Οι εξορκιστές δεν παίρνουν σύνταξη (το τέλος)

0
764

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι exorcist23-1024x679.jpgΤο πρώτο μέρος εδώ https://sanejoker.info/2020/03/exorcist.html

“Μερικές φορές, όταν ξυπνώ τη νύχτα, αισθάνομαι αόρατα χέρια να υφαίνουν το πεπρωμένο μου.”
Φερνάντο Πεσσόα

“Fight fire with fire”
Metallica

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

3. Ο εξορκιστής

Η Μονή Εσφιγμένου είναι κάτι σαν το Αλαμούτ της ορθοδοξίας. Δεν έχει Ασασίνους, αλλά καλύτερα να μη φέρνεις αντιρρήσεις στους μοναχούς.
Εκεί πήγαν.

“Βάζω στοίχημα ότι θα είναι κάποιος πολύ γέρος”, είπε ο Αδάμ.
“Πιο γέρος απ’ όσο φαντάζεσαι.”
Μάλλον δεν είχε αρκετή φαντασία.

Ο ηγούμενος τους υποδέχτηκε καχύποπτα. Όταν του είπαν τι ήθελαν φάνηκε να χαίρεται. Τους οδήγησαν σ’ ένα κελί. Μέσα υπήρχε ένα ξερό κρεβάτι και μια καρέκλα όπου ήταν πεταμένο ένα κουρελιασμένο ράσο.

“Ευλόγησον”, είπε ο Ιερώνυμος στο ρούχο.
Κι εκείνο αποκρίθηκε: “Ο Κύριος.”

Υπήρχε κάτι μέσα στο ρούχο. Στράφηκε. Το πρόσωπο του είχε χάσει τα χαρακτηριστικά του φύλου. Θα μπορούσε να είναι και γυναίκα. Θα μπορούσε να είναι και βραδύποδας. Τα χέρια του, που ακουμπούσαν σ’ ένα μπαστούνι, έμοιαζαν να μην έχουν στάλα αίμα, σκέτο πετσί με κόκαλο.

Ο Αδάμ σκούντηξε τον Ιερώνυμο και του μίλησε στο αυτί.
“Είσαι σίγουρος; Αυτός εδώ όχι ν’ αντιμετωπίσει δαίμονα, όχι να ταξιδέψει έξι ώρες, ούτε μέχρι το φέρι δεν θα φτάσει.”

“Αν έχεις πίστη ίση μ’ ένα κόκκο σινάπεως μπορείς και βουνά να μετακινήσεις.”
Είχε μιλήσει το κουρελιασμένο ρούχο. Σίγουρα είχε καλή ακοή.

Η φωνή του ήταν τόσο καθαρή και νεανική που για μια στιγμή ο Αδάμ πίστεψε ότι θα πεταγόταν απ’ την καρέκλα και θα χόρευε σάμπα. Δεν το έκανε. Τον πήραν σηκωτό, ενώ εκείνος βογκούσε. Σχεδόν δεν είχε βάρος, ένα άδειο κέλυφος τζίτζικα.

~~

Ο γέρος δεν ρώτησε πού τον πάνε και γιατί. Ήξερε. Στο φέρι ζήτησε να τον βάλουν έτσι ώστε να βλέπει τη θάλασσα.

Μερικά δελφίνια φάνηκαν να πλατσουρίζουν δίπλα στο πλοίο. Ο Αδάμ είδε ότι ο γέρος τα κοιτούσε με προσήλωση. Μετά σήκωσε το χέρι, τα έδειξε και είπε:
“Όταν ήμουν παιδί πήγε να με πηδήξει ένα τέτοιο ψάρι.”

Ο Ιερώνυμος έγνεψε σαν να καταλάβαινε τι εννοούσε, λες κι ήταν ομοιοπαθής. Ο Αδάμ άρχισε να μετράει τους πρώτους αριθμούς για να χαλαρώσει, αλλά μια άλλη φωνή του έλεγε: “Δεν είσαι στο Κάνσας πια, Ντόροθι.”

~~

Ο εξορκιστής δεν μπορούσε να κάτσει στο κάθισμα, γλιστρούσε.
“Περίμενε”, είπε ο Αδάμ.
Άνοιξε το πορτ μπαγκάζ κι έβγαλε ένα παιδικό κάθισμα. Δεν το είχε πετάξει, παρότι ήξερε ότι η Τατιάνα δεν θα του επέτρεπε ποτέ πια να μεταφέρει το παιδί τους.

