Γιωταλία, τρίτο μέρος (9. Moby Dick)

0
517

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι giotalia-1024x576.jpg

«Ο δρόμος για την κόλαση είναι στρωμένος με καλές προθέσεις».

«Μα είναι κάτι πιο βαθύ που με λερώνει.»
Νίκος Καββαδίας

22

Η ελευθερία είναι άβυσσος, είναι ένας απέραντος ωκεανός χωρίς ακτές, χωρίς νησιά, χωρίς βάρκες. Κανείς δεν μπορεί να σε σώσει, αν αποφασίσεις να είσαι ελεύθερος. Γι’ αυτό οι άνθρωποι προτιμάνε να έχουν κάποιον να τους λέει τι να κάνουν, να τους βάζει όρια, ακόμα κι έναν τύραννο, παρά ν’ αναλάβουν την ευθύνη της ζωής τους.

Γιατί η ελευθερία έχει πάντα μαζί της την ευθύνη. Οι ποιητές γράφουν μόνο για το τραγούδι της ελευθερίας, που είναι εξαίσιο σαν εκείνο που λένε οι Σειρήνες στην Ανθεμόεσσα. Όλοι θέλουν ν’ ακούσουν το τραγούδι τους. Κανείς δεν αντέχει τη φρικτή τους αλήθεια.

Για να είσαι ελεύθερος πρέπει να κοιτάξεις την άβυσσο κατάματα και να μην τρελαθείς. Δεν μπορείς ν’ αποδεχτείς καμιά παρηγοριά πλέον, να πεις πως ήταν ένα όνειρο, πως απατήθηκε η ακοή σου. Δεν μπορείς να προσμένεις λυτρωτές και σωτήρες, ούτε θεούς ούτε ανθρώπους, ούτε γονείς ούτε συντρόφους, πλάνες, μάταιες ελπίδες.

Για να είσαι ελεύθερος πρέπει να αναλάβεις την πλήρη ευθύνη της ύπαρξης σου. Δεν έχει σημασία τι αφήνεις πίσω, ποιοι ήταν και δεν ήταν οι γονείς σου, τι είχες, τι έχασες, από πού ξεκίνησες. Αυτά σε καθόρισαν ως εκείνη τη στιγμή, ως τη στιγμή που αποφασίζεις να πέσεις στην άβυσσο της ελευθερίας.

Η ελευθερία είναι ο μέγιστος δεσμώτης. Η ελευθερία είναι τρομακτική.

Κι αυτό μόλις είχε αρχίσει να το νιώθει η Γιωταλία.

Είχε επιβιβαστεί σ’ ένα καραβόσκαρο. Ήταν ένα ιστιοφόρο μεγάλο με πανιά σκούνας, τρία μεγάλα και πέντε μικρά. Στην Επανάσταση τα είχαν για πολεμικούς σκοπούς, αφού ήταν πολύ πιο γρήγορα απ’ τα τούρκικα. Μετά τα έκαναν εμπορικά. Σ’ αυτό που ανέβηκε η Γιωταλία είχε στα αμπάρια του έντεκα τόνους χασίσι. Όχι χόρτο, «σοκολάτα» μαροκινή.

Η Νέδα δεν ήθελε να περάσει την ξύλινη σκάλα, δεν της άρεσαν τα σκοτεινά και μυρωδάτα μέρη, όπου σεργιανάνε και βλαστημάνε αξύριστοι άντρες. Έκανε πίσω και γάβγισε, σαν να φώναζε να γυρίσουν πίσω στον Νετασκέτα. Η Γιωταλία το σκέφτηκε για μια στιγμή. Δεν ήξερε πού πήγαινε και τι θα γινόταν. Το σκυλί δεν της έφταιγε, θα ήταν καλύτερα στο Κατάκολο.

«Άντε, τράβα πίσω», της είπε αυστηρά, χωρίς να τη χαϊδέψει. «Δε σε θέλω μαζί μου.»

Η Νέδα έκανε το κεφάλι της στ’ αριστερά.

«Φύγε!» είπε η Γιωταλία και ξεκίνησε ν’ ανεβαίνει τη σκάλα.

Το σκυλί έτρεξε πίσω της. Θα την ακολουθούσε και στην Κόλαση. Έτσι είναι οι σκύλοι, χρειάζονται κάποιον ν’ ακολουθούν, σε κάποιον να πιστεύουν. Έτσι είναι κι οι άνθρωποι συνήθως.

