Τα Σημεία Καμπής της ζωής μας

0
708

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι Χωρίς-τίτλο.png

Όταν κάνεις μυθοπλασία δίνεις μεγάλη σημασία στα Σημεία Καμπής της ιστορίας σου. Είναι οι σημαντικότερες στιγμές κι απ’ αυτά εξαρτάται η πορεία της ζωής του πρωταγωνιστή.

Κι όταν ο ήρωας είσαι εσύ; Όταν η ιστορία είναι η ζωή σου;

Κάθε άνθρωπος, αν σταθεί για λίγο να σκεφτεί, θα βρει ότι υπήρξαν στη ζωή του κάποια γεγονότα, κάποιοι τόποι, κάποιες στιγμές ευτυχίας, κάποια δυστυχήματα ίσως -δεν είναι κομεντί η ζωή, και φυσικά κάποιοι άνθρωποι, που λειτούργησαν ως Σημεία Καμπής. Από εκείνη τη στιγμή και μετά όλα άλλαξαν.

Σ’ ένα βιβλίο, σε μια ταινία, τα σημεία καμπής είναι πιο ευδιάκριτα, γιατί η μυθοπλασία είναι πιο ξεκάθαρη και πιο απλή απ’ τη ζωή.

Ο πρωταγωνιστής βλέπει για πρώτη φορά έναν τόπο, ακούγεται χαρμόσυνη μουσική, τα μάτια του ανοίγουν, αργά πλάνα, η κάμερα δείχνει το τοπίο από ψηλά, μετά η ευτυχία στο πρόσωπο του ήρωα και λέει μόνο μια-λέξη-με-θαυμαστικό: «Παράδεισος!» ή «Έφτασα!».

Στη ζωή δεν υπάρχει αυτή η ενάργεια. Δεν ακούγονται μουσικές χαρμόσυνες απ’ τον ουρανό και η πρώτη εντύπωση κάθε τόπου και προσώπου μπορεί να είναι ακριβώς το αντίθετο του παράδεισου. Ακόμα χειρότερα: Να μην σου κάνει καμιά εντύπωση.

Μάλλον πρέπει να περάσει καιρός για να αξιολογήσεις τη ζωή σου, την κάθε στιγμή. Πρέπει να ωριμάσεις ως άνθρωπος για να μπορείς να γίνεις ο συγγραφέας της ζωής σου -ο σχολιαστής έστω, πρέπει να περάσει καιρός για να καταλάβεις ποια γεγονότα ήταν πραγματικά Σημεία Καμπής.

Έτσι κοιτάω πίσω και σκέφτομαι: Ποια ήταν τα Σημεία Καμπής της ζωής μου; Τι μου άλλαξε πορεία;

Και πρώτα μου έρχεται στο μυαλό η Νάξος. Αυτό είναι το πρώτο σημείο καμπής της ζωής μου.

~~

Βρέθηκα εκεί τελείως τυχαία, ψάχνοντας για δουλειά. Όταν κατέβηκα απ’ το πλοίο ήταν μεσημέρι, το λιμάνι βρομούσε καυσαέριο κι έκανε τρομαχτική ζέστη. Ούτε ένα δέντρο τριγύρω, ούτε μια σκιά.

Όχι, δεν ακούστηκε καμιά χαρμόσυνη μουσική. Το μόνο που σκέφτηκα ήταν: «Σκατά μέρος».

Η κατάσταση ήταν ακόμα πιο δύσκολη γιατί ήμουν άφραγκος, δεν είχα δουλέψει ποτέ ως τότε σε κανονική δουλειά (εντάξει, είχαμε το συγκρότημα), και είχα κατουρηθεί πάνω μου απ’ το φόβο. Σοκ και δέος.

Όμως ήμουν είκοσι χρονών. Και οι εικοσάχρονοι είναι αθάνατοι.

