Μην πυροβολείτε τον πιανίστα

0
648

Αυτό το κείμενο γράφτηκε συνεργατικά. Κάθε συνεργός έγραψε για τον θάνατο του Φίλιπ Κάουφμαν από διαφορετική οπτική γωνία αφηγητή.

Συγκεκριμένα -και με σειρά: Αφηγητής-θεατής, αναξιόπιστος αφηγητής, αφηγητής περιορισμένης παντογνωσίας, πρωτοπρόσωπος αφηγητής, αφηγητής παντογνώστης και δευτεροπρόσωπος αφηγητής.

Με σειρά «εμφάνισης» οι συνεργοί είναι: Ελπίδα, Γιώργος, Δημήτρης, Μαρίνα, Παύλος, Μαρία.

Η άσκηση έγινε στο πλαίσιο του Συνεργείου Δημιουργικής Γραφής.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Μην πυροβολείτε τον πιανίστα

Κωδικός Υπόθεσης: 08257311
Ημερομηνία: Πέμπτη 5 Απριλίου 2018
Υπεύθυνος Αναφοράς: Jason Peters
Τύπος Εγκλήματος: Πιθανή αυτοκτονία (αναμένεται ιατροδικαστική έρευνα)
Διεύθυνση: Paddington 11B, Westminster
Μάρτυρες: Ανώνυμος (τηλεφωνική καταγγελία)
Όπλο: Άγνωστο μέχρι την ώρα σύνταξης της αναφοράς

Σήμερα, στις 7:20 πμ, ημέρα Πέμπτη 5 Απριλίου 2018, βρεθήκαμε στην οδό Paddington του Westminster, στο γωνιακό νεοκλασικό κτίριο με αριθμό 11Β, μετά από τηλεφώνημα που δεχτήκαμε στην κεντρική Διεύθυνση Εγκληματολογικής Υπηρεσίας. Στην ιδιαίτερα σύντομη αυτή κατάθεση, ο μάρτυρας δήλωσε πως άκουσε περίεργους ήχους στην πολυκατοικία και απότομη διακοπή της έντασης αυτών. Ανέφερε επίσης πως χτυπούσε επίμονα την πόρτα, όμως δεν άνοιξε κανείς.

Φτάνοντας στο διαμέρισμα του δευτέρου ορόφου (επρόκειτο για πολυτελή χώρο), αντίκρυσα στο πάτωμα του σαλονιού ένα γυμνό άντρα, που πιθανότατα διένυε την πέμπτη δεκαετία της ζωής του, σε εμβρυακή στάση. Δεν είχε σφυγμό, αλλά δεν είχε ξεκινήσει η νεκρική ακαμψία.

Όπως με διαβεβαίωσε ο συνάδελφός μου, Marcus Williams, επρόκειτο για τον διάσημο σολίστα, Philip Kauffman. Δεν υπήρχαν εξωτερικά τραύματα ή ορατά ίχνη πάλης, διαπιστώσαμε όμως πως τα ακροδάχτυλα του χεριού του παρουσίαζαν πρήξιμο, ιδιαίτερα έντονο στο δείκτη του δεξιού χεριού.

Δίπλα του βρισκόταν ένα επιβλητικό πιάνο με μερικές πρόχειρες χειρόγραφες παρτιτούρες στο επάνω μέρος, ενώ στο αναλόγιο υπήρχε η “Appassionata” του Ludwig van Beethoven, τυπωμένη σε ανθεκτικό χαρτί πολύ καλής ποιότητας.

Αριστερά, σε απόσταση λίγων εκατοστών από το πεσμένο κάθισμα, ήταν τοποθετημένο ένα περίτεχνο μπρούτζινο κλουβί, ύψους ενός μέτρου και κυλινδρικού σχήματος, μέσα στο οποίο υπήρχε ένας παπαγάλος κόκκινος, πορτοκαλί και μωβ. Το πτηνό, όση ώρα βρισκόμασταν στο διαμέρισμα επαναλάμβανε τη λέξη «αγάπη».