Ο εξορκιστής βολεύτηκε άψογα, ένα παιδί αιωνόβιο.

“Πόσων χρονών είσαι, γέροντα;” τον ρώτησε ο Αδάμ όταν είχαν ξεκινήσει.
“Θυμάμαι το ζέπελιν”, του απάντησε εκείνος.
Ο Αδάμ τα πήγαινε καλά με τους αριθμούς.
“Στη Θεσσαλονίκη; Το 1916;”

Ο εξορκιστής έκλασε. Αυτό σήμαινε ναι. Άνοιξαν τα παράθυρα για ν’ αναπνεύσουν.

~~

Σταμάτησαν στη μέση της διαδρομής για να πάρουν κάτι να φάνε. Οι δυο τους μπήκαν μέσα. Ο εξορκιστής κοιμόταν σαν μωρό.

“Αλήθεια;” έκανε ο Αδάμ. “Θα κατεβάσουμε στο υπόγειο αυτό το απομεινάρι ανθρώπου; Να κάνει τι; Να διώξει το τέρας κλάνοντας;”

Σαν το είπε αυτό κοίταξε πίσω, το αυτοκίνητο, να δει μήπως τον είχε ακούσει ο γέρος.

“Εμπιστεύεσαι πολύ το μυαλό σου”, του είπε ο Ιερώνυμος.
“Ναι, φυσικά και το κάνω. Τα follow your heart μιμίδια ποτέ δεν βγαίνουν σε καλό.”
“Το μυαλό σου μπορεί να εξηγήσει την ύπαρξη ενός δαίμονα στο υπόγειο;”
“Δεν ξέρουμε αν είναι…”
“Και τι είναι; Μια πολική αρκούδα; Λογικό.”

Στάθηκαν μπρος στον πίνακα με τα πρόχειρα εδέσματα. Σε άλλη περίπτωση, ο Αδάμ θα έπαιρνε κάτι που η τιμή του θα ήταν πρώτος αριθμός.

“Ένα μπέργκερ πραγματικότητας”, είπε στην υπάλληλο.

Εκείνη, που δούλευε σπαστό ωράριο, δέκα ώρες, για τριάντα ευρώ, δεν είχε καμιά διάθεση γι’ αστεία.
“Έχουμε μπέργκερ με τυρί, διπλό με μπέικον, βέτζι και το σπέσιαλ: Με διπλό μοσχαρίσιο μπιφτέκι, φιλέτο κοτόπουλο και μπέικον.”
“Αρνί δεν βάλατε”, είπε ο Αδάμ.
Η κοπέλα προσπάθησε να χαμογελάει. Ένας νεκρός θα το έκανε καλύτερα.

Παρήγγειλαν δυο μακαρονάδες.
“Για τον μικρό τι θα πάρουμε;” έκανε ο Αδάμ. “Μήπως το κιντ μενού; Έχει και παιχνιδάκι μαζί. Έναν… πιτζαμοήρωα. Τι σκατά είναι ο πιτζαμοήρωας;”
“Δεν τρώει. Μόνο πίνει.”

Του πήραν τον Σούπερ-Ντούπερ-Χυμό, που περιείχε μέχρι και σπόρους κινόας. Έφαγαν στο αμάξι, ακούγοντας τον γέρο να ρουφάει.

Όταν ξεκίνησαν πάλι ο Ιερώνυμος έπιασε στο ραδιόφωνο έναν σταθμό που έπαιζε ποπ. Του Αδάμ του φάνηκε ότι είδε στον καθρέφτη τον γέρο να κουνιέται στο ρυθμό του Bad Type της Μπίλι Άιλις.

