Η συνεκδοχή της Μόσχας

0
1093

Πριν ένα μήνα ξεκίνησα μαθήματα ρωσικής γλώσσας -ελπίζοντας σε μερικά χρόνια να μπορώ να διαβάσω Τσέχωφ στο πρωτότυπο.

Μέχρι τώρα έχω μάθει ελάχιστα, αλλά υπήρξαν τρεις περιπτώσεις όπου συνειδητοποίησα πως κάθε γλώσσα φέρει την ιστορία της και επηρεάζει εκείνους που τη μιλάνε ως μητρική.

~~

Η πρώτη περίπτωση αφορά στη «συμπάθεια» που έχουν οι Ρώσοι για τους Γερμανούς.

Η ρωσική λέξη για τον Γερμανό είναι немецкий Αυτή προέρχεται από το немой που σημαίνει μουγκός. Και η γερμανική γλώσσα είναι немецкий, που σημαίνει -περίπου- γλώσσα των μουγκών ή μούγκικη γλώσσα.

Παραδόξως (;) οι Ρώσοι δεν έχουν παρόμοια υποτιμητική έκφραση για καμία άλλη εθνικότητα -ή γλώσσα.

Σκεφτείτε ότι πολλοί λαοί έχουν παρατσούκλια για τους άλλους. Όμως είναι σπάνιο το επίσημο όνομα να είναι υποτιμητικό.

Οι λέξεις κουβαλάνε ιστορία. Οι Ρως, απόγονοι των Βίκινγκς και των Σλάβων, όταν ήρθαν σε επαφή με τους Τεύτονες, τους αποκάλεσαν μουγκούς -για τον τρόπο που μιλούσαν. Καθώς τα χρόνια περνούσαν συνέχισε να υπάρχει έχθρα μεταξύ τους -δυο ισχυροί λαοί, δύο ισχυρές αυτοκρατορίες.

Έτσι οι Ρώσοι συνέχισαν ν’ αντιπαθούν τους Γερμανούς -όπως φαίνεται κι απ’ το όνομα που τους έχουν δώσει.

Βεβαίως δεν είναι κάτι σπάνιο στην Ευρωπαϊκή ήπειρο η αντιπάθεια για τους Γερμανούς (ακόμα και πριν τους Ναζί).

Οι Έλληνες το γνωρίζουν καλά αυτό. Υπάρχει όμως μια διαφορά ανάμεσα στον τρόπο που οι Έλληνες αντιπαθούν τους Γερμανούς και στον τρόπο που οι Ρώσοι αντιπαθούν τους Γερμανούς.

Οι Έλληνες τους αντιπαθούν απ’ τη μεριά των ηττημένων. Ακόμα κι αν ξεχάσουν τη γερμανική κατοχή, η νέα ήττα είναι οικονομική. Οι κατώτεροι Έλληνες αντιπαθούν τους ανώτερους Γερμανούς, όπως κάθε υπόδουλος απεχθάνεται τους αποικιοκράτες.

(Μια μικρή λογοτεχνική παρένθεση. Συνεκδοχή είναι το σχήμα λόγου όπου το σύνολο υποδηλώνει το μέρος -και τούμπαλιν.

Όταν λέμε ότι οι «Έλληνες» πολέμησαν στο Αλβανικό μέτωπο είναι συνεκδοχή. Δεν πολέμησαν όλοι οι Έλληνες. Κάποιοι Έλληνες πολέμησαν.

Όταν ο Πάγκαλος λέει «μαζί τα φάγαμε» είναι συνεκδοχή. Κάποιοι Έλληνες τα φάγανε.)

Οι Ρώσοι, απ’ την άλλη, αντιπαθούν τους Γερμανούς απ’ τη μεριά των νικητών. Γιατί, όταν οι άγγλοι-γάλλοι-και-λοιποί-Ευρωπαίοι υποτάχτηκαν στον ναζιστική πολεμική μηχανή, οι απόγονοι των Ρως πολέμησαν χωρίς ανάσα.

Ήταν οι απλοί άνθρωποι που αντιστάθηκαν στις πολιορκίες, όσο και να κράτησαν. Ήταν ο Κόκκινος Στρατός που έφτασε πρώτος στο Βερολίνο των Μουγκών.

