Καλύτερα να μην παίζεις με τους δαίμονες σου

0
1232

Έμεινα τρεις χειμώνες στην Νάξο. Ο τρίτος κόντεψε να γίνει ο τελευταίος της ζωής μου. Αλλά, ευτυχώς, είμαι αδύναμος χαρακτήρας, δειλός και υπέρ του δέοντος αναβλητικός.

Γράφω «ευτυχώς», γιατί ίσως να το ξέρετε ότι οι δαίμονες παίρνουν πάντα τους πιο δυνατούς.

~~

Οι χειμώνες στο νησί ήταν εντελώς διαφορετικοί απ’ τα καλοκαίρια. Ειδικά για τους ξενόφερτους. Οι αυτόχθονες είχαν τα ωραία τους σπίτια και τους συγγενείς τους, είχαν τηλεόραση και χωράφια. Εμείς, οι ξένοι, μέναμε σε δωμάτια άδεια.

Το καλοκαίρι δεν μας ένοιαζε. Πολλή δουλειά, πολλή διασκέδαση, θάλασσα, τουρίστες απ’ όλο τον κόσμο. Συνήθως δεν τα προλαβαίναμε όλα. Να δουλέψουμε, να κάνουμε μπάνια, να βγούμε το βράδυ και να ανταλλάξουμε υγρά με γυναίκες -ή άντρες- απ’ την υφήλιο.

Αλλά τον χειμώνα το νησί άδειαζε, όπως και τα δωμάτια μας. Οι ντόπιοι έκαναν παρέα με τους ντόπιους, οι διορισμένοι καθηγητές μόνο με το σινάφι τους.

Οι «εμιγκρέδες», εργαζόμενοι του καλοκαιριού απ’ όλον τον κόσμο που δεν φεύγαμε, Έλληνες, Αλβανοί, Γάλλοι, Γερμανοί και Πολωνοί, ήμασταν αναγκασμένοι να περνάμε τις νύχτες μας σ’ ένα μπαρ που το είχε η Βι (V for Victoria), απ’ το Βέλγιο.

~~

Τον πρώτο χειμώνα υπήρχε κάποια γοητεία στην όλη κατάσταση. Παίζαμε κιθάρα (εκεί άκουσα για πρώτη φορά το Ne me quitte pas, να το τραγουδά ένας Γάλλος απ’ την Τουλούζη), ανταλλάσσαμε πίκρα για τις χώρες μας, πίναμε μέχρι λιποθυμίας και κάποιες φορές πηγαίναμε στο δωμάτιο για να πηδηχτούμε -ελευθεριακά και κάπως ψυχρά.

Τον δεύτερο χειμώνα ήμασταν πάλι τα ίδια άτομα, είκοσι σε απαρτία, και κάναμε ακριβώς τα ίδια (άκουσα το ne me quitte pas άλλες σαράντα φορές απ’ τον Ξαβιέ). Έγινε το απαραίτητο swinging για να διευρύνουμε τους σεξουαλικούς ορίζοντες μας, αλλά και πάλι δεν ήμασταν πολλοί. Μέχρι τον Απρίλη όλοι το είχαμε κάνει με όλους, σαν να ήμασταν μια διεστραμμένη οικογένεια.

Ο τρίτος μου χειμώνας στο νησί, και στο μπαρ της Βι, με βρήκε βαριεστημένο. Δεν ήθελα πάλι ν’ ακούσω το ne me quitte pas, ούτε να ξανακάνω σεξ με τη γυναίκα του Ξαβιέ (που ήταν και είκοσι χρόνια μεγαλύτερη μου, στα σαράντα εφτά). Έπρεπε να βρούμε κάτι καινούριο, για να ροκανίσουμε τους μήνες μέχρι την εαρινή ισημερία.

~~

Τη λύση τη βρήκε ο Ντίτερ, ένας σαραντάχρονος Γερμανός που δούλευε ως επιστάτης σε κάποιο ξενοδοχείο, κι ήταν περισσότερα χρόνια από μένα στο νησί.

Ένα βράδυ που βαριόμασταν ακατάσχετα ο Ντίτερ μας ρώτησε αν θέλαμε να κάνουμε κάτι «διαφορετικό» εκείνο το βράδυ. Στην μπάρα καθόμασταν τέσσερις άντρες και τρεις γυναίκες. Εγώ, ο Ντίτερ, ο Ξαβιέ (ο Γάλλος με το μουστάκι που θύμιζε Νταλί), κι ο Χαΐμ που ήταν Ισραηλινός και τα καλοκαίρια έκανε το άγαλμα στην παραλία.