Κι η φωνή συνέχιζε να του λέει ότι δεν είναι στο Κάνσας.

~~~

Έφτασαν στο χωριό μια ώρα πριν νυχτώσει.
“Μήπως να περιμένουμε μέχρι αύριο το πρωί;” είπε ο Αδάμ σαν έσβησε τη μηχανή.
“Δεν είναι βρικόλακας”, του είπε ο Ιερώνυμος.
“Για τους βρικόλακες υπάρχει άλλη διαδικασία;”
“Ναι”, είπε ο Ιερώνυμος. Δεν φάνηκε να κάνει πλάκα.

Πήγαν απ’ την εκκλησία να πάρουν τα όπλα. Αγιασμό, τη Βίβλο, ένα μεγάλο σταυρό, μια αρτοκλασία.

“Περίμενε”, του είπε ο Ιερώνυμος και πήγε πίσω.
Γύρισε με μια κυνηγετική καραμπίνα.
“Μήπως και είναι αρκούδα τελικά;” είπε ο Αδάμ.

Ο εξορκιστής είχε αποκοιμηθεί στο καθισματάκι του. Ο Αδάμ τον κοίταξε. Παρατήρησε και τα πράγματα που κουβαλούσαν.

“Παλιότερα νόμιζα ότι είμαι τρελός”, είπε σχεδόν από μέσα του.
“Οι τρελοί είναι άγιοι”, του είπε ο παπάς. “Πιάσε τον εξορκιστή.”

Δεν ξύπνησε, σαν παιδί που το πάνε κατευθείαν για ύπνο, μετά από μεγάλο ταξίδι.

~~

4) Το τέρας

Μπήκαν στο σπίτι κι άφησαν τον γέρο στην καρέκλα. Ξεκίνησαν να ετοιμάζονται για τη μάχη. Ο Ιερώνυμος έβαλε φυσίγγια στην καραμπίνα. Ο Αδάμ ξεβίδωσε το πώμα του αγιασμού.

“Είσαι έτοιμος;” ρώτησε ο Ιερώνυμος
“Περίμενε.”

Του γύρισε την πλάτη ψάχνοντας για την ανατολή. Κοιτώντας εκεί έκανε τον σταυρό του κι είπε το Πάτερ Ημών.

“Έχω να προσευχηθώ, δεν ξέρω, από πάντα”, είπε ο Αδάμ. “Αλλά νομίζω ότι τώρα είναι καλή στιγμή να ξαναρχίσω.”
“Πάντα είναι καλή στιγμή. Αλλά δεν χρειάζεται να κοιτάς στην ανατολή. Αυτό το κάνουν οι μουσουλμάνοι.”
“Δεκτή κάθε βοήθεια τώρα.”

Ο εξορκιστής κοιμόταν στην καρέκλα που τον είχαν ακουμπήσει. Πήραν από έναν φακό και τον ξύπνησαν.
“Γέροντα, ήρθε η ώρα σου”, του είπε ο Ιερώνυμος.
“Αμήν.”

~~

Ξεκλείδωσαν την πόρτα. Πριν καν ανάψουν φακούς είδαν τη μισή Τροία, το πίσω μέρος -είχε γίνει μιάμοιση.

Ο Ιερώνυμος φορτώθηκε τον εξορκιστή στην πλάτη. Ο Αδάμ κατέβηκε πρώτος μετρώντας δυνατά
ένα δύο τρία
Οι φακοί έδειχναν τις μαρμελάδες. Ο γέρος βογκούσε.
τέσσερα πέντε έξι εφτά
Βρέθηκαν κάτω. Ο Ιερώνυμος άφησε τον γέροντα ανάμεσα τους. Στάθηκε στα δυο του πόδια με ζόρι.
οκτώ εννιά δέκα
Ο Ιερώνυμος ύψωσε τον σταυρό και την καραμπίνα. Ο Αδάμ κρατούσε τον αγιασμό και την αρτοκλασία. Ο εξορκιστής τη Βίβλο.
Έντεκα

Πρώτα άκουσαν τη μυρωδιά. Ήταν πηχτή σαπίλα ανακατωμένη με περιττώματα. Ένιωσαν το έδαφος να κινείται. Μετά άκουσαν την Κόλαση. Δεν ήταν αρκούδα.

Λίγο δεξιά, πιο κοντά στον Ιερώνυμο, έλαμψαν μάτια. Ήταν αυτά που έβλεπε στον ύπνο του.

Το φώτισαν. Ήταν μεγάλο. Είχε μάτια, αλλά δεν είχε στόμα ούτε σώμα. Δεν είχε σαφή όρια ανάμεσα στο έξω και στο μέσα. Έμοιαζε με πίνακα ιμπρεσιονιστών, όταν τον κοιτάς από πολύ κοντά. Χωρίς να ‘χει τίποτα όμορφο. Μόνο απροσδιοριστία.