Οι σύμμαχοι, με τους Αμερικάνους στην ηγεσία, ήρθαν δεύτεροι και καταϊδρωμένοι. Κι ίσως γι’ αυτό έριξαν τις ατομικές βόμβες στην Ιαπωνία. Για να φοβερίσουν τους Σοβιετικούς -κομμουνιστές.

Και τώρα, καθώς οι Ρώσοι επαναεφευρίσκουν τον εαυτό τους, καθώς αντιλαμβάνονται πόσο ισχυροί είναι, όλη η Ευρώπη ψάχνει τρόπους για να τους παραμερίσει. Μάλλον δεν έμαθαν τίποτα απ’ τα παθήματα του Ναπολέοντα και του Χίτλερ.

~~

Η δεύτερη γλωσσολογική περίπτωση πολιτισμικής επιρροής γεννήθηκε μια Παρασκευή, την ώρα που φεύγαμε, που ρώτησα την καθηγήτρια μας πώς λέμε στα ρώσικα Καλό Σαββατοκύριακο.

Η κυρία Τατιάνα γέλασε.
«Δεν υπάρχει τέτοια έκφραση στα ρώσικα», μου είπε. «Στον κομμουνισμό η εργασία δεν ήταν κάτι κακό, ώστε να εύχεσαι ξεκούραση το σαββατοκύριακο.»

Το weekend καταχτήθηκε απ’ τους κομμουνιστές (και συνδικαλιστές και αναρχικούς και άλλους) του δυτικού κόσμου. Πολλοί άνθρωποι αγωνίστηκαν και σκοτώθηκαν προκειμένου να δουλεύουμε οκτάωρο και πενθήμερο. Για τον καπιταλιστικό κόσμο το weekend είναι μια κατάκτηση.

Στη Σοβιετική Ένωση η εργασία ήταν προνόμιο, δικαίωμα και υποχρέωση. Οπότε κανείς δεν μπορούσε να ευχηθεί κάτι που πήγαινε ενάντια στη γραμμή του Κόμματος.

Έτσι, απλά και παράξενα, οι Ρώσοι δεν έχουν έκφραση που να δείχνει ότι η δουλειά είναι κάτι που κάνεις εξαναγκαστικά, περιμένοντας το Σαββατοκύριακο, τις διακοπές, τη συνταξιοδότηση.

(Επί του πιεστηρίου, μια διαφορετική άποψη:
Τάνια Ρ: Υπαρχει η λεξη выходной= day off και выходные=weekend και η αντιστοιχη εκφραση για να ευχηθούμε καλο Σαββατοκυριακο σε καποιον хороших выходных) Από την άλλη η λέξη работа (δουλειά) έχει ιδια ρίζα με τη λέξη рабство/раб που σήμαίνει σκλαβιά/σκλάβος. )

~~

Η τρίτη γλωσσολογική περίπτωση που μου έκανε εντύπωση είναι η λέξη правда.

Όλοι γνωρίζουν ότι αυτό σημαίνει αλήθεια (αφού η κομματική εφημερίδα Πράβδα έγραφε μόνο την αλήθεια). Και το επίρρημα правильно σημαίνει σωστά, αληθινά.

Η ρωσικής καταγωγής καθηγήτρια, μας είπε ότι το правильно προέρχεται από το право που σημαίνει δεξιά. Ό,τι είναι καλό είναι δεξιό.

Εκεί λίγο μπερδεύτηκα. Σε μια χώρα όπου η αριστερά επικράτησε δεν έπρεπε να διορθωθεί η λέξη;

Όμως η δεξιοχειρία είναι προγενέστερη του κομμουνισμού. Το δεξί ως «καλό» προέρχεται απ’ την ανθρώπινη φυσιολογία, όπου οι αριστερόχειρες είναι λιγότεροι από το 10% του πληθυσμού. Κι ό,τι συμβαίνει πιο σπάνια (όπως και η ομοφυλοφιλία που είναι στο ίδιο περίπου ποσοστό) θεωρείται κακό, λάθος, και αποτυπώνεται στη γλωσσα.

