Για να μη χάσουμε την ψυχή μας

0
458

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι soul-1024x682.jpg

«Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια πού φεύγει.»

Καβάφης

«Τα στερνά τιμούν τα πρώτα.»
λαϊκή παροιμία

“Τι γαρ ωφελείται άνθρωπος εάν τον κόσμον όλον κερδίσει,
την δε ψυχήν αυτού ζημιωθεί;”

Ματθαίος 16. 26

«I must have died alone
A long, long time ago.»

David Bowie

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Ο Κροίσος καυχιόταν ότι είναι ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος του κόσμου. Ο σοφός Σόλωνας του είπε: «Μηδένα προ του τέλους μακάριζε.»
Και είχε δίκιο –σοφός ήταν.

Το τέλος της ζωής μας είναι τόσο σημαντικό, γιατί νοηματοδοτεί όλες τις προηγούμενες μέρες μας.

~

Όταν μαθαίνουμε να γράφουμε μυθοπλασία, ειδικά στις μεγαλύτερες ιστορίες, λέμε ότι το πρόσημο το δίνει το τέλος της. Θετικό τέλος, αρνητικό τέλος -και τα δύο ειρωνικά φινάλε.

Η ανθρώπινη ζωή είναι πολύ πιο χαοτική από κάθε ιστορία –με εξαίρεση τις ταινίες του Ντέιβιντ Λιντς.

Οι παράγοντες που διαμορφώνουν τη ζωή μας είναι αδύνατον να ταξινομηθούν και να μετρηθούν, να μπουν σε κεφάλαια και σεκάνς.

Το μόνο βέβαιο είναι ότι ο πρωταγωνιστής της ιστορίας μας είμαστε εμείς –ο καθένας στη ζωή του. Μόλις πεθαίνεις η ταινία σου τελειώνει.

~~

Παρότι έχω αυτοαναγορευτεί “Γελωτοποιός” δεν είμαι ακριβώς το πρότυπο του κωμικού ανθρώπου. Πολύ συχνά σκέφτομαι και γράφω για το θάνατο. Μάλλον δεν είμαι η καλύτερη παρέα για τα πάρτι.

Δεν φοβάμαι το θάνατο. Αυτό που φοβάμαι είναι η έλλειψη της ζωής, η γνώση ότι κάποια στιγμή οι άνθρωποι θα συνεχίσουν να τρώνε παγωτά, ν’ ακούνε μουσική και ν’ αγαπιούνται, κι εγώ δεν θα υπάρχω.

Το ξέρω ότι αυτός ο φόβος δεν είναι λογικός. Γιατί δεν μπορείς για πάντα να είσαι. Όσα χρόνια κι αν ζήσεις κάποτε θα τελειώσουν. Είτε φας χίλια είτε δυο χιλιάδες παγωτά, κάποτε θα έρθει το τέλος.

Δεν είναι λογικός, αλλά παραμένει. Επειδή, τι έκπληξη! Οι άνθρωποι συμπεριφέρονται παράλογα!

~

Έχω βρει δυο τρόπους για να ξεπερνάω το φόβο της παύσης.

Ο ένας είναι ο πιο απλός –κι απλοϊκός: Χάνομαι στη ζωή, ξεχνιέμαι.

~

Ο δεύτερος είναι μια βιωματική αναπαράσταση της τελευταίας μέρας της ζωής μου.
(Φυσικά δεν ξέρω πότε θα είναι αυτή, ευχές και υποθέσεις κάνω, μυθοπλασία καθαρή.)

Φαντάζομαι ότι είμαι 95 (ολογράφως: ενενήντα πέντε) χρονών κι αργοπεθαίνω από γηρατειά, χωρίς πόνο. Καταλαβαίνω ότι είναι η τελευταία μου μέρα (σ’ αυτόν τον υπέροχο πλανήτη) και κοιτάζω πίσω. Τι βλέπω;

Αντιλαμβάνομαι πόσο μικρά κι ασήμαντα ήταν όλα αυτά που με άγχωναν. Τα σπυράκια στην εφηβεία, η σχέση με τα κορίτσια και τους φίλους στη νεότητα, οι απλήρωτοι λογαριασμοί στην ενήλικη ζωή.

