΝΗΤΗΣ: Οι θεατές έφυγαν. Οι κερκίδες άδειασαν. Ποιος περιμένεις να σε χειροκροτήσει;

ΔΡΟΜΕΑΣ: Δεν περιμένω τίποτα πια. Από κανέναν.

ΠΡΟΠΟΝΗΤΗΣ: Αυτό είναι αντικανονικό… Και αντικοινωνικό. Πρέπει κάπου ν’ ανήκεις, κάπου να δίνεσαι.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Δίνομαι στον εαυτό μου. Στο τρέξιμο μου.

ΠΡΟΠΟΝΗΤΗΣ: Δεν μπορείς να είσαι μόνος. Ούτε τα ζώα δε ζουν έτσι, ζευγαρώνουν.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Δεν αντέχω τα κλουβιά.

ΠΡΟΠΟΝΗΤΗΣ: Μα ζεις μέσα στο δικό σου. Με αριθμό… (Κοιτάζει το νούμερο στη μπλούζα του Δρομέα.) 011.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Αυτό δεν είναι κλουβί. Είναι… Η ζωή μου.

ΠΡΟΠΟΝΗΤΗΣ: Πολύ μικρή. Τόσο μίζερη. Όλο… Κενά.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Αλλά είναι δική μου. Μόνο δική μου.

ΠΡΟΠΟΝΗΤΗΣ: Επειδή κανέναν δεν αγάπησες.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Αγάπησα. Πως το λες αυτό; Αγάπησα.

ΠΡΟΠΟΝΗΤΗΣ: Τι σημασία έχει; Ο αγώνας τελείωσε. Ήρθα να σε πάρω στα αποδυτήρια. Είναι κι οι άλλοι εκεί.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Δεν τέλειωσα το γύρο, δεν μπορώ να σταματήσω τώρα.

ΠΡΟΠΟΝΗΤΗΣ: Μόνο ο Θεός μπορεί ό,τι θέλει.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Κι εσύ ποιος είσαι; Ποιος είσαι εσύ που θα μου πεις τι μπορώ και τι όχι;

ΠΡΟΠΟΝΗΤΗΣ: Χάρη σε εμένα έφτασες ως εδώ.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Όχι. Σε κανέναν δεν το χρωστάω. Τρέχω μόνος μου. Πάντα έτρεχα μόνος μου.

ΠΡΟΠΟΝΗΤΗΣ: Ήμουν πάντα δίπλα σου. Δεν άκουγες τη φωνή μου;

ΔΡΟΜΕΑΣ: Την άκουγα. Και προσπαθούσα να την αγνοήσω.

ΠΡΟΠΟΝΗΤΗΣ: Αλλά έκανες ό,τι σου έλεγα: Σταθερός ρυθμός. Εισπνοή από τη…

ΔΡΟΜΕΑΣ: Μην το αρχίζεις πάλι.

ΠΡΟΠΟΝΗΤΗΣ: Με προκαλείς.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Και δε σου αρέσει αυτό, έτσι δεν είναι; Θέλεις να έχεις απόλυτο έλεγχο πάνω στους αθλητές σου. Να τους λες τρέξε και να τρέχουν. Να τους λες σταμάτα και να σταματάνε.

ΠΡΟΠΟΝΗΤΗΣ: Πως αλλιώς να γίνει; Δεν μπορεί ο καθένας να κάνει ότι θέλει. Οι πιο πολλοί δεν ξέρετε καν τι θέλετε.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Εγώ ξέρω.

ΠΡΟΠΟΝΗΤΗΣ: Νομίζεις ότι διαφέρεις από τους υπόλοιπους; Ότι είσαι κάτι ξεχωριστό;

ΔΡΟΜΕΑΣ: Όλοι είμαστε κάτι ξεχωριστό. Όλοι διαφέρουμε από τους υπόλοιπους.

ΠΡΟΠΟΝΗΤΗΣ: Όλοι είστε ίσοι. Μπροστά στο τέλος.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Κι εσύ είσαι τότε. (Δείχνει το διάδρομο που τρέχει ο Προπονητής.) Μοιράζεσαι το τέλος μας.

(Ο Προπονητής πηδάει από το διάδρομο. Στέκεται απέναντι από το Δρομέα. Χωρίς να τρέχει. Ο Δρομέας τον κοιτάζει έκπληκτος.)