Όπως πληροφορήθηκα από τη σύζυγό του, Sarah, το πτηνό συντρόφευε τον κύριο Kauffman τα τελευταία δύο περίπου χρόνια.

Στο κλουβί αλλά και στο πάτωμα δίπλα σε αυτό παρατηρήθηκαν διάσπαρτες κηλίδες αίματος. Ακόμη, ένας φάκελος με αποστολέα τον Roger Bautelli ήταν σφραγιστός και ακουμπισμένος στο ξύλινο γραφείο (βλ. στα επισυναπτόμενα στοιχεία)

Η σύζυγός του, η οποία τον συντρόφευε τα τελευταία 14 χρόνια, δήλωσε πως δεν είχε επικοινωνήσει μαζί του τις τελευταίες δύο εβδομάδες, μιας και ο ίδιος της γνωστοποίησε πως θέλει να απομονωθεί για να συνθέσει την “τέλεια μελωδία”, όπως την αποκαλούσε.

Σύμφωνα με την κατάθεση της, ο σύζυγος της συμπεριφερόταν διαφορετικά τον τελευταίο καιρό.

~~{}~~

Έξω απ’ τα δόντια
ΣΟΚ-ΕΚΤΑΚΤΗ ΕΙΔΗΣΗ

Σήμερα το πρωί βρέθηκε το πτώμα του διακεκριμένου και βραβευμένου μουσικού εβραϊκής καταγωγής, Φίλιπ Κάουφμαν, στο μουσικό ατελιέ που διατηρούσε στην οδό Πάτιγκτον.

Η αστυνομία τον βρήκε στο σαλόνι, δίπλα στο φημισμένο του πιάνο, (ένα Erard του 1831, που ίσως να κοστίζει και 100.000 λίρες!) έπειτα από μια ανώνυμη κλήση στα κεντρικά του τμήματος.

Το πτώμα του βρέθηκε γυμνό. Στο κλουβί του πουλιού και στο πάτωμα βρέθηκαν ίχνη αίματος. Στο αναλόγιο του πιάνου βρέθηκε η “Appassionata” του Μπετόβεν, σονάτα που τον έκανε διάσημο, το κάθισμα βρέθηκε άτακτα πεσμένο. Από τις πρώτες εκτιμήσεις του υπεύθυνου αστυνόμου δεν υπάρχουν ορατά ίχνη πάλης.

Το μοναδικό περίεργο στοιχείο που εντοπίστηκε είναι πως τα δάκτυλα του δεξιού χεριού, κι ειδικά ο δείκτης, ήταν πρησμένα. Αύριο αναμένεται και η έκθεση του ιατροδικαστή, οπότε και θα έχουμε και πιο αναλυτικά στοιχεία όσον αφορά την αιτία θανάτου του.

Ας τα πούμε έξω απ’ τα δόντια τώρα.

Φήμες θέλουν τον βιρτουόζο πιανίστα να έχει πέσει θύμα ζήλιας ή πάθους. Ήταν γνωστό άλλωστε στους καλλιτεχνικούς κύκλους πως το ατελιέ που διατηρούσε στην οδό Πάτιγκτον χρησίμευε και για άλλους σκοπούς. Ο από χρόνια μάνατζερ του, Ρότζερ Μπαουτέλι, είχε θεαθεί πολλές φορές να μπαινοβγαίνει στο ατελιέ του Κάουφμαν.

Ζουμερό φωτογραφικό υλικό είχε έρθει από εμάς στην δημοσιότητα με τους δύο να προχωράνε χέρι-χέρι στον πεζόδρομο της οδού Πάτιγκτον.

Από έγκυρες πηγές μάθαμε πως η γυναίκα του, Σάρα Κάουφμαν, γνώριζε εδώ και πολύ καιρό για την παράνομη σχέση του άντρα της. Φυσικά δεν ήταν και κάτι νέο, αφού εμείς πρώτα από την δική μας εφημερίδα σας είχαμε αποκαλύψει τις ερωτικές τάσεις του καλλιτέχνη.

Πάντως από τους κοντινούς κύκλους ξέρουμε πως ο ατζέντης του ήθελε να τον παρατήσει.

