Μια νυχτερίδα που τη λέγαν Ιωνάθαν

1
935

«Και τι φοβάσαι πιο πολύ;” τον ρώτησε η Κέλυ.
«Τους γλάρους.”
«Τους γλάρους; Αυτό είναι χαζό. Οι γλάροι είναι υπέροχοι.”
«Υπέροχα τρομαχτικοί”, είπε ο Σπύρος.

Η Κέλυ έριξε πίσω το κεφάλι για να γελάσει. Στο γραφείο δεν την είχε δει ποτέ να γελάει.

«Εσύ τι φοβάσαι;”

Η Κέλυ δεν το σκέφτηκε καθόλου.
«Τις νυχτερίδες”, είπε -χωρίς να γελάει.
«Τις νυχτερίδες… Αυτές που μοιάζουν με βρικόλακες και πίνουν αίμα και τέτοια;”
«Όχι, όχι… Υπάρχουν στ’ αλήθεια τέτοιες;”
«Δεν ξέρω. Στην Ινδονησία υπάρχουν κάτι τεράστιες. Αλλά αυτές νομίζω τρώνε φρούτα… Εσύ ποιες φοβάσαι;”
«Τις κανονικές. Τις καλοκαιρινές.”
«Αυτές τρώνε κουνούπια.”
«Δεν φοβάμαι μη με φάνε”, είπε η Κέλυ και γέλασε ξανά. «Εσύ τους γλάρους τους φοβάσαι γιατί σκέφτεσαι ότι θα σε φάνε;”
«Μόνο αν ήμουν φανατικός του Χίτσκοκ.”

Τον κοίταξε με απορία.

«Χίτσκοκ… Τα πουλιά… Δεν ξέρεις την ταινία;”
«Δεν βλέπω παλιές ταινίες.”
«Έχει μια σκηνή που οι γλάροι επιτίθονται και διαλύουν μια πόλη.”
«Γιατί;”
«Δεν ξέρω. Δεν μας λέει ο Χίτσκοκ. Απλώς επιτίθονται.”
«Από ‘κει τους φοβάσαι λοιπόν.”
«Όχι, καμία σχέση… Παλιότερα μάλιστα τους”

Σταμάτησαν να μιλάνε όσο ο σερβιτόρος τους άφηνε τα δεύτερα ποτά κι ένα μπολάκι με ξηρούς καρπούς. Μετά της είπε ότι παλιότερα λάτρευε τους γλάρους. Είχε διαβάσει το βιβλίο του Μπαχ, με τον γλάρο Ιωνάθαν, κι είχε ταυτιστεί. Είχε τον γλάρο ως το ζώο-ψυχή του.

«Και τι έγινε;”

Ένα καλοκαίρι στη Χαλκιδική είχε βγει το πρωί για τρέξιμο. («Τρέχεις;” «Κάποιες φορές”.) Χάζευε τους γλάρους που πετούσαν και τους μιλούσε. Ώσπου είδε στην αμμουδιά έναν ψόφιο. Με το φτερό σπασμένο και γεμάτο σκουλήκια. Γεμάτο σκουλήκια. Έσκυψε και ξέρασε. Από τότε όποτε έβλεπε γλάρο ανακατευόταν.

«Δεν τους φοβάσαι. Τους σιχαίνεσαι.”
«Ε, και τι είναι ο φόβος; Μια σιχασιά… Εσύ; Με τις νυχτερίδες;”
«Εμένα είναι πιο παλιό.”

Σκέφτηκε αν έπρεπε να του το πει. Μήπως ήταν πολύ προσωπικό και τον τρόμαζε αν του έλεγε τέτοια στο πρώτο ραντεβού;

Κι εκείνη ήταν στη Χαλκιδική. Στο εξοχικό του θείου της. Ένα βράδυ μια νυχτερίδα έπεσε κάτω. Πριν προλάβει να σηκωθεί την άρπαξε η γάτα. Ο θείος της την πήρε και μίλησε για το κοκαλάκι της νυχτερίδας.

Έριξε ξύλα στον παλιό φούρνο της αυλής, άναψε φωτιά κι έριξε μέσα τη νυχτερίδα. Όταν ψήθηκε την ξεκοκάλισε σαν κοτόπουλο. Πήρε ένα κοκαλάκι, το έβαλε για μερικές μέρες σε οινόπνευμα και μετά το φόρεσε στο λαιμό («για να με αγαπούν όλοι”).

Η μικρή Κέλυ τον πίστεψε. Έτσι όταν ένα απόγευμα που ήταν μόνοι στο σπιτι της είπε να κάτσει στα γόνατα του δεν έφερε αντίρρηση (τον αγαπούν όλοι). Ο θείος ξεκίνησε να τη γαργαλάει και να την αγγίζει στα μέρη όπου δεν πρέπει οι μεγάλοι ν’ αγγίζουν τα παιδιά.

Το βράδυ το είπε στη μητέρα της, εκείνη στον άντρα της κι εκείνος έδειρε τον αδελφό του. Δεν ξαναπήγαν διακοπές στο εξοχικό του θείου.