Ψάχνοντας βρήκα στο wiki ότι η γλωσσολογική σύνδεση του «καλού» με το «δεξί» δεν είναι καθόλου σπάνια.

(Σε πολλές ευρωπαϊκές γλώσσες, η λέξη «δεξιά» είναι συνώνυμο για την ορθότητα, την αυθεντία και τη δικαιοσύνη: recht στη γερμανική, droit στη γαλλική, derecho στην ισπανική, direito στην πορτογαλική.

Στα ιρλανδικά, «deas» σημαίνει «δεξιά πλευρά» και «όμορφος». Στη γαλλική, «gauche» σημαίνει «αριστερά» και «αδέξια».

Η σύγχρονη ιταλική λέξη sinistra σημαίνει ταυτόχρονα δυσοίωνος/μοχθηρός και αριστερός.

Στα πορτογαλικά η συνηθέστερη λέξη για τον αριστερόχειρα, canhoto, παλαιότερα σήμαινε τον διάβολο.

Στην Ουαλλική γλώσσα η λέξη chwith σημαίνει αριστερός, αλλά και περίεργος ή λανθασμένος.

Στη φινλανδική γλώσσα η λέξη oikea σημαίνει «σωστά» (το «οκέϋ») και «δεξιά».

Στη σουηδική γλώσσα vänster σημαίνει αριστερά. Ο όρος vänsterprassel σημαίνει απιστία, μοιχεία, ζαβολιά, από όπου και το ρήμα vänstra (κατά λέξη «αριστερεύω»

Ακόμα και σ’ ένα τελείως ανεξάρτητο πολιτισμό, στην αρχαία Κίνα, η αριστερή πλευρά ήταν η «κακή» πλευρά. Το επίθετο «αριστερός» σημαίνει «ανάρμοστος» ή «ασύμφωνος».
Αριστεροχειρία wikipedia)

~~~

Στα αγγλικά το right (δεξιά) σημαίνει «εντάξει».

Και στα ελληνικά το δεξί είναι το καλό.

«Να σου πάνε όλα δεξιά», λέμε.
«Μπες με το δεξί», για να μη γρουσουζέψεις τον χώρο.

Και είμαι σίγουρος ότι εκείνοι που γνωρίζουν περισσότερα γλωσσολογικά-λεξικολογικά για την ελληνική γλώσσα θα μπορούν να θυμηθούν περισσότερα παραδείγματα.

Χωρίς να είμαι επιστήμονας, παρά μόνο ένας άνθρωπος που σκέφτεται, καταλαβαίνω ότι η βιολογία προηγείται της ψυχολογίας, της κοινωνιολογίας, της ιστοριολογίας και της γλωσσολογίας. Καθώς και όλων των τεχνών.

Αλλά αυτό είναι ένα θέμα που θα χρειαζόταν πολύ περισσότερες λέξεις, ελληνικές, ρώσικες και γερμανικές για να το αναπτύξω.

~~

ΥΓ: Ένας συμμαθητής στα ρώσικα (όλοι είναι από 20 έως 25 χρονών) με ρώτησε πόσο είμαι. Όταν άκουσε τα 42 φθινόπωρα (άλλη μια συνεκδοχή) που κουβαλάω γέλασε αμήχανα και είπε:
«Δια βίου μάθηση;»

Δεν του απάντησα. Γιατί έπρεπε να του πω ότι δεν υπάρχει τίποτα άλλο από εκείνο το «γηράσκω αεί διδασκόμενος», κι εκείνος ήταν πολύ νέος για να καταλάβει το γηράσκω.

Θυμήθηκα τη ρήση κάποιου σοφού: «Ζήσε κάθε μέρα σαν να είναι η τελευταία σου. Μάθαινε σαν να πρόκειται να ζήσεις αιώνια».

Έτσι, λοιπόν, ζω και μαθαίνω, μήπως κάποια μέρα διαβάσω τους υπέροχους Ρώσους λογοτέχνες στο πρωτότυπο, όπου κάθε λέξη έχει το δικό της νόημα.

Κι αν δεν προλάβω δεν πειράζει. Πάλι κάτι έμαθα.