Και μετά μίλησε. Αυτό που είπε δεν ήταν γλώσσα ανθρώπινη, αλλά σίγουρα δεν ήταν γρύλισμα ζώου. Είχε δομή. Ο Αδάμ θυμήθηκε τις ανάποδες εγγραφές που ακούγανε στα χέβι μέταλ συγκροτήματα.

Ήταν ανόητο να σκέφτεται οτιδήποτε εκείνη τη στιγμή. Το κατάλαβε καλύτερα όταν ο δαίμονας τον κοίταξε κι είπε: “ΝΤΕΝΜΕΙΡΟΝΑΙ!”

Κόντεψε να κατουρηθεί πάνω του. Εκείνη τη στιγμή ο Ιερώνυμος ύψωσε τον σταυρό και φώναξε:
“Δαίμονα! Εις το όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού σε προστάζω να μας πεις το όνομα σου.”

Απ’ το ιμπρεσιονιστικό σώμα του τέρατος ξεπήδησε σαν πίδακας ένα χέρι-πόδι-δαγκάνα-γλώσσα-κάτι, τρία μέτρα μακρύ. Χτύπησε το χέρι του Ιερώνυμου που κρατούσε τον σταυρό και του το ‘κοψε απ’ τον καρπό. Δεν πετάχτηκε αίμα, σαν να είχε καυτηριαστεί.

Ο Αδάμ νόμισε ότι άκουσε τον Ιερώνυμο να ουρλιάζει, αλλά μετά από δυο στιγμές κατάλαβε ότι ο Ιερώνυμος δεν είχε ανοίξει το στόμα. Εκείνος ο ίδιος ούρλιαζε.

Ο Ιερώνυμος στήριξε την κάνη του όπλου στο κολοβό του χέρι.
“Γαμήσου!” φώναξε και πυροβόλησε δυο φορές.

Το τέρας έκανε πίσω, έγινε λίγο πιο θολό. Ο Αδάμ πήρε θάρρος και του πέταξε το μπουκάλι με τον αγιασμό. Καθώς το έβλεπε να πέφτει πάνω του, σκέφτηκε ότι θα προτιμούσε να ‘χει μολότοφ κι άκουσε τον Χέτφιλντ να τραγουδάει Fight fire with fire.

Το τέρας δεν έπαθε τίποτα με τον αγιασμό. Ούτε και με την αρτοκλασία. Άρχισε να γίνεται ξανά κανονικό.

“Βοήθα με!” είπε ο Ιερώνυμος στον Αδάμ. Έβαλαν άλλα δυο φυσίγγια στην καραμπίνα. Αλλά καθώς σημάδευε αντιλήφθηκε ότι είχαν ξεχάσει τον εξορκιστή.

Εκείνος στεκόταν όρθιος ακόμα, όσο όρθιος μπορούσε, και κοιτούσε τον δαίμονα.

Ο Αδάμ φαντάστηκε ότι θα έκανε κάτι μαγικό και θαυμαστό. Ότι θα ξεκινούσε να λάμπει ή ότι θα μεγάλωσε και θα γινόταν πελώριος ή θα πετούσε ακτίνες απ’ τα μάτια του ή ότι -έστω- θα έλεγε με στεντόρεια φωνή τον εξορκισμό.

Ο γέροντας έκανε δυο αβέβαια βήματα προς το τέρας κι έχασε την ισορροπία του. Παραπάτησε μπροστά με τα χέρια απλωμένα. Τότε ο δαίμονας έβγαλε κάτι από το σώμα του κι έφαγε το κεφάλι του εξορκιστή.

Δεν υπήρξαν λάμψεις ή θαύματα. Το σώμα του εξορκιστή ούτε που ακούστηκε όταν έπεσε.

Ο Αδάμ δεν ούρλιαξε. Ήθελε μόνο να ξυπνήσει και να ‘ναι Δευτέρα.

“Τετέλεσθαι”, είπε ο Ιερώνυμος.

Τότε ακούστηκε ένας ήχος σαν από γάτα που προσπαθεί να ξεράσει μια τριχόμπαλα. Ο Αδάμ κοίταξε το τέρας και το είδε να υποφέρει. Απ’ το ιμπρεσιονιστικό του σώμα ξεπετάγονταν φωβιστικές αιχμές. Μετά έλιωσε σαν μέδουσα στην ακρογιαλιά.

Ο Ιερώνυμος έκανε τον σταυρό του με το αριστερό χέρι.