Από γυναίκες είχαμε τη γυναίκα του Ξαβιέ, την Πατρίσια με το υπέροχο στήθος, τόσο στητό που θα το ζήλευαν πολλές εικοσάχρονες. Την Τίνα απ’ τη Σερβία -που έκανε πορτραίτα το καλοκαίρι, και τη Ντεζιρέ, μια λευκή νοτιοαφρικάνα, πρώην δασκάλα αγγλικών στη χώρα της -στο νησί έφτιαχνε κεραμικά.

Το «κάτι διαφορετικό» του Ντίτερ όλοι το ερμηνεύσαμε ως ένα ακόμα όργιο. Πάνω κάτω, με διάφορους συνδυασμούς, όλοι είχαμε πηδηχτεί με όλους. Έτσι δεν μας φάνηκε ως ενδιαφέρουσα πρόταση. Αυτές οι υπερβολές μόνο κούραση φέρνουν στο τέλος.

Όμως εκείνος άνοιξε το σακίδιο του κι άφησε πάνω στην μπάρα το Νεκρονομικόν.

«Πώς θα σας φαινόταν να καλέσουμε δαίμονες;» είπε σιγανά, σαν να φοβόταν μην τον ακούσουν απέξω.

Ξεκινήσαμε να γελάμε και να λέμε σεξουαλικά αστεία για τους «δαίμονες» που κρύβουμε στο βρακί μας. Σίγουρα είχε ξυπνήσει την παρέα, αλλά όλοι νομίσαμε ότι ήταν παιχνίδι.

«Έκανα ήδη μια επίκληση», είπε ο Ντίτερ.
Τον κοιτάξαμε έτοιμοι να γελάσουμε.
«Και ήρθε.»

Κάτι στο πρόσωπο του, κάτι στον τρόπο που μίλησε, με έκανε να τρομάξω. Όχι μόνο εμένα. Κανείς απ’ την παρέα των εμιγκρέδων δεν είπε κάτι αστείο.

«Η γιαγιά μου», είπε η Τίνα, «μου έλεγε πως μπορείς να καλέσεις δαίμονες. Την είχαν σαν μάγισσα στο χωριό.»

«Εγώ έκανα αυτό με τα τρία κεριά στον καθρέφτη», είπε ο Ντίτερ. «Ανάβεις τρία κεριά μπροστά σ’ έναν καθρέφτη, κοιτάζεσαι μέσα και λες τις φράσεις του βιβλίου.» Κατέβασε μονορούφι την μπύρα του. «Ο δαίμονας εμφανίστηκε πίσω μου, μέσα στον καθρέφτη. Αν γυρνούσα να τον κοιτάξω θα τον έφερνα εδώ. Αλλά τρόμαξα. Κι έσβησα τα κεριά.»

Για μια στιγμή κανείς δεν μίλησε. Η Βι, πίσω απ’ το μπαρ, ξερόβηξε.
«Μάλλον αρκεί για σήμερα το ποτό», είπε. «Ξεφύγατε πάλι.»

Γελάσαμε, ξεχαστήκαμε για λίγο, τραγουδήσαμε ξανά το ne me quitte pas, κάποιοι χαμουρευτήκαν, αλλά δεν μπορούσαμε να ξεχάσουμε αυτά που είχε πει ο Ντίτερ.

Κάποια στιγμή αργότερα, έπαιζε εκείνη την ώρα το Break on through, κι ο Μόρισον τραγουδούσε κατά τον δαίμονα εαυτού, ο Ξαβιέ χτύπησε το χέρι στην μπάρα και είπε σε μεθυσμένα αγγλικογαλλικά:
«Εγώ λέω να το κάνουμε.»

Όλοι καταλάβαμε τι εννοούσε. Αυτό σκεφτόμασταν τόση ώρα.

~~

Αφού το συζητήσαμε λιγάκι με τον Ντίτερ, τον «κλειδοκράτορα», μάθαμε ότι το καλύτερο μέρος επίκλησης δαιμόνων είναι τα νεκροταφεία.

Στην Νάξο το νεκροταφείο είναι μέσα στη Χώρα. Δεν νομίζω να υπάρχει άλλο μέρος στον κόσμο, όπου οι νεκροί θάβονται τόσο κοντά στους ζωντανούς.