Από την άλλη η γυναίκα του γνώριζε χρόνια για αυτή την ερωτική σχέση του άντρα της, όμως δεν μίλαγε. Το ερώτημα είναι γιατί. Η απάντηση, αγαπητοί μου αναγνώστες, είναι απλή.

Φαίνεται πως όσο αυτός ήταν διάσημος και πλούσιος δεν είχε κανένα ιδιαίτερο λόγο να μιλήσει. Όταν όμως η καριέρα του έκανε κοιλιά είχε κάθε λόγο.

Τις απορίες μας θα τις λύσει η αστυνομία εν καιρώ.

Ως τότε σας ευχαριστώ που μας εμπιστευτήκατε για την πικάντικη και διακριτική ενημέρωση που σας προσφέρουμε.

Ειλικρινά και εμπιστευτικά δικός σας. Γ.Ν

~~{}~~

Έκλεισε τα μάτια της και πήρε μια βαθιά ανάσα. Λάτρευε την εξοχή. Τη μυρωδιά του γρασιδιού, το απαλό αεράκι που της χάιδευε τα μαλλιά, τον ήχο του νερού από το ρυάκι που διέσχιζε το πάρκο απ’ άκρη σ’ άκρη. Καθόταν με τα πόδια της σταυρωμένα, έχοντας γείρει πίσω στους ώμους της, με τα μαλλιά της να ακουμπάνε σχεδόν στο καρό τραπεζομάντηλο.

Άνοιξε τα μάτια της και κοίταξε τον ουρανό. Είχε εκείνο το υπέροχο γαλάζιο χρώμα, που τόνιζε ακόμη περισσότερο τα μικρά άσπρα σύννεφα που βρισκόταν διάσπαρτα εδώ κι εκεί. Οι ακτίνες του ήλιου διαγράφονταν αμυδρά, καθώς περνούσαν ανάμεσα από τις ανθισμένες αμυγδαλιές τριγύρω τους και κατέληγαν στο καταπράσινο χορτάρι.

Φορούσε το λευκό φλοράλ φόρεμα που της είχε κάνει δώρο ο Φίλιπ, και το αγαπημένο της ζευγάρι κόκκινα παππούτσια. Συχνά ο Φίλιπ αστειευόταν και της έλεγε ότι του θυμίζει την Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων.

Όλα ήταν όπως τότε, τον πρώτο καιρό που είχαν γνωριστεί. Το πάρκο, το κόκκινο καρό τραπεζομάντηλο, το κουτί με το φαγητό, εκείνη, ο Φίλιπ.

Κι εκείνος καθόταν δίπλα της. Της μιλούσε με το γνωστό, παθιασμένο τρόπο του για τη μουσική, και την επίμονη αναζήτηση της “τέλειας μελωδίας” του. Μια μελωδία τόσο όμορφη, που δεν θα την ξεχνούσε κανένας ποτέ.

Ήθελε να τον καταλάβει, όμως της ήταν δύσκολο να πιστέψει στην τέλεια μελωδία του. Εκείνη ρεαλίστρια, εκείνος ρομαντικός. Δυο χαρακτήρες με πολλά κοινά, και άλλες τόσες διαφορές. Πολλές φορές ήθελε να του πει ότι χάνει το χρόνο του, ότι αυτό που ψάχνει δεν υπάρχει, όμως της άρεσε το πάθος και ο ζήλος του και δεν ήθελε να του κόψει τα φτερά. Κατά βάθος της άρεσε να τον ακούει.

“Τα κατάφερα”, της είπε. “Την βρήκα. Βρήκα την τέλεια μελωδία μου.”

Άφησε ένα μικρό αναστεναγμό.

“Αχ, Φίλιπ” του απάντησε. “Κάθε φορά το ίδιο. Κάθε φορά ισχυρίζεσαι ότι έχεις βρει την τέλεια μελωδία και κάθε φορά μετά από λίγο καιρό αλλάζεις γνώμη και ξανά από την αρχή… Πώς είσαι σίγουρος ότι αυτή τη φορά την έχεις όντως βρει;” είπε κι έσκυψε να μυρίσει μια ανεμώνη.

