Ωτοστόπ στις αόρατες πόλεις

0
480

(Τετράδια Συνεργείου)

Άλλα δύο κείμενα διαλεκτικά, σε μορφή θεατρικού, από το Συνεργείο Δημιουργικής Γραφής. Έκτακτη συμμετοχή Κέιτ Μπλάνσετ Academy Award ® Winner.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Ωτοστόπ στις αόρατες πόλεις

Το πρώτο μέρος εδώ:
«Τα ρακούν είναι ντόμπρα» http://sanejoker.info/2015/12/racoon.html

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

(Ένα πορτοκαλί αυτοκίνητο παλιότερης δεκαετίας έξω απ’ την πύλη της φυλακής. Δεξιά κι αριστερά της πύλης δυο φύλακες κοιτάν στο πουθενά, μοιάζουν με ζόμπι. Ένας εκατονταετής καλοστεκούμενος μαύρος παππούς με κάτασπρα μαλλιά [Θεόφιλος Κούτος] μπαίνει στη θέση του οδηγού. Φοράει τζιν παντελόνι και χαβανέζικο πουκάμισο. Χαμογελάει. Στη δίπλα θέση με ρούχα φυλακής ένας πανέμορφος νεαρός [Μάρκος Απρίλιος]. Σοβαρός και κάπως προβληματισμένος. Μικρές κοφτές κινήσεις των χεριών και του κεφαλιού του δείχνουν ότι νιώθει αρκετά άβολα.)

Θ.Κ. : Πουτάνα Μισόν, τους σκίσαμε πάλι. Δες, δες! Δες το φύλακα στην πύλη πώς μας κοιτάζει; Θες να τον κάνω να μας ευχηθεί και καλό ταξίδι;

(Ο Μάρκος Απρίλιος δεν μιλάει. Γυρνάει σχεδόν αδιάφορα και κοιτάζει προς την πύλη. Ξεκινάνε. Εικόνες που αλλάζουν πίσω τους δείχνουν να βγαίνουν απ’ την πόλη. Οδηγάν στην εθνική οδό. Σε χαμηλό ήχο στο ραδιόφωνο ακούγεται ο Παπακωνσταντίνου να τους θυμίζει «μα εσύ πρέπει πάντα να φεύγεις, να ψάχνεις τις φοινικιές…»)

Θ.Κ. : Τώρα μάλλον θα τους έχουν βρει και θα προσπαθούν να τους ξυπνήσουν. Χαχα. Το «ρύθμισα» να γίνει σε ένα εικοσιτετράωρο. Φαντάζομαι έφυγαν κι άλλοι κρατούμενοι. Εντάξει, ας μπω λίγο πιο βαθιά στην κόλαση. Sorry κράτος, sorry Θεέ.

Μ.Α. : …

Θ.Κ.: Δε θα πεις τίποτα εσύ; Δεν περιμένω ευχαριστώ και βλακείες. Το καταλαβαίνεις φαντάζομαι. Και για τους δυο μας το κάνω. Πες απλά κάτι να περάσει η ώρα.

Μ.Α. : Σουφλέ.

Θ.Κ. : Τι σουφλέ;

Μ.Α. : Σουφλέ σοκολάτας. Φρεσκολιωμένης…

Θ.Κ. : Στάσου, σε χάνω. Τι εννοείς;

Μ.Α.: Αυτό. Αυτό μου μύρισε. Σουφλέ σοκολάτας.

Θ.Κ. : (κουνάει το κεφάλι νομίζοντας ότι του έχει στρίψει του Μάρκου. Κάθε τόσο ρίχνει μια κλεφτή ματιά στον καθρέφτη του αυτοκινήτου μήπως τους ακολουθάει κανείς) Για πότε λες; Τώρα; Εδώ μέσα;

Μ.Α. : Όχι. Όταν με ελευθέρωνες. Όταν φεύγαμε απ’ τη φυλακή. Έντονα, σουφλέ σοκολάτας. Το ίδιο μου είχε μυρίσει κι όταν σκότωνα τους γονείς μου. Το ίδιο και τη μέρα που είχα αγοράσει τα ντραμς. Αυτό και στο ραντεβού με την Κική όταν έπιασα τη ρώγα της. Στις ομορφότερες στιγμές της ζωής μου, μου μυρίζει σουφλέ σοκολάτας. Έτσι βεβαιώθηκα και σήμερα ότι αυτό που ήρθες κι έκανες ήταν ωραίο, ήταν το σωστό, ήταν ό,τι περίμενα. Γι’ αυτό σε ακολούθησα χωρίς ενδοιασμό.