Το νεκροταφείο είναι ανάμεσα σε ξενοδοχεία και ταβέρνες. Ακριβώς δίπλα, τοίχο με τοίχο, είναι ένα μεξικάνικο εστιατόριο. Έξω απ’ την πόρτα του νεκροταφείου υπάρχει ένα περίπτερο. Απέναντι ένα γραφείο ενοικίασης αυτοκινούμενων και λίγο, δέκα μέτρα, παρακάτω, ένα ίντερνετ καφέ.

Μοιάζει λες κι οι νεκροί συνεχίζουν να είναι μέρος της ζωής των ζωντανών. Ίσως και να είναι. Ειδικά μετα απ’ αυτά που είδα εκείνο τον χειμώνα, το πιστεύω.

~~

Εκείνη την νύχτα του Μάρτη, δυο ώρες μετά τα μεσάνυχτα, εφτά άνθρωποι μπήκαμε στο νεκροταφείο κουβαλώντας καθρέφτη και τρία κεριά.

Ο καθρέφτης ήταν δυο μέτρα μακρύς κι άλλο ένα στο ύψος, με καπνιστό γυαλί. Το είχε η Βι πίσω απ’ τα ποτά και δυσκολευτήκαμε να τη πείσουμε να μας τον δώσει. Όμως ήμασταν οι μόνοι της πελάτες, δεν μπορούσε να μας αρνηθεί. Μακάρι να το είχε κάνει.

Στήσαμε τον καθρέφτη πάνω σε δυο μνήματα. Το ένα ήταν ενός δικηγόρου που είχε αυτοκτονήσει πέφτοντας απ’ την Πορτάρα. Το άλλο κάποιας γριάς που απλώς έπεσε. Κι ως γνωστόν οι γριές…

Σταθήκαμε όλοι μπροστά του στη σειρά, ώμο με ώμο. Εγώ κι ο Ξαβιέ που ήμασταν πιο ψηλοί κάτσαμε μια θέση πίσω.

Ο Ντίτερ άναψε τα κεριά κι άνοιξε το βιβλίο.

«Θυμηθείτε», μας είπε. «Όσον τον βλέπουμε μέσα στον καθρέφτη δεν μπορεί να μας πειράξει. Αν κάποιος γυρίσει και τον δει κανονικά τότε…»
«Τότε τι;» τον ρώτησα.
«Ας πούμε μόνο ότι είναι καλύτερο να μη συμβεί», απάντησε ο Ντίτερ.

Η απάντηση του δεν μου άρεσε καθόλου, αλλά ήθελα να συνεχίσω, γιατί μου φαινόταν κάπως αστείο -και τρομαχτικό μαζί, σαν να βρισκόμουν στο τρενάκι του λούνα παρκ.

Ήταν μια πολύ ήσυχη νύχτα του Μάρτη. Δεν φυσούσε καθόλου και το μόνο που ακουγόταν μέσα στο νεκροταφείο ήταν η φωνή του Ντίτερ, καθώς διάβαζε εκείνες τις παράξενες λέξεις.

Στην αρχή χασκογελούσαμε. Ο Ξαβιέ με σκουντούσε στα πλευρά και τσιμπούσε τον κώλο της Ντεζιρέ. Θα μπορούσε να έχει τελειώσει έτσι, αλλά τότε έγινε απόλυτη ησυχία, η πιο ολοκληρωτική και φρικιαστική ησυχία που έχω ακούσει. Γιατί όλοι τον είδαμε να εμφανίζεται πίσω μας, στον καθρέφτη.

~~

Οι δαίμονες. Η επίκληση των δαιμόνων. Ακούγεται τόσο ψεύτικο, τόσο ξένο, μέχρι που να σου συμβεί.

Είναι σαν το αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Οδηγείς τριάντα χρόνια, είσαι προσεκτικός οδηγός, ποτέ δεν έχεις τρακάρει κι όλα καλά.

Αλλά όταν η νταλίκα απ’ το απέναντι ρεύμα έρχεται κατά πάνω σου δεν προλαβαίνεις να σκεφτείς τίποτα, γιατί είναι νταλίκα, και πέφτει πάνω στο σέατ σου με 120+120 χιλιόμετρα.

Μετωπική σύγκρουση κι εσύ μόλις που προλαβαίνεις να πεις «πού πάει αυτός ο…», πριν γίνεις ένα με τις λαμαρίνες.