Αντιλαμβάνομαι πόσο υπέροχα κι ανεκτίμητα ήταν αυτά που χάρηκα. Η σχέση με τους αγαπημένους μου ανθρώπους, η τέχνη μου, κάποια ηλιοβασιλέματα τυχαία κι απροσδόκητα, ένα αστείο (ο άνθρωπος είναι το μόνο ζώο που γελάει).

Αυτός ο μελλοντικός ετοιμοθάνατος εαυτός μου χαμογελά, βάζει θετικό πρόσημο στην ιστορία και… πεθαίνει.

~~

Προ πάντων να μη γελασθείς, μην πεις πώς ήταν
ένα όνειρο, πώς απατήθηκεν η ακοή σου
μάταιες ελπίδες τέτοιες μην καταδεχθείς.

~~~

Αυτός ο γερο-Γελωτοποιός, που πεθαίνει χαμογελαστός, συχνά γίνεται ο οδηγός μου στη ζωή, στην κάθε μέρα μου. Γιατί η ζωή όλων μας είναι δύσκολη, αγχωτική, βαριά –και τη Δευτέρα θες να βρίσεις κάποιον για να ξεσπάσεις.

Όταν η μέρα μου βάζει τρικλοποδιά και με ρίχνει κάτω, πολλές φορές σκέφτομαι: «Έπεσα. Ωραία είναι εδώ. Γιατί να σηκωθώ πάλι;»

Τότε ο γέρος κι ετοιμοθάνατος εαυτός μου, 95 χρονών, έρχεται και μου χαϊδεύει τα μαλλιά. Μου λέει:

«Άντε! Πάλεψε το. Πάλεψε το κι απόλαυσε το. Θα ήθελα να μου έδιναν άλλη μια μέρα ζωής, όσο δύσκολη και να ήταν. Οπότε σήκω. Δεν θα είναι τόσο δύσκολο όσο νομίζεις, γιατί δεν είναι τόσο σημαντικό όσο νομίζεις. Σήκω και βρες κάτι ωραίο μέσα σ’ όλα. Παντού υπάρχει κάτι ωραίο. Ακόμα και στην Κόλαση.»

Όχι, δεν πετάγομαι πάνω τραγουδώντας Bob McFerrin. Το κάνω πιο αργά και πιο δύσκολα. Κλείνω το ξυπνητήρι. Γυρίζω πλευρό. Χάνομαι κάτω απ’ τα σκεπάσματα. Αλλά τελικά τα καταφέρνω –ως τώρα.

Αν δεν τα κατάφερνα δεν θα μπορούσα ούτε να γράψω. Κι αυτό είναι ένα νόημα, ένας λόγος που με σηκώνει πάλι για να συνεχίσω. Γιατί η συγγραφή δίνει νόημα στη ζωή μου.

Έτσι συνεχίζουμε. Με όλα όσα δίνουν νόημα στη ζωή μας.

~~

Κι έτσι περνάω τις μέρες μου, κλόουν την Τετάρτη, για να φτάσω σ’ εκείνον τον παλιόγερο που πεθαίνει Κυριακή, σ’ ένα παράθυρο με θέα στη θάλασσα.

Ελπίζω και προσπαθώ να φτάσει εκείνη τη στιγμή, να τον πλησιάσω εγώ ως όλοι οι παλιότεροι εαυτοί και να μου πει, να μου πω:
«Μπράβο, παιδί μου, εαυτέ μου και πατέρα μου. Έκανες ό,τι μπορούσες με ό,τι σου δόθηκε. Ξεκουράσου τώρα.»

Αυτός θα είναι ο Παράδεισος. Δεν θα διαρκέσει αιώνια, ούτε καν λίγες χιλιάδες χρόνια.

Ο Παράδεισος μου είναι ένα κλάσμα του δευτερολέπτου, ένα νεύμα, το τελευταίο φως της θάλασσας, ένα λαμπύρισμα ίσως, μυρωδιά από Αιγαίο, το γέλιο ενός παιδιού κάπου κοντά.

Ο Παράδεισος είναι η στιγμή που θα κλείσω τα μάτια ανάλαφρος, χωρίς τίποτα να βαραίνει την ψυχή μου.

Τι άλλο να πετύχω; Τι αξίζει να κερδίσω τον κόσμο και να χάσω την ψυχή μου;