Θ.Κ.: (χαμογελάει και κοιτάει με κάποιο θαυμασμό τον Μάρκο) Ξέρεις; Δεν ήμουν σίγουρος αν μετά τον φόνο ήσουν στα καλά σου. Γράφανε κι όλο βλακείες οι χαζοδημοσιογράφοι. Αγχωνόμουν λίγο μήπως σου έστριψε. Πάλι θα σε ελευθέρωνα αλλά το θέμα ήταν τι θα σε έκανα μετά αν άρχιζες να κάνεις τον κόκκορα και την αλεπού μέσα στο αυτοκίνητο. Όπως φαίνεται όμως, ετούτο θα είναι ένα ωραίο ταξίδι.

Μ.Α. : Πού πάμε; Ξέρεις ή έτσι οδηγάμε, μακριά κι όπου;

Θ.Κ. : Δεν υπάρχει μακριά κι όπου! Υπάρχει μακριά και παντού. Δε σου λέω ακόμη αλλά πίστεψέ με, στα εκατό μου χρόνια ξέρω δρόμους που κανείς δεν έχει διαβεί, ξέρω μέρη που κανείς δεν έχει δει.

(Στην άκρη του δρόμου, στο πλάι της σκηνής εμφανίζεται γυναίκα επιβλητική. Μοιάζει με την Κέιτ Μπλάνσετ. Στα 45 της περίπου, φούστα σκουρόχρωμη σχεδόν ως το γόνατο, εφαρμοστή με φερμουάρ πίσω. Πουκάμισο λευκό, από πάνω παλτό ξεκούμπωτο. Στο πλάι της μικρή βαλίτσα αφημένη. Κάνει σήμα ωτοστόπ. Ο μπαρμπα Θεόφιλος φρενάρει απότομα. Ο Μάρκος, αφηρημένος, χτυπάει το κεφάλι του μπροστά, πάνω στο ταμπλό.)

Θ.Κ. : Βρε, δε φόραγες ζώνη;

Μ.Α. : Σκατά. Όχι δε φόραγα, την ξέχασα. Παραλίγο να φύγω απ’ έξω. Γιατί φρέναρες έτσι; (τρίβει έντονα το μέτωπό του)

Θ.Κ. : (του δείχνει την κυρία που τους πλησιάζει απ’ το τζάμι του Μάρκου) Για την κυρία. Να μην την πάρουμε;

Μ.Α. : (ο Μάρκος ανοίγει τεράστια μάτια, σκάει το πρώτο του χαμόγελο) Πλάκα κάνεις; Κι ελαφρά που το πάτησες το φρένο. (Συνωμοτικά) Λοιπόν, Μάρκο με λένε, Μάρκο σκέτο, έτσι;

Θ.Κ. : (του κλείνει το μάτι) Γιατί, έχει ακούσει κανείς άλλο όνομα; Όσο για τα ρούχα σου, αν πει κάτι, ήμασταν σε πάρτυ μασκέ. Εσύ είχες ντυθεί φυλακισμένος κι εγώ μπάρμαν στη Χονολουλού.

(Γελάνε κι οι δύο. Ο Μάρκος κατεβάζει το τζάμι του. Η όμορφη γυναίκα σκύβει και πλησιάζει το πρόσωπό της σε αυτό του Μάρκου. Αυτός τραβιέται διακριτικά πίσω στο κάθισμά του.)

Κέιτ Μπλάνσετ : Πού πάτε;

Θ.Κ. : Κάνουμε μια στάση εκεί που πηγαίνετε εσείς και μετά συνεχίζουμε προς τις Αόρατες Πόλεις του βορρά.

(γεμάτος έκπληξη ο Μάρκος γυρνάει προς τον μπαρμπα Θεόφιλο. Του κάνει νεύμα καθησύχασης. Η Κέιτ δαγκώνει απαλά το κάτω χείλος της. Όλο το υπόλοιπο πρόσωπό της χαμογελάει.)