Κι αν η μετωπική με νταλίκα σας φαίνεται βάναυση κατάσταση, με πολύ αίμα, τότε πρέπει να βρεθείς σε επίκληση δαίμονα.

~~

Η μορφή που ξεκίνησε να υλοποιείται πίσω μας έμοιαζε να είναι πιο μαύρη απ’ το σκοτάδι. Αρχικά ήταν σαν ένα σύννεφο, σαν ένα σύννεφο με νοημοσύνη, ακαθόριστο. Όμως μετά ξεκίνησε ν’ αποκτά μορφή, ανθρώπινη και τερατώδικη ταυτόχρονα.

Φαινόταν να βρίσκεται δύο ή τρία μέτρα πίσω μας και στο ύψος ήταν διπλάσιο από κάθε άνθρωπο. Καθώς σχηματιζόταν γέμισε τον χώρο μια απεχθής μυρωδιά, σαν κάτι που έχει πεθάνει από καιρό κάτω απ’ το ψυγείο σου.

Είχε χέρια με πολλά δάκτυλα, περισσότερα από πέντε σίγουρα, και πολύ μακριά -ίσως να ήταν και νύχια. Τα κουνούσε σαν ένα μωρό που ονειρεύεται -σπασμωδικά.

Το κεφάλι, το σχήμα του, δεν θύμιζε άνθρωπο. Ίσως πιο πολύ να έμοιαζε με κεφάλι γαϊδάρου, αν μπορεί ένας γάιδαρος να μοιάζει και με ύαινα.

Αλλά δεν ήταν ολοκληρωμένο. Φαινόταν ότι σχηματιζόταν εκείνη τη στιγμή κι έμοιαζε να πονάει, σαν να γεννιόταν. Αλλά είχε κλειστά τα μάτια.

Μέχρι εκείνη τη στιγμή το κοιτούσαμε στον καθρέφτη χωρίς να αναπνέουμε. Δεν ξέρω πόση ώρα κράτησε αυτό το πρώτο στάδιο, αλλά σίγουρα εγώ δεν πήρα ανάσα. Και μετά άνοιξε τα μάτια του.

Ήταν τόσο όμορφα! Έχετε ποτέ δει κόμπρα να σας κοιτάζει κατάματα; Ούτε κι εγώ, όμως σαν άνοιξε τα μάτια του σκέφτηκα ακριβώς αυτό, μια κόμπρα. Μια κόμπρα που μας υπνώτιζε μέσα απ’ τον καθρέφτη.

Θα μπορούσα να έχω μείνει εκεί για πάντα, να το κοιτάω, ό,τι κι αν ήταν, απ’ όποια κόλαση και να βγήκε. Αλλά τότε αντιλήφθηκα ότι η Πατρίσια είχε ξεκινήσει να στρέφει το κεφάλι της για να κοιτάξει πίσω.

Το βλέμμα της ήταν σαν μια γραμμή που στρεφόταν προς τον δαίμονα. Μάλλον σαν ένα νήμα, που μόλις θα τον άγγιζε θα μπορούσε να έρθει σε μας.

Πέρασε πάνω απ’ τον ώμο της, έφτασε στο Ξαβιέ που καθόταν στα δεξιά μου, και συνέχισε προς τον δαίμονα.

Τότε, παρά τον τρόμο και την παγωμάρα, έκανα κάτι που σίγουρα δεν το σκέφτηκα πριν. Πετάχτηκα μπροστά, έκανα στην άκρη τη Ντεζιρέ και τη Τίνα, και χτύπησα με τα δύο χέρια τα κεριά.

Ίσως να ήταν ένα κλάσμα του δευτερολέπτου πριν το νήμα της Πατρίσια ν’ αγγίξει τον δαίμονα. Αλλά μόλις το φως έσβησε ο δαίμονας χάθηκε. Η Πατρίσια δεν είδε τίποτα πίσω μας.

~~

Μας είχα σώσει, αλλά εκείνη τη στιγμή ήμασταν πολύ τρομαγμένοι για να το καταλάβουμε.

«Τι κάνεις;» μου φώναξε ο Ντίτερ. «Παραλίγο…»
«Παραλίγο τι; Παραλίγο τι, Ντίτερ; Τι σκατά ήταν αυτό; Τι σκατά…»

Πήρα μερικές βαθιές ανάσες, αλλά ήταν σαν να ‘χε αδειάσει από αέρα ο κόσμος.