Δεν ήθελε να του τα πει. Οι άντρες δεν αντέχουν τόση οικειότητα, τόσο γρήγορα. Θα τον έκανε να νιώσει αμήχανα. Κι όταν θα βρίσκονταν στο κρεβάτι, αν έφταναν ως εκεί, θα είχε στο μυαλό του να μην της κάνει κάτι που να της θυμίσει τον θείο της.

Χειρότερο κι απ’ το να μιλήσεις για τον πρώην σου είναι να μιλήσεις, πρώτη μέρα, πρώτη φορά, για τη σεξουαλική κακοποίηση. Το άφησε για μετά. Αν έκρινε ότι άξιζε τον κόπο να του δώσει περισσότερα.

Του είπε την ιστορία μέχρι το σημείο με το ψήσιμο της νυχτερίδας.

«Κι αλήθεια την έψησε;”
«Και μετά έβγαλε το κοκαλάκι και το ‘βαλε στο λαιμό του.”

Ο Σπύρος ανατρίχιασε κι έκανε μια γκριμάτσα αηδίας.

«Δεν το καταλαβαίνω”, της είπε μετά. «Είναι παράξενο σίγουρα, αλλά η νυχτερίδα ήταν το θύμα.”
(εγώ ήμουν το θύμα)
«Γιατί να τις φοβάσαι; Δεν σου έκανε κάτι η καημένη η νυχτεριδούλα.”
«Γιατί, εσένα τι σου έκανε ο γλάρος;” είπε η Κέλυ.

Μίλησε κάπως έντονα και κατάλαβε ότι ακούστηκε παράταιρη. Ο Σπύρος είχε τραβηχτεί πίσω, σαν να έλεγε οκέι, οκέι, όλα καλά. Του είπε ότι έπρεπε να πάει μια στιγμή στην τουαλέτα, «για να πουδράρω τη μύτη μου”, και γελάσανε.

Την κοίταξε κρυφά ν’ ανεβαίνει τις στριφογυριστές σκάλες. Φορούσε κοντή φούστα, έτσι καθώς έφτανε στον πάνω όροφο φάνηκε μια υποψία απ’ το πάνω μέρος του καλσόν της, το πιο σκούρο.

Του άρεσε πολύ η Κέλυ, γι’ αυτό δεν είχε πει κι εκείνος την αλήθεια. Τουλάχιστον δεν την είχε πει ολόκληρη.

Ποτέ δεν είχε το πουλί ως ζώο-ψυχή ούτε πίστευε σε τέτοια. Είχε διαβάσει το βιβλίο του Μπαχ πριν πολλά χρόνια και το είχε βρει απλοϊκό. Το περιστατικό με τον νεκρό γλάρο είχε συμβεί πριν λίγες μέρες. Δεν έτρεχε, απλά περπατούσε στην αμμουδιά, και καθώς ήταν αφηρημένος σκόνταψε σ’ ένα σωρό από φύκια. Από κάτω ήταν ο ψόφιος γλάρος. Μάλλον τον είχε ακουμπήσει με το πόδι. Και ήταν με τις σαγιονάρες.

Σιχάθηκε και έβαλε τα πόδια του στη θάλασσα να καθαριστεί. Μετά γύρισε σπίτι και πλύθηκε όσο καλύτερα μπορούσε.

Η Κέλυ πούδραρε τη μύτη της και καθώς σκουπιζόταν θυμήθηκε τον θείο της.
«Ελπίζω να καίγεσαι στην κόλαση”, σκέφτηκε και τρόμαξε με τη σκέψη της. Έπλυνε τα χέρια της κοιτώντας στον καθρέφτη, διόρθωσε λίγο το κραγιόν και τα μαλλιά και βγήκε.

«Λοιπόν, είναι παράξενο”, του είπε σαν έκατσε.
«Ποιο πράγμα;”
«Κι οι δύο φοβόμαστε ζώα που πετάνε.”

Έπειτα έπιασε με το χέρι ένα φυστίκι, το άφησε, πήρε ένα αμύγδαλο. Ο Σπύρος δεν θα ‘τρωγε. Τα είχε πιάσει με το χέρι της μόλις βγήκε απ’ την τουαλέτα.

«Ο γλάρος δεν είναι ζώο”, είπε ο Σπύρος.
«Ε, καλά. Ξέρεις τι λέω. Και τα δυο πετάνε.”
«Ναι, αλλά δεν τα φοβόμασταν όσο πετούσαν. Μόνο σαν πεθάναν.”
«Σωστά”, είπε η Κέλυ και σκέφτηκε τον θείο της να καίγεται στην κόλαση. Καθόλου δεν τον φοβόταν πια.

Για λίγο δεν μίλησαν. Ήταν ελάχιστα λεπτά, που δυο παντρεμένοι δεν θα τα υπολόγιζαν καν ως παύση. Αλλά για ‘κείνους, πρώτη φορά σε ραντεβού, ήταν τεράστιο διάστημα, μίλια μακριά.