Κ.Μ. : Χρόνια έχω να περάσω απ’ τις Αόρατες Πόλεις. Γεια σας. Είμαι η Κέιτ.

(Το ραδιόφωνο χαμηλώνει. Ο Tom Waits ακούγεται σίγουρος να δηλώνει «cause tonight i’m gonna take that ride, across the river to the jersey side». Η σκηνή κλείνει.)

Δημήτρης

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Κλόουν

Το πρώτο μέρος εδώ:
«Η Λίζα κι ο Τζος στον Τάμεση» http://sanejoker.info/2015/12/lisa-and-josh.html

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
(Η Λίζα οδηγάει. Άνετη,ευδιάθετη με το ένα χέρι στο τιμόνι.
Ο Τζος λίγο αμήχανος στη θέση του συνοδηγού)

ΛΙΖΑ : Τζος, έχω ξαναπάει στο Μπέρμιγχαμ. Δεν μπορώ να πω ότι ξετρελάθηκα. Εντάξει, εδώ που τα λέμε σαν το Λονδίνο δεν έχει. Εσένα σ’αρέσει;

ΤΖΟΣ : Δεν ξέρω, πρώτη φορά πηγαίνω. Πρώτη φορά έρχομαι στην Αγγλία.

ΛΙΖΑ : Αλήθεια; Χάνεις! Και ήρθες να δεις τους γονείς σου είπες..

ΤΖΟΣ: Τον πατέρα μου.

ΛΙΖΑ: Α, και πώς προέκυψε το Μπέρμιγχαμ. Κάποια δουλειά υποθέτω;

ΤΖΟΣ: Ε, ναι. Κάποια δουλειά θα κάνει υποθέτω.

ΛΙΖΑ : (κοκκινίζει, κοιτάζει λίγο απορημένη και κάπως εκνευρισμένη) Τι δουλειά;

ΤΖΟΣ : Εσύ τι δουλειά κάνεις;

ΛΙΖΑ : Οικονομική σύμβουλος και διαχείριση ανθρώπινου δυναμικού. JP Morgan. Πολλή δουλειά. Κλείνω 20 χρόνια, 6 στην εταιρία.

ΤΖΟΣ : Στο δημοτικό σε προσλάβανε; (την κοιτάζει και χαμογελάει)

ΛΙΖΑ : Όταν ήμουν μικρή με κάνανε συνέχεια για μικρότερη και τσατιζόμουν. Εκδίκηση!

ΛΙΖΑ : Εσύ τι δουλειά κάνεις;

ΤΖΟΣ : Κάνω τον κλόουν.

ΛΙΖΑ : Στην παρέα;

ΤΖΟΣ : Ειδικά στην παρέα.

ΛΙΖΑ : Ξέρεις τι, μη μου πεις. (κλείνει τα μάτια της και τον κοιτάζει). Μη με βλέπεις έτσι μικρή, κόβει το μάτι μου. Η δουλειά βλέπεις, ψυχολογώ τους ανθρώπους κάθε μέρα. Λοιπόν,λοιπόν.

ΤΖΟΣ : Λοιπόν, λοιπόν, για πες.

ΛΙΖΑ : Κρατάς κλειστά τα χαρτιά σου Τζος. Πώς σε λένε στο επίθετο;

ΤΖΟΣ : Μόρφυ. Και σένα δεσποινίς;

ΛΙΖΑ : Παπαδογεράκη, απ..

ΤΖΟΣ : Τι; Ελληνίδα είσαι;

ΛΙΖΑ : Όχι, δηλαδή ναι. Θα σου πω. Μη με κόβεις πάνω στην προφητεία Τζος Μόρφυ. Λοιπόν, λοιπόν.

ΤΖΟΣ : Λοιπόν, λοιπόν, για πες.

ΛΙΖΑ : Καθηγητής..

Τζος : Τι καθηγητής;

ΛΙΖΑ : Α! Το βρήκα; Είδες!

ΤΖΟΣ : Όχι.