«Merde!» έκανε ο Ξαβιέ.

Η Ντεζιρέ είπε μια άλλη λέξη, όχι αγγλική, αλλά από τη μητρική της, τα αφρικάανς. Θα μας εξηγούσε τι σημαίνει την επόμενη νύχτα.

«Είμαι λίγο τρελός», είπα στον Ντίτερ, «αλλά αυτό ξεπερνάει τα επίπεδα τρέλας που αντέχω. Κάντε ό,τι θέλετε να κάνετε, αλλά», γέλασα για να μην κλάψω, «μη με φωνάξετε την επόμενη φορά.»

Έφυγα απ’ το νεκροταφείο χωρίς να πω τίποτα άλλο. Το δωμάτιο μου ήταν τριάντα μέτρα παρακάτω. Έμεινα όλη την νύχτα ξύπνιος, με τα φώτα ανοιχτά. Μόλις ξημέρωσε έκανα ένα παγωμένο ντους και βγήκα έξω, να δω ανθρώπους.

Ήπια έναν καφέ, μίλησα με τον καπετάν-Γιώργη, που είχε φέρει τα πρωινά ψάρια στο λιμάνι και πήγα στο Ραντεβού, την καφετέρια όπου δούλευα απ’ τις εφτά. Ήθελα να νιώσω ότι ο κόσμος συνεχίζει να είναι κανονικός.

Όμως εμείς επιλέγουμε ποιες πλευρές του κόσμου θέλουμε να δούμε.

~~

Το βράδυ ξαναπήγα στο μπαρ της Βι, για τελευταία φορά στη ζωή μου. Ήταν όλοι εκεί και συζητούσαν γι’ αυτό που είχαμε δει.

«Να πω κι εγώ κάτι;» είπε η Βι κάποια στιγμή. «Να ξέρετε ότι τα ποτά μου είναι καθαρά. Τι άλλο καπνίζετε, τι άλλο παίρνετε, δεν με νοιάζει. Αλλά εγώ δεν φταίω για τις μαλακίες που φαντάζεστε.»

Αλλά ήμασταν πάρα πολλοί για να πιστέψουμε ότι όλα εκείνα ήταν αποκύημα της φαντασίας μας ή παραισθήσεις.

Η Ντεζιρέ μας ξανάπε τη λέξη: «Indoda».

Είναι κάποιο πνεύμα των Ζουλού, από την εποχή πριν τους ιεραπόστολους και τις Βίβλους, κάποιος παγανιστικός δαίμονας. Κυκλοφορεί τις νύχτες στη σαβάνα. Σαγηνεύει τα ζώα -και τους ανθρώπους- με τα μάτια του. Όταν τους πιάνει τους βγάζει τα σωθικά ενώ είναι ακόμα ζωντανοί.

«Δεν μπορεί να ήταν αυτό», είπε η Τίνα. «Εδώ δεν είναι Αφρική. Εγώ πρώτη φορά τ’ ακούω.»
«Σωστά», είπε ο Ξαβιέ, που ήταν νηφάλιος, κι αυτό σπάνια συνέβαινε. «Θα πρέπει να ήταν κάτι από ‘δω, ελληνικό ή παλιότερο. Ποιοι ήταν πριν από τους Έλληνες εδώ;»
«Οι Αφρικάνοι;» του είπα.

Ο Ντίτερ δεν μίλησε, μόνο άνοιξε πάλι το Νεκρονομικό. Έψαξε τις σελίδες, διάβασε κάτι και το έκλεισε. Μας εξήγησε, με λίγα λόγια, κάτι που δεν μας είχε πει πριν πάμε στο νεκροταφείο. Ότι ο δαίμονας που έρχεται με την επίκληση μπορεί να βρει την «τρύπα» μέσα στο μυαλό ενός από εκείνους που έκαναν την τελετή.

Εφόσον οι παριστάμενοι ήμασταν απ’ όλες τις χώρες του κόσμου, από πολλές τουλάχιστον, τότε κι ο δαίμονας μπορεί να ήταν από παντού.

~~

Εκείνο το βράδυ δεν παίξαμε το ne me quitte pas. Μόνο συζητούσαμε γι’ αυτό που είχε συμβεί -και πίναμε.