“Το νιώθω, Σάρα. Κάτι μέσα μου, μου λέει πως την έχω βρει. Πως αυτή είναι η σωστή. Δεν μπορώ να σου το εξηγήσω διαφορετικά”, της απάντησε και την κοίταξε με εκείνο το έντονο, διαπεραστικό του βλέμμα. Της άρεσε όταν την κοίταζε έτσι. Σαν να υπάρχει μόνο εκείνη εκεί και κανείς και τίποτα άλλο.

“Τότε… θα ήθελα να την ακούσω.”
“Πολύ φοβάμαι ότι αυτό δεν είναι δυνατό. Όχι τώρα. Όχι εδώ.”

Η Σάρα ξύπνησε απότομα. Πήρε τηλέφωνο σπίτι, όμως κανείς δεν απαντούσε. Έτσι τηλεφώνησε στον Ρότζερ.

~~{}~~

Αγαπημένε Φίλιπ,
έχεις εξαφανιστεί από όλους και τίποτα δεν σε ικανοποιεί. Δεν απαντάς στο τηλέφωνο, δεν πας στις συνεντεύξεις, δεν έρχεσαι στις προγραμματισμένες μας συναντήσεις. Μίλησα με τη Σάρα. Ανησυχεί κι αυτή για σένα.

Μην τους δίνεις σημασία και μην ανησυχείς για όλα αυτά που κατά καιρούς γράφονται. Το κίτρινο τέρας είναι πλέον αναμενόμενα γελοίο και διψά πάντα για νέο αίμα. Σαν σαρκοφάγο ασανσέρ με κενό μαύρο περιεχόμενο που αρχικά μπορεί να σε δελεάσει με ορόφους ψηλούς και προορισμούς με θέα, αλλά απότομα μπορεί να σταματήσει στο υπόγειο τρεμάμενο μην προδώσει το σιδερένιο Θεό του.

Φίλιπ, μην τους αφήνεις άλλο να σε πυροβολούν μέχρι να βρεις το αλεξίσφαιρο που θέλεις. Γιατί τίποτα δεν μπορεί να αγγίξει την ηρεμία της ψυχής σου χωρίς τη συγκατάθεση του μυαλού σου.

Δεν ξέρω αν ήταν σωστό που ήμουν πάντα τόσο αυστηρός στα επαγγελματικά σου αλλά καμιά ιατρική διάγνωση δε θα με εμποδίσει από το να είμαι ειλικρινής μαζί σου.

Η τέλεια μουσική που ψάχνεις για να μάθει την ανθρωπότητα να αγαπά μάλλον δεν υπάρχει, κύριε Κάουφμαν. Σε διαβεβαιώ όμως, πως αν »εκμεταλλευτείς» την καλοσυνάτη μανία σου μπορείς να κάνεις πολλούς ανθρώπους εκεί έξω να συλλάβουν την αγάπη.

Φόρα τα καλά σου, παίξε την απασιονάτα, άσε τον παπαγάλο να λέει και κάνε το μαύρο της ψυχής σου να φωτιστεί.

Θα περάσω πάλι αύριο αλλά αυτή τη φορά δεν μπορείς να μην ανοίξεις, Φίλιπ, γιατί μαζί μου θα ‘ρθει κι η Δρ. Χόρνευ με εισαγγελική διάταξη.

Ανάπνευσε μόνος σου, Φίλιπ μου, γιατί αυτός ο κόσμος πνίγει όλα τα αδύναμα παιδιά του.

Ρότζερ, ο αγαπημένος σου που δεν έχει δικαίωμα να σ’ αγαπάει.

Υ.Γ: Έλα εντάξει. Χαμογέλα! Εγώ γελώ μόνος μου.

~~{}~~

Κανείς δεν μπορούσε να τον καταλάβει. Τον αγαπούσαν, αλλά δεν μπορούσαν να τον καταλάβουν. Η Σάρα τον αγαπούσε, ο Ρότζερ τον αγαπούσε, το κοινό τον αγαπούσε. Αλλά τον έπνιγαν με την αγάπη τους. Όπως ακριβώς η μητέρα του.