Σίγουρα εκείνο το μεσημέρι του 1999 δεν κατάλαβα ότι η Νάξος θα ήταν ένα Σημείο Καμπής για μένα, πολύ πιο σημαντικό απ’ τις σπουδές ή την κωμόπολη όπου μεγάλωσα.

Στην Νάξο ξεκίνησα να ενηλικιώνομαι -ακόμα δεν τα έχω καταφέρει, συνεχίζω να προσπαθώ.

Λίγους μήνες μετά δούλευα full time, είχα δικό μου δωμάτιο και το κυριότερο: Ήμουν εγώ.

Για πρώτη φορά ήμουν απόλυτα ανεξάρτητος απ’ τους γονείς. Για πρώτη φορά δεν ήμουν ο γιος κάποιου, ο αδελφός κάποιων, ήμουν Εγώ.

Κι είναι υπέροχο συναίσθημα για έναν νέο να γίνεται ο εαυτός του.

~~

Στην Νάξο έκανα υπέροχους φίλους, πέρασα υπέροχα στα όρια της μανίας, έβγαλα λεφτά για να μπορέσω να ταξιδέψω σε μερικά μέρη όπου ήθελα να πάω, έμαθα να παίζω μουσική και να τζαμάρω – στο Jam Bar.

Στην Νάξο γνώρισα τον Ιάκωβο Καμπανέλλη, που μου έδωσε την τελική σπρωξιά για να πέσω στο γκρεμό της συγγραφής -δεν έχει πάτο, αν ρωτάτε να μάθετε. Πέφτεις, αλλά είναι σαν να πετάς.

Στην Νάξο γνώρισα τον έρωτα της ζωής μου -που αργότερα έγινε και μητέρα του παιδιού μου.

Η Νάξος ήταν ένα Σημείο Καμπής, καταλαβαίνω τώρα πια.

~~

Και προσπαθώ να βάλω στη σειρά και τα υπόλοιπα Σημεία Καμπής της ζωής μου -καθώς ενηλικιώνομαι κι ακόμα παραμένω ανήλικος κι ανώριμος -πάντα λιγάκι weirdo.

Αλλά το πιο σημαντικό νομίζω ότι είναι να βρούμε καινούρια Σημεία Καμπής για τη ζωή μας.

Το ξέρω ότι είναι πολύ πιο δύσκολο από τότε, απ’ τα είκοσι χρόνια -που ήμασταν αθάνατοι κι άτρωτοι, χωρίς φτέρνα.

Τώρα πια έχουμε γεμίσει Αχίλλειες φτέρνες, όπου και να μας χτυπήσεις είναι μοιραίο.

Κάποιοι υποστηρίζουν ότι οι άνθρωποι γίνονται πιο δυνατοί με τα χρόνια. Δεν το πιστεύω. Καθώς μεγαλώνουμε κατανοούμε τις αδυναμίες μας κι απολαμβάνουμε τα λάθη μας. Γιατί μαθαίνουμε ότι είναι μέρος της προσωπικής μας μυθοπλασίας, κάθε λάθος, κάθε πάθος.

«Όταν γερνάει ο άνθρωπος γίνεται αυτός που πραγματικά είναι, γιατί καταλαβαίνει τι έζησε, ποιος ήταν.» Το βάζω σε εισαγωγικά, γιατί κάτι τέτοιο μου είχε πει ο Καμπανέλλης.

Ήμουν είκοσι κάτι. Καθόμασταν σ’ ένα μαγαζί της Νάξου. Πότε πέρασαν είκοσι πέντε χρόνια δεν κατάλαβα. Ο χρόνος έχει αυτή την απαίσια συνήθεια.

Πριν περάσουν άλλα είκοσι πέντε θα ήθελα να βρω καινούρια Σημεία Καμπής για την ιστορία της ζωής μου. Γιατί τελειώνει η ζωή σου όταν ο θεατής βαριέται να βλέπει μια αέναη επανάληψη. Θεατής είσαι εσύ, ήρωας εσύ, συγγραφέας εσύ.