Κάποιοι, ο Ντίτερ κι η Πατρίσια ειδικά, ήθελαν να το επαναλάβουμε. Ο Χαΐμ το σκεφτόταν, ο Ξαβιέ θα έκανε ότι του έλεγε η γυναίκα του. Η Τίνα θα προτιμούσε να το αποφύγει. Μόνο εγώ και η Ντεζιρέ ήμασταν απόλυτα ενάντιοι σε μια τέτοια επανάληψη.

Αλλά δεν είχαμε καταλάβει κάτι. Εκείνη τη στιγμή, καθώς μιλούσαμε, ήμασταν ακριβώς τα ίδια άτομα με την προηγούμενη στο νεκροταφείο. Καθόμασταν μπρος στον ίδιο καθρέφτη, που τον είχαμε επιστρέψει στο μπαρ της Βι, και -ναι, ήταν τόσο γελοίο που δεν το καταλάβαμε- υπήρχαν αναμμένα κεριά μπροστά στον καθρέφτη -ρεσώ, για ατμόσφαιρα.

~~

Εκείνο το βράδυ τσακώθηκα με τους εμιγκρέδες. Μου είπαν ότι είμαι δειλός -και το παραδέχτηκα. Δεν ήθελα, ούτε και το θέλω, να πετάξω τη ζωή μου για πλάκα. Ίσως να μη ζήσω δεύτερη.

Καθώς τα «λέγαμε», με πολλή ένταση σίγουρα, κοιτούσα στον καθρέφτη, πίσω απ’ τα ρεσώ. Και τότε είδα στον τοίχο όπου ήταν κρεμασμένη η αφίσα του Ζακ Μπρελ στα νιάτα του, να εμφανίζονται τα μάτια του Indoda, μαυλιστικά.

Να σβήσω τα κεριά δεν μπορούσα, ήταν πολύ μακριά μου. Μόνο σήκωσα το ποτήρι της μπύρας και το πέταξα στον καθρέφτη.

Για λίγο επικράτησε αναστάτωση, αλλά ήταν του καλού είδους. Η Βι μου είπε ότι κάνω μαλακίες, εγώ της έδωσα ότι λεφτά είχα στην τσέπη μου και της είπα ότι δεν θα ξαναπήγαινα εκεί. Δεν το πίστευα όταν το είπα, ούτε όταν έφυγα κοπανώντας την πόρτα. Αλλά -ούτως ή άλλως- δεν θα μπορούσα να ξαναπάω.

Όταν σπας έναν δαιμονικό καθρέφτη δεν διώχνεις τον δαίμονα. Μόνο τον πολλαπλασιάζεις.

~~

Το επόμενο πρωινό πήγα κανονικά στο Ραντεβού, σέρβιρα κάμποσους καπουτσίνους και ελληνικούς, όλα ήταν φυσιολογικά.

Μέχρι που αρχίσαν ν’ ακούγονται τα περιπολικά της αστυνομίας.

Όταν συμβαίνει κάτι, οτιδήποτε, σ’ ένα νησί τον χειμώνα, το μαθαίνουν οι πάντες πιο γρήγορα απ’ την ταχύτητα του φωτός. Κι αυτό που μάθαμε δεν άρεσε σε κανέναν.

Η γυναίκα που καθάριζε το μπαρ της Βι μπήκε στις εννιά το πρωί με το κλειδί της. Αλλά ήταν αδύνατο να καθαρίσει αυτό που είδε.

Πάνω στην μπάρα, στο πάτωμα, στους τοίχους, παντού, υπήρχε αίμα. Κομμάτια ανθρώπου, κομμάτια κρέατος, σκορπισμένα στον χώρο.

Δεν έκανε τίποτα, μόνο κάλεσε την αστυνομία -αφού ξέρασε ό,τι είχε στο στομάχι της.

Χρειάστηκαν λίγες μέρες για να επιβεβαιωθεί ποιος ήταν ο νεκρός. Η εξαφάνιση της Βι ήταν μια ένδειξη, αλλά δεν υπήρχε σώμα, πρόσωπο, δαχτυλικά αποτυπώματα, τίποτα. Μόνο μια έκρηξη από αίματα και ιστούς.

Το βρήκαν απ’ τα δόντια της -που ήταν σκορπισμένα σ’ όλο το μπαρ.

Η νεκρή ήταν με βεβαιότητα η Βι, Βικτόρια Σένελ, υπήκοος Βελγίου, γεννηθείσα το 1967.