~~

Στο τρίτο βήμα στη σκάλα ακούστηκε ένα τρίξιμο επικίνδυνο. Η σκάλα ήταν ετοιμόρροπη. Η Γιωταλία στάθηκε ακίνητη. Θα μπορούσε να πει ένα απ’ τα ξόρκια για να τη δέσει, αλλά μάλλον θα ήταν βλασφημία, σαν να επικαλείσαι το όνομα του Κυρίου επί ματαίω. Έκανε ένα ακόμα βήμα και η γέφυρα σχεδόν έσπασε. Η Νέδα σηκώθηκε στα πισινά της πόδια σαν να ‘ταν άλογο.

«Πάτα ‘ι έλα!»

Εκεί πάνω, στο πλάι του καραβόσκαρου, ήταν ένα παιδί. Ένα αγόρι ούτε δέκα χρονών, ντυμένο με ρούχα ναυτικά, κουρελιασμένα απ’ την αλμύρα και τον ήλιο, και πρόσωπο γκρίζο απ’ το κάρβουνο. Η φωνή του ακούστηκε σαν άνεμος της Σαχάρας και σαν κάλεσμα μουεζίνη.

«Πάτα ‘ι έλα!»
«Θα πέσω», του είπε η Γιωταλία.
«Δε πε’εις. Πάτα ‘ι έλα.»

Ένας άλλος άνθρωπος, ένας λογικός άνθρωπος, ένας μεσήλικας, δεν θα έπαιρνε στα σοβαρά τη συμβουλή του δεκάχρονου ναύτη. Θα έφευγε χωρίς να το συζητήσει καν. Αλλά η Γιωταλία δεν ήταν μόνο μάγισσα, ήταν και έφηβη. Και δεν υπάρχει τίποτα πιο ατίθασο από μια έφηβη μάγισσα. Χαμογέλασε με την πρόκληση και πάτησε παρακάτω. Η γέφυρα έσπασε κι η Γιωταλία έπεσε.

Ο δεκάχρονος ψόφησε στα γέλια. Γιατί κάτω απ’ την ετοιμόρροπη γέφυρα είχε μια δεύτερη σταθερή σανίδα, που κράτησε το πόδι της.

«Πάτα ‘ι έλα!» είπε σε υστερικούς σπασμούς ο μικρός.
«Σου γαμώ τη…», ξεκίνησε να λέει η Γιωταλία, αλλά συγκρατήθηκε και δεν του είπε ποια του γαμάει, ίσως γιατί σκέφτηκε ότι κι εκείνος ήταν ορφανός.

Ο μικρός της έδωσε το χέρι και τη βοήθησε ν’ ανέβει. Χάιδεψε με πάθος τη Νέδα που ήρθε στο κατόπι.

Ενώ η Γιωταλία παρατηρούσε το καράβι, είδε τους άλλους ναύτες να μαζεύονται. Ήταν το πιο παράξενο συνονθύλευμα ανθρώπων που είχε δει. Σαν να έκανε συλλογή ο καπετάνιος από φυλές και χρώματα. Υπήρχε ένας που είχε ζωγραφιές, τα τατουάζ που έκαναν οι ναυτικοί κι οι φυλακισμένοι, σε όλο του το σώμα, ακόμα και στο πρόσωπο, κάτι στρογγυλά σχήματα. Υπήρχαν κάποιοι κοκκινομάλληδες, σαν αυτούς που έλεγαν ότι ζούσαν πάνω βόρεια, κι άλλοι πιο ξανθοί. Υπήρχαν Μαυριτανοί κι αυτοί που τους έλεγαν αράπηδες. Κάποιοι που ήταν σαν τους Τούρκους, κι ένας που είχε άσπρα μαλλιά και φρύδια, ροζ μάτια, δέρμα καμένο.

Υπήρχαν πολλοί κι όλοι ήταν άντρες.

Ο μικρός τη σκούντηξε.

«Λέγε με Ισμαήλ» της είπε, χωρίς καθόλου να έχει προφορά μουεζίνη πια. Της έκλεισε το μάτι. «Δεν με λένε έτσι, αλλά έτσι με λέει ο αφέντης. Πάμε να κυνηγήσουμε λευκές φάλαινες.»