Ο Φίλιπ ήταν πέντε χρονών όταν έδειξε το ταλέντο του για τη μουσική. Ο δάσκαλος του σχολείου είχε ενθουσιαστεί με το απόλυτο αυτί του -το είχε αγαπήσει κι εκείνος. Η Ρεββέκα Κάουφμαν, η μητέρα του, πούλησε ό,τι χρυσό της είχε απομείνει για να μπορέσει να του πάρει ένα πιάνο και ν’ αρχίσει μαθήματα ο χαρισματικός γιος της. Ακόμα κι εκείνο το δαχτυλίδι της δικής της μητέρας, που είχε γλιτώσει απ’ το Ολοκαύτωμα. Με το ρουμπίνι που είχε τις αποχρώσεις του ηλιοβασιλέματος, κόκκινο, πορτοκαλί και μωβ.

«Το έκανα επειδή σ’ αγαπώ όσο τίποτα άλλο στον κόσμο», του έλεγε συχνά.

Κι όποτε ο μικρός Φίλιπ τεμπέλιαζε ή έπαιζε ό,τι ήθελε, η Ρεββέκα του θύμιζε πόσο τον αγαπάει και πόσα είχε θυσιάσει για να γίνει εκείνος σπουδαίος πιανίστας.

Απ’ τα δώδεκα είχε γίνει γνωστός ως το Παιδί-Θαύμα. Όταν ήταν δεκαεννιά έπαιξε στο Άλμπερτ Χολ την Απασιονάτα. Το κοινό τον χειροκροτούσε για μία ώρα. Οι μουσικοκριτικοί τον αποθέωσαν. Είπαν ότι το παίξιμο του είχε περισσότερο όγκο απ’ του Αράου, ήταν πιο ευφάνταστο απ’ του Γκουλντ και πιο παθιασμένο απ’ του Χόροβιτς. Έτσι ξεκίνησε η μεγάλη του καριέρα.

Όμως ο Μπετόβεν δεν άρεσε στον Φίλιπ. Του φαινόταν τόσο… υπερβολικός. Τίποτα απ’ όσα έπαιζε δεν του άρεσε. Αλλά τον αγαπούσαν γι’ αυτά, κι η μητέρα του είχε κάνει τόσες θυσίες για να γίνει σπουδαίος. Έτσι συνέχιζε.

Ο ίδιος ο Φίλιπ προτιμούσε την απλότητα του Σατί. Τις άδειες παρτιτούρες του Σατί. Πίστευε ότι η τέλεια μουσική θα είχε όσο λιγότερες νότες γίνεται. Ότι θα έπρεπε να αντικατοπτρίζει τον Κόσμο πριν τη δημιουργία του: Σιωπή.

Όταν πέθανε η μητέρα του σταμάτησε να παίζει τις συνθέσεις άλλων. Όμως οι συναυλίες του και οι ηχογραφήσεις του είχαν παταγώδη αποτυχία. Τα περιοδικά ξεκίνησαν να γράφουν για τον «θάνατο ενός πιανίστα». Το κοινό του γύρισε την πλάτη.

Τότε ήταν που διαγνώστηκε και ως διπολικός. Αλλά δεν τον ένοιαζε. Ήθελε μόνο να γράψει τη μελωδία που έβλεπε ο Θεός στον ύπνο του, πριν φτιάξει την πλάση. Κλείστηκε στο στούνιο, απαγόρευσε στη Σάρα να τον ενοχλήσει και ξεκίνησε να γράφει.

Και να προετοιμάζεται για το τέλος.

Στις 5 Απριλίου ο Ρότζερ πήγε να τον δει, μετά από τηλεφώνημα της Σάρας, που ανησυχούσε για τον σύζυγο της. Ήταν η πρώτη φορά που η Σάρα έπαιρνε τηλέφωνο τον Ρότζερ.