~~

Η κηδεία της έγινε μερικές μέρες μετά, κι έτυχε στην εαρινή ισημερία. Ήμασταν όλοι εκεί. Όλοι οι ηθικοί αυτουργοί -ή μήπως οι μεταφυσικοί αυτουργοί;

«Αυτός ο καθρέφτης πρέπει να καταστραφεί», είπε ο Ντίτερ κάποια στιγμή, ενώ ο καθολικός παπάς του νησιού έψελνε.

«Εμένα ξέχνα με», του είπα. «Σε τρεις μέρες φεύγω απ’ το νησί. Και δεν θέλω να ξέρω τίποτα για το θέμα.»
«Είσαι δειλός», μου είπε ο Ντίτερ.
«Βεβαίως και είμαι. Αν ήσουν κι εσύ η Βι θα ήταν τώρα ζωντανή.»

Νόμισα ότι τον είχα συνετίσει μ’ αυτή την τελευταία φράση. Αλλά κάθε άνθρωπος, συνεχίζει να ψάχνει για τους δαίμονες του, μέχρι τελικής μάχης.

Ο δικός μου δαίμονας δεν ήταν εκεί. Του Ντίτερ και της Ντεζιρέ ήταν.

~~

Δέκα μέρες αργότερα ήμουν στη Ματσεράτα, μια μικρή πόλη, φοιτητούπολη, της Ιταλίας. Είχα ξεκινήσει το ταξίδι μου στην Ευρώπη και δεν ήθελα τίποτα να θυμάμαι απ’ την Νάξο.

Ένα βράδυ, ενώ μιλούσαμε με την Αντωνία -που με φιλοξενούσε- για τον γάτο της, τον Υάκινθο, άκουσα τον ήχο του μηνύματος στο κινητό.

Ήταν η Τίνα. Μου ζητούσε συγνώμη που μ’ ενοχλούσε, αφού ήξερε ότι ήθελα να φύγω από τη στασιμότητα του νησιού. Κι εκείνη είχε φύγει. Είχε αποφασίσει να πάει στις ΗΠΑ, σε κάποια φίλη της που ζούσε στην Νέα Υόρκη.

Αλλά έπρεπε να μου γράψει, να μάθω, τι έγινε στο μπαρ της Βι.

~~

Το μπαρ ήταν σφραγισμένο απ’ την αστυνομία. Ο Ντίτερ με τη Ντεζιρέ είπαν στους υπόλοιπους της «παρέας» ότι θα πήγαιναν να καταστρέψουν τον καθρέφτη.

Ο Ξαβιέ κι η Πατρίσια αρνήθηκαν. Ο Χαΐμ κοίταξε αλλού. Η Τίνα προσπάθησε να τους αποτρέψει.

Πήραν σφυρί και πετρέλαιο. Θα τον έσπαγαν και μετά θα τον έκαιγαν. Ίσως κι ολόκληρο το μπαρ. Έπρεπε να κρατήσουν τον Indoda μακριά.

Τα κατάφεραν. Αλλά θυσιάστηκαν γι’ αυτό. Το μπαρ της Βι κάηκε ολοσχερώς. Η πυροσβεστική βρήκε μέσα δυο πτώματα, αντρικό και γυναικείο. Δεν ήταν μόνο καμμένοι, αλλά και παραμορφωμένοι, τα μέσα τους είχαν βγει έξω.

«Πάω στη Νέα Υόρκη», μου έγραφε η Τίνα στο τελευταίο μήνυμα. «Θέλω ν’ αφήσω τον παλιό κόσμο πίσω μου, όπως έκανες κι εσύ. Σου εύχομαι να συνεχίσεις να φοβάσαι.»

~~

Και το έκανα, έτσι ακριβώς όπως το είπε. Δεν είμαι ποτέ ο πιο θαρραλέος, ο ατρόμητος, ο τολμηρός.

Οδηγώ με 100 στην εθνική -και πάντα στη δεξιά λωρίδα. Δεν ανάβω κεριά μπροστά σε καθρέφτες ούτε παίζω με πράγματα που δεν μπορώ να καταλάβω. Δεν βλαστημάω ούτε ορκίζομαι.

Είμαι δειλός, το παραδέχομαι. Αλλά αν είχατε δει κι εσείς εκείνα τα μάτια, εκείνη τη νύχτα του Μάρτη, τότε θα με καταλαβαίνατε.

~~~~~~~~~

~~~~~~~~~~~~~~

Η φωτογραφία είναι -βεβαίως- του μέγιστου Man Ray