Δεν κατάλαβε τι της είπε. Και είναι αλήθεια ότι σχεδόν κανείς δεν θα καταλάβαινε τότε. Το βιβλίο του Χέρμαν Μέλβιλ είχε εκδοθεί το 1851, αλλά ούτε στην Αμερική δεν το ήξεραν. Ήταν η απόλυτη εμπορική αποτυχία και όταν πέθανε ο συγγραφέας του δεν εκδιδόταν καν.

Κι ο μικρός Ισμαήλ δεν αναφερόταν στο Μόμπι Ντικ, αλλά σε κάτι εξίσου μυθικό εκείνη την εποχή, την «Ηρωική», όπως ήταν η αρχική της ονομασία. Το όπιο ήταν το οπιούχο ναρκωτικό του 19ου αιώνα. Η μορφίνη ακολούθησε. Για να θεραπεύσουν τον εθισμό στη μορφίνη οι επιστήμονες της Bayer έφτιαξαν τη θεραπεία: Την Heroin, τη μεγάλη λευκή.

Η Γιωταλία δεν ήξερε καν τι σημαίνει «λευκές φάλαινες». Νόμιζε ότι θα ήταν κάτι σαν κοτσύφια ή σαν τσιπούρες, κάτι που μπορείς να κυνηγήσεις. Δεν ρώτησε, δεν την ένοιαζε. Αυτό που την ανησυχούσε ήταν οι άντρες που μαζεύονταν γύρω της. Δεν τους φοβόταν. Μπορούσε να τους εξοντώσει με μια φράση. Αυτό φοβόταν: Τη δύναμη της.

«Με στέλνει ο Νετασκέτας», είπε η Γιωταλία.
«Καλός ο Νετασκέτας. Πληρώνει», είπε ο μικρός.

Η Γιωταλία έβγαλε ένα χρυσό νόμισμα να του δώσει. Το έδειξε, αλλά δεν του το άφησε.
«Πόσο καιρό θα μας πάρει για τη Μασσαλία;»
«Κανά δυο μέρες. Τρεις. Αν δεν μας επιτεθούν πειρατές. Κι αν δε μας σταματήσουν οι Γκαριμπάλντι.»

Βλαστήμιες ακούστηκαν στα ιταλικά και σε κάθε άλλη γλώσσα, όταν αναφέρθηκε το όνομα του «Ήρωα των δυο κόσμων».

«Νόμιζα ότι έχετε το πιο γρήγορο καράβι», έκανε η Γιωταλία για να τους προγκήξει κι έβγαλε δεύτερο χρυσό. «Και πού θα κοιμηθώ εγώ;»

Τότε όλοι οι ναύτες σήκωσαν το χέρι τους κι άρχισαν να φωνάζουν: «Έλα μαζί μου, έλα μαζί μου». Κάποιοι γελούσαν, κάποιοι πιάστηκαν στα χέρια. Η Νέδα τους κοιτούσε χωρίς να μπορεί να καταλάβει τίποτα. Υπήρχε τόση αναταραχή, από τόσους άντρες, αλλά η Γιωταλία δεν έμοιαζε να νοιάζεται. Ο μόνος που δεν συμμετείχε στη θυμηδία ήταν ο άντρας με τα τατουάζ. Εκείνος κοιτούσε στραβά τη μικρή.

Τότε ήταν που ακούστηκε για πρώτη φορά ο ήχος απ’ την καμπίνα, φάλτσο γουρουνίσιο γρύλισμα.

Η Νέδα κατέβασε τ’ αυτιά, έβαλε την ουρά ανάμεσα στα πόδια και πήγε να στριμωχτεί πίσω απ’ τη Γιωταλία. Και οι άντρες, που τόση ώρα κοκορεύονταν και τεντώνονταν, το ίδιο μαζεύτηκαν κι εκείνοι, σαν δαρμένα σκυλιά. Ο ήχος ξανακούστηκε, αλλά είχε πάρει και μορφή. Η Γιωταλία είχε ακούσει βιολί στο πανηγύρι του χωριού. Αυτό που ακουγόταν ήταν ένα κακοπαιγμένο σόλο βιολιού.

Κι έτσι όπως ξεκίνησε, έτσι και σταμάτησε. Οι άντρες απομακρύνθηκαν χωρίς να μιλάνε άλλο. Πήγε ο καθένας στο πόστο του για να ξανοιχτούν.