ΛΙΖΑ : Τι, δεν είσαι; Με κοροϊδεύεις Τζος Μόρφυ;

ΤΖΟΣ: Όχι Λίζα Παπαδογεράκη. Κοίτα θα σου δώσω μια μικρή βοήθεια. Το μυστικό κρύβεται μέσα σου! (κάνει αστείες κινήσεις και μιλάει αργά σαν μέντιουμ)

ΛΙΖΑ: Το ‘χω, το ‘χω. Λοιπόν, λοιπόν.

ΤΖΟΣ: Ε..

ΛΙΖΑ: Σταμάτα. Κοίτα. Δεν δουλεύεις στα οικονομικά, θα είχες πει κάτι όταν σου είπα για μένα. Δεν μου φαίνεσαι και πολύ πρακτικός άνθρωπος. Σόρρυ κιολας, χωρίς παρεξήγηση.

ΤΖΟΣ: Διάνα. Καλά το πας.

ΛΙΖΑ: Θέλω να πω, ποιος τρελός κάθεται και διαβάζει μέσα στη βροχή. Έλα! Το βρήκα. Μουσικός!

ΤΖΟΣ: Αχ, όχι.

ΛΙΖΑ: Γαμώτο! Ζωγράφος; Κάτι τέτοιο τέλος πάντων.. Ω, συγγραφέας! (γουρλώνει τα μάτια)

ΤΖΟΣ: Όχι και όχι.

ΛΙΖΑ: Παραδίνομαι. Τι;

ΤΖΟΣ : Κάνω τον κλόουν.

ΛΙΖΑ: Τι εννοείς;

ΤΖΟΣ: Κάνω τον κλόουν σε παιδικά πάρτυ.

ΛΙΖΑ: Α, και το.. (χάνει τα λόγια της)

ΤΖΟΣ: Δουλεύω στην Clown Sucks. Έλα, απλώς μ’αρέσει να κάνω τους ανθρώπους να νιώθουν άβολα καμιά φορα.

ΛΙΖΑ: Με δουλεύεις κανονικότατα δηλαδή. Θα σε πετάξω έξω ε!

ΤΖΟΣ: (γελάει) Όχι, ναι, δηλαδή όντως κάνω τον κλόουν. Λοιπόν, κοίτα. Έπεσες μέσα για το καθηγητής, μου αρέσει να διαβάζω, σπούδασα φιλοσοφία και προς τα εκεί πήγαινε. Απλώς, πώς να το θέσω. Ας πούμε, ότι μάλωσα με την κοινωνία. Δεν θέλω να έχω πάνω από το κεφάλι μου κανέναν. Τέλος πάντων, αυτή την περίοδο κάνω τον κλόουν.

ΛΙΖΑ: Μάλιστα. Μυστήρια μορφή είσαι Τζος Μόρφυ.

ΤΖΟΣ: Ελλάδα λοιπόν ε;

ΛΙΖΑ: Ναι, ο πατέρας μου είναι από την Κρήτη. Αυτός με μεγάλωσε, η μητέρα μου έφυγε από το σπίτι όταν ήμουν ενός έτους. Εντάξει, δεν της κρατάω κακία. Όταν μεγάλωσα την κατάλαβα.

ΤΖΟΣ: Περίεργο..δηλαδή, καλό για σένα.

ΛΙΖΑ: Ναι. Δεν είναι καθόλου περίεργο.

ΤΖΟΣ: Εσύ ξέρεις καλύτερα.

ΛΙΖΑ: Δεν είναι καθόλου περίεργο. Δεν ήταν του χαρακτήρα της. Η μητέρα μου, η ψυχή της δεν ήταν για εκείνο το νησί.

ΤΖΟΣ: Και σένα σε παράτησε.

ΛΙΖΑ: Εάν με έπαιρνε μαζί της η ζωή μου θα ήταν χειρότερη. Το ήξερε. Και γω το ανακάλυψα αργότερα.

ΤΖΟΣ: Οκ.

ΛΙΖΑ: Άμα δεν ξέρεις, μη μιλάς.

ΤΖΟΣ: Οκ.
(παρατεταμένη σιωπή)

ΤΖΟΣ: Εγώ δεν κατάλαβα γιατί τα λες όλα αυτά σε έναν ξένο. Η Κρήτη αρκούσε.