«Πρέπει να τον βοηθήσουμε», του είπε στο τηλέφωνο. «Αισθάνομαι ότι…» Για λίγο δεν μίλησε. «Πρέπει να πας, Ρότζερ, πήγαινε, πρέπει να…»

Χτυπούσε το κουδούνι για πολλή ώρα. Του άνοιξε ο Φίλιπ γυμνός και μανιακός. Για λίγο ο Ρότζερ σάστισε.

«Συγνώμη…» του είπε. «Δεν ήξερα ότι έχεις… παρέα.»

Ο Φίλιπ γέλασε με τέτοια ένταση που έκανε τον Ρότζερ να φοβηθεί.

«Σχεδόν τέλειωσε», του είπε και πήγε στο δωμάτιο με το πιάνο αφήνοντας την πόρτα ανοιχτή. Ο Ρότζερ τον ακολούθησε.

Ο Φίλιπ, γυμνός όπως τον γέννησε η Ρεββέκα, έκατσε στο πιάνο και κοίταξε τις παρτιτούρες του. Στράφηκε απότομα. «Πώς το είχε πει ο Ναζωραίος σου; Τετέλεσθαι; Ε, σχεδόν. Άκου!»

Γύρισε στο πιάνο. Ακούμπησε το δεξί χέρι στα πλήκτρα. Αλλά δεν έπαιξε. Πέρασαν μερικά λεπτά έτσι, όπου ακουγόταν μόνο ο παπαγάλος να μασουλάει σπόρους. Λίγο πριν ο Ρότζερ μιλήσει ξεκίνησε η μουσική. Ήταν μόνο τρεις νότες. Οι τρεις βασικές της φα μινόρε. Έπειτα άλλη μια τεράστια παύση, που στον Ρότζερ φάνηκε σαν αιώνας. Μετά ο Φίλιπ πήρε το χέρι απ’ το πιάνο και κοίταξε τον φίλο και εραστή του.

«Λοιπόν;» τον ρώτησε.
«Τι άλλα όργανα θα έχει;» είπε ο Ρότζερ.
«Τι άλλα; Μόνο πιάνο. Ήδη είναι υπερβολικό. Πρέπει κάτι να κόψω.»
«Μα είναι… Γαμώτο, Φίλιπ, είναι μόνο τρεις γαμημένες νότες.»
«Είναι πολλές.»

Ο Ρότζερ τον κοίταξε σταθερά στα μάτια.
«Τα φάρμακα σου τα παίρνεις;» του είπε.
Ο Φίλιπ γέλασε και σηκώθηκε απ’ το πιάνο.
«Τα φάρμακα σου, τα λεφτά σου, το κοινό σου, η μουσική που… Κακόμοιρε Ρότζερ, γιατί είσαι τόσο μικρός;»
«Μικρός; Εγώ είμαι…»

Ο Ρότζερ πήγε κι έψαξε μέχρι που βρήκε την Απασιονάτα. Την έβαλε στο αναλόγιο.
«Το θυμάσαι αυτό;» φώναξε. «Νομίζεις ότι είσαι καλύτερος απ’ τον Μπετόβεν; Απ’ τον Αράου; Παίξε αν μπορείς. Παίξ’ το αν μπορείς… Δεν μπορείς. Και δεν νοιάζεσαι για κανέναν. Ούτε για μένα, ούτε για τη Σάρα, ούτε για τον εαυτό σου… Ούτε για τη μάνα σου.»

Ο Φίλιπ στράφηκε απότομα και του έριξε μια γροθιά στη μύτη. Αίμα πετάχτηκε στο κλουβί του παπαγάλου, αίμα έτρεξε στο χαλί. Ο Ρότζερ έμεινε για λίγο να προσπαθεί να σταματήσει την αιμορραγία, μετά πήγε στην πόρτα.

«Δεν σε γνωρίζω πια», είπε στον Φίλιπ. Άνοιξε την πόρτα, αλλά πριν φύγει κοντοστάθηκε. «Διώχνεις κι εκείνους που σε αγαπάνε», του είπε.
«Δεν αγαπάτε εμένα», έκανε ο Φίλιπ. «Αγαπάτε εκείνον που θα θέλατε να είμαι. Αλλά εγώ δεν μπορώ να είμαι ό,τι…»

Ο Ρότζερ δεν περίμενε το τέλος της πρότασης. Του έδωσε ένα γράμμα.
«Το έγραψα γιατί νόμισα ότι δεν θα σε βρω εδώ. Πράγματι, δεν σε βρήκα.»
Κι έφυγε.