«Έλα μαζί μου, να σου δείξω την καμπίνα σου», είπε ο Ισμαήλ και τη σκούντηξε. «Δεν είναι μεγάλη, αλλά…»
«Τι ήταν αυτό;»
«Ποιο;»
«Αυτό που ακούστηκε. Από κει.»
«Α, αυτό. Ήταν ο αφέντης. Άντε έλα.»
«Δεν θέλω ακόμα», του είπε η Γιωταλία. «Θα μείνω έξω μέχρι να φύγουμε.»
«Όπως θες, πάω να δω αν θέλει κάτι ο αφέντης.»

~~~

Η Γιωταλία ήθελε να απολαύσει το θέαμα. Το καράβι μύριζε λούστρο και λαθραία. Οι ναύτες πηδούσαν από κατάρτι σε κατάρτι, φωνάζοντας προστάγματα που οι στεριανοί δεν θα καταλάβαιναν. Ήταν ένας άλλος κόσμος αυτός που εισερχόταν. Στο τιμόνι είχε πάει ο αλμπίνος, αυτός που όλοι τον φώναζαν Άλμπατρος. Λύσανε τους κάβους, ανέβασαν τα πανιά, που φουσκώσανε με τον ευλογημένο άνεμο. Το λιμάνι έμεινε πίσω τους, απομακρύνθηκε αργά στην αρχή. Κι ήξερε ότι άφηνε πίσω της όσα ήξερε.

Το καράβι γύρισε την πρύμνη του προς το σκοτάδι. Πίσω, πάνω απ’ την Πελοπόννησο, είχε αρχίσει ν’ αχνοφαίνεται το ξημέρωμα, ρίχνοντας το λυκαυγές στα βουνά.

Ο μικρός Ισμαήλ άνοιξε την πόρτα του «αφέντη». Πριν την κλείσει η Γιωταλία πρόλαβε να δει μια ψηλή φιγούρα, σαν φάντασμα γκρίζο. Κι ένα βιβλίο ακουμπισμένο σ’ αναλόγιο.

Πιάστηκε απ’ την κουπαστή καθώς το πλοίο ξεκίνησε να κουνάει. Κι ήταν ακόμα στα ρηχά.

~~~~

Καθώς ο ήλιος ξημέρωνε πίσω τους ο Ισμαήλ γύρισε για να την πάει στην καμπίνα της.  Ήταν κουκουλωμένη, αλλά ο άνεμος είχε ελευθερώσει ένα τσουλούφι και το έριχνε ανάμεσα στα μάτια της. Ο Ισμαήλ κοντοστάθηκε.

«Δεν είσαι γριά. Γιατί έχεις άσπρα μαλλιά;» τη ρώτησε.
«Εσύ γιατί έχεις μαύρο πρόσωπο;»
«Δεν είναι μαύρο. Μαύρο είναι του Πιπ». Κι έδειξε τον θεόρατο νέγρο που μάζευε τα σκοινιά.
«Κι εμένα δεν είναι άσπρα. Άσπρα είναι εκείνου εκεί.»
«Του  Άλμπατρος;» έκανε ο μικρός. «Αυτουνού όλα είναι άσπρα, μέχρι και το πουλί του.»

Γελώντας την οδήγησε. Της άνοιξε την πόρτα να περάσει.
«Σου είπε ο καπετάνιος να μου φέρεσαι ευγενικά;»
«Πού το ξέρεις;»
«Είμαι μάγισσα», είπε η Γιωταλία και γελάσανε, αλλά ο μικρός το σκέφτηκε λιγάκι μετά.

Η καμπίνα ήταν λίγο πιο χάλια απ’ όσο περίμενε. Με το ζόρι στεκόταν όρθια εκεί μέσα. Ήταν άδεια, μόνο με μια κουκέτα δίχως στρώμα. Η δεύτερη, η πάνω, είχε βγει. Αυτό ήταν το δωμάτιο. Ούτε παράθυρο ούτε φως.

«Είναι το κρατητήριο», είπε ο Ισμαήλ. «Εδώ κλείνει ο αφέντης όποιον δεν σκέφτεται σωστά.»
«Κι εγώ είμαι κρατούμενη;»
«Εσύ είσαι τυχερή. Φαντάσου να κοιμόσουν κάτω μαζί μας.»
«Δεν θέλω.»
«Έτσι… Αλλά σου έχω δώρο, περίμενε.»