~~~~~

Ανέβηκαν πάνω κι άφησαν την πόρτα ανοιχτή. Πήραν τηλέφωνο να πάει ασθενοφόρο. Θα έκανε τουλάχιστον μια ώρα, έτσι τους είπαν.

Ο Ιερώνυμος ζήτησε ένα ποτήρι νερό κι εξήγησε στον Αδάμ τι είχε συμβεί.

“Κάθε εξορκιστής μπορεί να κάνει μόνο έναν εξορκισμό. Γιατί απαιτείται να πεθάνει.”
“Τι δηλαδή; Οι δαίμονες είναι αλλεργικοί στους εξορκιστές;”
“Δεν τους τρώνε όλοι. Κάποιοι μόνο τους σκοτώνουν. Η θυσία του εξορκιστή είναι ο εξορκισμός.”

Κάθε εξορκιστής ξέρει πως όταν έρθει η ώρα ν’ αντιμετωπίσει τον δαίμονα θα πεθάνει. Κάποιοι σκοτώνονται νέοι. Ο συγκεκριμένος, αυτός που είχαν πάρει απ’ το Όρος κι είχαν ταΐσει Σούπερ-Ντούπερ-Χυμό, ήταν ένας απ’ τους τελευταίους. Περίμενε, ζούσε για να έρθει αντιμέτωπος με τον δαίμονα και να θυσιαστεί. Αυτή ήταν η μοίρα του.

“Και τώρα δηλαδή τέλειωσε;” είπε ο Αδάμ.
“Μένει κάτι ακόμα.”

~~

Πήγε κι έφερε ένα μπιτόνι με πετρέλαιο. Ο Αδάμ δεν ρώτησε τίποτα. Fight fire with fire. Αν θες να γλιτώσεις απ’ την Κόλαση βάλ’ της φωτιά.

Άδειασε το μισό μπιτόνι στα δωμάτια. Το υπόλοιπο το έριξε απ’ την κορυφή της σκάλας, να καεί συθέμελα. Πήρε μόνο τα βιβλία με τις συνταγές για μαρμελάδα. Όλα τ’ άλλα τ’ άφησε να συναντήσουν τον πλάστη τους.

Στάθηκε στην εξώπορτα, άναψε ένα πανί βουτηγμένο στο πετρέλαιο και το πέταξε μέσα. Βγήκε χωρίς να κοιτάξει πίσω.

Ενώ το σπίτι λαμπάδιαζε ο Ιερώνυμος τον αγκάλιασε. Έμειναν έτσι, μέχρι που άρχισαν να μαζεύονται οι συγχωριανοί.

Σε λίγη ώρα η φωτιά φαινόταν σ’ όλο το ανατολικό Πήλιο και μέχρι απέναντι στη Σκιάθο. Το ασθενοφόρο έφτασε. Η πυροσβεστική θ’ αργούσε ακόμα.

“Πού θα πας τώρα;” τον ρώτησε ο Ιερώνυμος.
“Στο Όρος ξέρουν να φτιάχνουν μαρμελάδα;”

Ο Ιερώνυμος κούνησε το χέρι που του είχε απομείνει: “Έτσι κι έτσι.”

Άφησε να τον περιποιηθούν. Τον έβαλαν στο φορείο. Λίγο πριν ξεκινήσουν ο Αδάμ έκανε νόημα να σταματήσουν.

Πλησίασε τον Ιερώνυμο.
“Τον εξορκιστή τον αφήσαμε μέσα.”
“Αυτός είναι στο βασίλειο του ουρανού πια.”
Ο Αδάμ δίστασε για λίγο, αλλά ήθελε να ρωτήσει.
“Αλήθεια τώρα, πιστεύεις ότι ένα δελφίνι είχε προσπαθήσει να βιάσει τον εξορκιστή;”
“Το κάνουν αυτό”, είπε ο Ιερώνυμος.
Ξάπλωσε πίσω στο φορείο κι έκλεισαν την πόρτα.

Ο Αδάμ έμεινε μόνος. Δεν αισθανόταν καμιά ανάγκη να μετρήσει πόσα δευτερόλεπτα έκανε το ασθενοφόρο για να εξαφανιστεί.