Ο Φίλιπ πέταξε το γράμμα στο γραφείο και πήγε στο κλουβί του παπαγάλου. Του είπε μια λέξη: «Αγάπη». Ο παπαγάλος μιμήθηκε τη φωνή που άκουσε.

Έπειτα πήγε κι έφερε το υδροκυάνιο. Το άδειασε στα πλήκτρα του πιάνου: Στο φα, στο σι και στο ρε. Μύριζε σαν πικραμύγδαλο. Έκατσε και ξεκίνησε να παίζει την τέλεια μελωδία, ακουμπώντας τα δάκτυλα του στο δηλητήριο. Κάτι παρόμοιο είχε κάνει κι ο Τιούρινγκ.

Μετά από λίγο έπεσε κάτω και τυλίχτηκε σαν βρέφος. Καθώς τον τύλιγε το σκοτάδι άκουσε τη μελωδία που τόσο καιρό έψαχνε. Πέθανε, αλλά ήταν σαν μόλις τότε να ξυπνούσε.

~~{}~~

Έφυγες. Κι όμως ακόμη βλέπεις, ακούς, μυρίζεις, αισθάνεσαι. Βλέπεις το σώμα σου γυμνό, όπως ακριβώς είναι. Κουλουριασμένος όπως ακριβώς ήρθες, έτσι και φεύγεις. Μύρισε κιόλας ο θάνατος ντύνοντας την ατμόσφαιρα με άρωμα που όμοιό του τα ρουθούνια σου ως τώρα δεν είχαν ξαναρουφήξει. Αισθάνεσαι ελαφρύς, απαλλαγμένος από το νήμα της ζωής. Ακούς….κάπου εκεί στο βάθος….Ω ναι. Ναι. Υπάρχει. Εκείνη η τέλεια μελωδία τελικά υπάρχει και μόνο τώρα μπορείς και την ακούς. Το γνώριζες βαθιά μέσα σου πως κάπου θα υπάρχει, εκεί έτοιμη να την ακούσεις. Ρίγος κι ευδαιμονία σε πιάνουν και μόνο ένας αντάξιος δημιουργός θα μπορούσε να σε καταλάβει. Πόσο λυπάσαι για τη Σάρα που δεν την ακούει μαζί σου. Μόνο έτσι θα πίστευε στην ύπαρξή της. Μόνο έτσι θα πίστευε σε σένα. Ίσως τότε σου έδινε το χέρι της με περίσσια σιγουριά για να την οδηγήσεις σ’ έναν χορό αέναο δικό σας. Καταδικό σας. Μα και πάλι, το άκουσμά της δεν ξέρω αν θα ήταν ικανό για να την πείσει.

Ο Ρότζερ, άραγε θα πίστευε; Ή θα κατηγορούσε για ακόμη μια φορά τη φαντασία σου; Μα τώρα δε φαντάζεσαι. Ακούς. Ακούς με τα δύο αυτιά των κόσμων που περιπλανιέσαι. Στη ρωγμή τους αναβλύζει η μελωδία σου. Μια μελωδία που δεν ανήκει μήτε στη ζωή, μήτε στο θάνατο, αλλά μόνο σε σένα. Τα κατάφερες. Ίσως ν’ ακούγεται ψιθυριστά γύρω απ’ το σώμα σου, γύρω απ’ τα δάχτυλά σου που ακόμα πονούν από την ύστατη προσπάθεια να την φέρεις στο φως. Σ’ αυτό το φως που τώρα βλέπεις γύρω σου, τόσο έντονο που σχεδόν σε τυφλώνει και σε παρασύρει σ’ ένα σκοτάδι αλλιώτικο. Μα δεν φοβάσαι γιατί και μέσα στο σκοτάδι ακούς. Σειρά σου ν’ ακούσεις…παίξε για να ακούσεις.