Ο Ισμαήλ βγήκε έξω σαν μύγα κι επέστρεψε το ίδιο γρήγορα, με τα χέρια πίσω απ’ την πλάτη, για να μη χαλάσει την έκπληξη.

«Ο αφέντης είπε να στο φέρω. Επειδή είσαι γυναίκα.»

Και της έδωσε έναν καθρέφτη χειρός. Δεν ήταν φτηνόπραγμα, το κατάλαβε πρώτα απ’ το βάρος του. Μάλλον ήταν αληθινό χρυσάφι. Και τα σχέδια πάνω του φαίνονταν να έχουν γίνει από αληθινό καλλιτέχνη. Παρόμοια ανάγλυφα είχε δει στην εκκλησία που την πήγαινε η Λέιλα Λου, αλλά εκείνα ήταν από ξύλο.

«Πειρατές είστε;»
«Ε, μερικές φορές.»

Έμειναν να κοιτιούνται. Η Νέδα μύρισε τον χώρο, μετά έκανε δυο κύκλους κάτω απ’ την κουκέτα και ξάπλωσε. Είχε βολευτεί.

«Να φεύγω κι εγώ», είπε ο μικρός.
«Πότε θα τον δω;»
«Ποιον;»
«Το θεό σας.»

Ο Ισμαήλ τρόμαξε και πήγε πιο κοντά για ν’ ακούσει τι θα της έλεγε ψιθυρίζοντας.
«Πρόσεχε, πρόσεχε. Αυτός θα πει αν θα σε δει και πότε. Μερικές φορές κάνει βδομάδες να βγει απ’ την καμπίνα του. Σκέφτεται, σκέφτεται μεγάλα πράγματα και διαβάζει το… Βιβλίο.»
«Παπάς είναι;»
«Πρόσεχε, πρόσεχε, μην κάνεις την κουταμάρα και τον πεις έτσι στα μούτρα του.»
«Και πώς θα τον πω; Αφού δεν ξέρω το όνομα του.»
«Πες τον αφέντη. Εμείς έτσι τον λέμε.»
«Εσείς. Εγώ δεν λέω αφέντη κανέναν.»
«Νομίζεις. Όταν τον δεις θα τον πεις αφέντη.»

Της ήρθε ν’ αρχίσει να βρίζει. Δεν άντεχε τη δουλοπρέπεια, ούτε να της λένε τι να κάνει. Τον ρώτησε πώς θα έβλεπε μέσα στο κρατητήριο, αφού δεν είχε παράθυρο.

«Δεν το είχα σκεφτεί αυτό. Οι φυλακισμένοι δεν θέλουν φως.»
«Εγώ θέλω. Δεν είμαι φυλακισμένη.»
«Όλοι φυλακισμένοι είμαστε», είπε ο μικρός. «Έτσι λέει ο Ελάιτζα. Όλοι φυλακισμένοι είμαστε και πιο πολύ φυλακισμένος είναι ο ίδιος ο αφέντης.»

Την άφησε κι έκλεισε την πόρτα. Μαύρο σκοτάδι, σαν τάφος. Η Γιωταλία σκέφτηκε ότι δεν ξεκινούσε καλά την ελευθερία της. Είπε ένα απ’ τα πρώτα ξόρκια, του φωτισμού, κι έλαμψε σαν να ήταν καταμεσήμερο καλοκαιριού. Η Νέδα κλαψούρισε και γύρισε απ’ την άλλη.

«Ναι, έχεις δίκιο. Θα κοιμηθούμε. Δεν χρειαζόμαστε ούτε το φως ούτε το φόβο.»

Ξάπλωσε στην κουκέτα κι έσβησε το μαγικό φως. Ο ύπνος την πήρε πριν την τρίτη ανάσα.

23

Πίσω στο λιμάνι του Κατάκολου υπήρχε ένα μέρος που κάποτε λεγόταν Χαμένος Μονόκερος. Θα έμενε στην ιστορία της περιοχής με άλλο όνομα: Καμένος Μονόκερος. Η πύρινη σφαίρα που είχε ρίξει η Γιωταλία είχε τρυπήσει τοίχους κι είχε κάψει ό,τι μπορούσε να καεί, τραπέζια, κουρτίνες, ξύλινους τοίχους, μαζί και τους ανθρώπους που δεν πρόλαβαν να φύγουν.