ΛΙΖΑ:Οκ.
(παρατεταμένη σιωπή)

ΤΖΟΣ: (παίρνει βαθιά ανάσα) Τον πατέρα μου δεν τον γνώρισα. Ήταν μπεκρής και κακομεταχειριζόταν τη μητέρα μου. Όταν έμαθε ότι ήταν έγκυος, σηκώθηκε και έφυγε. Δεν έχουμε μιλήσει ποτέ, ούτε τον έχω δει.

ΛΙΖΑ: (τον χαϊδεύει στον ώμο) Όλα καλά θα πάνε.

ΤΖΟΣ: Δεν ξέρω. Δεν τον έχω συγχωρήσει, δεν αλλάζει κάτι.

ΛΙΖΑ: Δεν έχει νόημα.

ΤΖΟΣ: Τι πράγμα;

ΛΙΖΑ: Ό,τι έγινε, έγινε. Δεν ξέρεις τι έκανε μετά. Μπορεί να το μετάνιωσε, μπορεί να τον κυνηγάνε οι τύψεις, μπορεί χίλια δυο.

ΤΖΟΣ: Ξέρω τι έκανε στη μητέρα μου. Μπορεί να είναι το ίδιο ανθρωπάκι ακόμα.

ΛΙΖΑ: Και πάλι, δεν έχει νόημα, δε φταις εσύ.

ΤΖΟΣ: Προφανώς και δε φταίω εγώ, αυτό έλειπε.

ΛΙΖΑ: Να σου πω μια ιστορία; Κάποτε, δυο μοναχοί, καθώς περπατούσαν συνάντησαν μια όμορφη γυναίκα στην όχθη του ποταμού, που ήθελε να περάσει απέναντι και έκλαιγε γιατί δεν μπορούσε. Ο νέος μοναχός, επειδή η πίστη των μοναχών τους απαγόρευε να έρθουν σε επαφή με γυναίκα της, είπε ότι δεν γίνεται να τη βοηθήσει. Ο γέρος μοναχός τη σήκωσε στους ώμους του και την πέρασε απέναντι. Αφού πέρασαν ώρες, ο νέος μοναχός ρώτησε το γέρο. «Δάσκαλε, εσύ ξέρεις καλύτερα από μένα, αλλά ξέρεις τι υπαγορεύει ο όρκος μας. Ωστόσο, την κουβάλησες απέναντι.» Και ο γέρος μοναχός του είπε «Πράγματι, την κουβάλησα απέναντι. Εσύ όμως την κουβαλάς ακόμα»

ΤΖΟΣ: Πολύ ωραίο, κάπου το έχω διαβάσει.

ΛΙΖΑ: Μην κάνεις το λάθος που έκανα και γω Τζος. Το κουβαλούσα πολλά χρόνια.

ΤΖΟΣ: Αλήθεια είσαι οικονομολόγος εσύ;

ΛΙΖΑ: (γελάει) Στο κάτω κάτω, εάν είναι το ίδιο ανθρωπάκι ακόμα, δεν είναι για μίσος. Είναι για οίκτο. Θέλω να πω, ξέρεις κάποιον κακό άνθρωπο που είναι ευτυχισμένος;

ΤΖΟΣ: Ουδείς εκών κακός

.ΛΙΖΑ: Τι πράγμα;

ΤΖΟΣ: Κανείς δεν είναι κακός με τη βούλησή του.

ΛΙΖΑ: Χμ, ωραίο. Κάπως έτσι.

ΤΖΟΣ: Ναι, κάπως έτσι. Λίζα;

ΛΙΖΑ: Ναι, Τζος;

ΤΖΟΣ: Πεινάω.

ΛΙΖΑ: Χα, ανώμαλη προσγείωση! Και γω. Σε λίγα χιλιόμετρα έχει ένα μπαρ-εστιατόριο.

ΤΖΟΣ: Λίζα;

ΛΙΖΑ: Να μαντέψω, διψάς; Υπομονή, φτάνουμε. Τι έγινε, γιατί δε μιλάς; Μίλα ντε. (τον σκουντάει)

ΤΖΟΣ: Σ’ ευχαριστώ.

Γιώργος