ΔΡΟΜΕΑΣ: Πως το έκανες αυτό;

ΠΡΟΠΟΝΗΤΗΣ: Δεν είναι δύσκολο. Δοκίμασε. Απλά κάνε ένα βήμα προς τα μένα.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Όχι. Αρνούμαι. Θα συνεχίσω όσο αντέχω ακόμα.

ΠΡΟΠΟΝΗΤΗΣ: Λυπάμαι που στο λέω. Αλλά δεν έχεις πια την πολυτέλεια της επιλογής.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Πάντα θα την έχω.

ΠΡΟΠΟΝΗΤΗΣ: Λυπάμαι… Διακόσια μέτρα για το τέλος… Εισπνοή από τη μύτη.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Κι αν σταματούσα να αναπνέω; Θα είναι δικιά μου επιλογή; Ποιος είναι ο ρόλος μου και ποιος υποτίθεται ότι είμαι και ποιος θα ήθελα να είμαι και ποιος νομίζουν οι άλλοι ότι είμαι και ποιος, ποιος στ’ αλήθεια είμαι;

ΠΡΟΠΟΝΗΤΗΣ: Εκατόν πενήντα μέτρα για το τέλος.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Και αν συνέχιζα να τρέχω; Έναν καινούριο γύρο; Αυτό σίγουρα δε θα το περιμένει κανένας… Ή μήπως όλοι αυτό περιμένουν;

ΠΡΟΠΟΝΗΤΗΣ: Εκατό μέτρα για το τέλος.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Αν περιμένουν να σταματήσω θα συνεχίσω. Και αν στοιχηματίζουν ότι θα συνεχίσω θα τα παρατήσω.

ΠΡΟΠΟΝΗΤΗΣ: Πενήντα μέτρα για το τέλος.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Τι σημασία έχει;

ΠΡΟΠΟΝΗΤΗΣ: Σαράντα μέτρα.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Θα φτάσω στο τέλος… Κάποια στιγμή.

ΠΡΟΠΟΝΗΤΗΣ: Τριάντα μέτρα.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Καλύτερα τώρα, παρά να περιμένω.

ΠΡΟΠΟΝΗΤΗΣ: Είκοσι.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Καιρός να ξεκουραστώ.

ΠΡΟΠΟΝΗΤΗΣ: Δέκα.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Έτρεξα πολύ.

ΠΡΟΠΟΝΗΤΗΣ: Τέλος…

(Ο διάδρομος του Δρομέα επιβραδύνει και ο Δρομέας σταματάει να τρέχει. Μένει να κοιτάει τα πόδια του, το διάδρομο μπροστά και πίσω που έχει σταματήσει.)

ΠΡΟΠΟΝΗΤΗΣ: Τα κατάφερες όσο καλύτερα μπορούσες… Πάμε… Σε περιμένουν.

ΔΡΟΜΕΑΣ: Περίμενε… Είναι κάτι που πάντα ήθελα να κάνω.

(Ο Δρομέας βγαίνει από το διάδρομο και πηγαίνει στο ροδώνα. Μυρίζει τα τριαντάφυλλα ένα-ένα.)

ΔΡΟΜΕΑΣ: Το ήξερες ότι κάθε τριαντάφυλλο μυρίζει διαφορετικά; (Μυρίζει άλλο ένα.) Σαν να λέει: Είμαι εγώ. Κανένα δεν είναι ίδιο με εμένα.

(Ο Προπονητής τον πλησιάζει και του βγάζει το νούμερο. Μετά του ρίχνει μια πετσέτα στην πλάτη.)

ΠΡΟΠΟΝΗΤΗΣ: Το ξέρω… Εγώ τη φύτεψα… Πάμε…

(Τον πιάνει από τους ώμους και βγαίνουνε μαζί από τη σκηνή…

Συσκότιση. Μόνο ένας προβολέας φωτίζει τα τριαντάφυλλα. Στην οθόνη εμφανίζονται διαδοχικά οι αριθμοί: 0 – 1- 1- 2 – 3 – 5 – 8, με όλο και πιο γρήγορο ρυθμό, 13- 21 – 34 – 55 – 89 – 144, ακόμα πιο γρήγορα, 144 – 233 – 377 – 610 – 987 – 1597 – 2584 – 4181 – 6765… Και τα φώτα ανάβουν… Ένα κουνέλι πάνω στη σκηνή.)

ΤΕΛΟΣ (0)ff