Τη φωτιά την είδαν απ’ την πόλη του Πύργου κι απ’ το στρατόπεδο. Ξεκίνησε η πυροσβεστική, η αστυνομία –μαζί κι ο στρατός.

Ήταν εύφλεκτοι καιροί. Οι αισιόδοξοι κι οι καλλιτέχνες πίστευαν ότι η Μπελ Επόκ θα συνεχιζόταν για πάντα. Ο Νόρμαν Έιντζελ κυκλοφόρησε ένα βιβλίο όπου ανακοίνωνε το τέλος όλων των πολέμων. Όμως οι απαισιόδοξοι και οι πολιτικοί το ήξεραν ότι οι πόλεμοι δεν τελειώνουν. Ήταν το 1913. Ο κόσμος θα ξεκινούσε να καίγεται και θα έφτανε μέχρι το Ολοκαύτωμα.

Στον Καμένο Μονόκερο έφτασε πρώτος ο στρατός, μετά η πυροσβεστική και τελευταία η αστυνομία. Κατάλαβαν ότι χρειάζονταν μόνο γιατροί και παπάδες. Οι πρώτοι για να σώσουν όποιον σωζόταν, οι δεύτεροι για να τους θάψουν. Δεν υπήρχε τίποτα άλλο να καεί, δεν υπήρχε κανένας εχθρός να πολεμήσουν, δεν υπήρχε ύποπτος να συλλάβουν.

Απ’ τον Καμένο Μονόκερο έβγαζαν πτώματα κι ανθρώπους που σφάδαζαν. Κι όλοι αναρωτιόντουσαν πώς έγινε αυτή η τραγωδία. Κάποιοι μιλούσαν για το διάβολο, άλλοι για το θεό. Οι στρατιωτικοί έλεγαν ότι ήταν οι Βούλγαροι κι οι Τούρκοι ή –ακόμα χειρότερα- οι Γερμανοί που έστηναν το Μεγάλο Πόλεμο. Οι αστυνομικοί μιλούσαν για τους εγκληματίες που λυμαίνονταν το λιμάνι του Κατάκολου και πηγαινοφέρνανε ναρκωτικά.

Μια πόρνη, που επέζησε για λίγο, ψιθύρισε μια διαφορετική εκδοχή στο αυτί της νοσηλεύτριας του Ερυθρού Σταυρού: «Ήταν μια κοπέλα», της είπε. «Μια όμορφη κοπέλα σαν γοργόνα, με άσπρα μαλλιά. Μια μάγισσα.»

~~

Τους πήρε μέχρι το πρωί, για να σβήσουν εντελώς τη φωτιά και να τους βγάλουν όλους στο πρόχειρο στρατόπεδο και νοσοκομείο που είχαν στήσει παραδίπλα. Οι Αχαϊκές εφημερίδες θα το είχαν πρώτη είδηση, έστω ως προσθήκη της τελευταίας στιγμής. Οι Αθηναϊκές το είχαν ρίξει στην τέταρτη. Έγραφαν για τη σφαγή 650 άμαχων από τους Βούλγαρους, στο Δοξάτο.

Ανάμεσα στους τραυματίες που κουβάλησαν στα παραπήγματα ήταν κι ο Νίτσης με τον Θάνο. Ο πρώτος σίγουρα χρειαζόταν λίγη φροντίδα, αλλά θα επιβίωνε. Ο Θάνος είχε σηκωθεί πολύ πριν φτάσουν οι τραυματιοφορείς κι είχε σύρει τον Νίτση έξω. Μετά λιποθύμησε για λίγη ώρα, όχι εξαιτίας της φωτιάς, που μόνο απέξω τον είχε καψαλίσει, αλλά επειδή είχε πάθει διάσειση κι έρωτα.

Το χτύπημα της μάγισσας τον είχε πετάξει στον τοίχο, αλλά ήταν χοντροκέφαλος, άντεξε. Το χτύπημα της γοργόνας ήταν χειρότερο. Γιατί δεν είχε ξαναδεί γυναίκα σαν κι αυτή ο Θάνος. Κι όπως ήταν παρθένος κι άβγαλτος, ένιωσε να διασαλεύεται το είναι του ολόκληρο. Όσο ήταν αναίσθητος είδε ένα όνειρο: Κολυμπούσε στο πέλαγος και μια όμορφη φάλαινα τον κατάπινε.
Αλλά όταν ξύπνησε δεν αισθανόταν τρόμο ή άγχος. Του άρεσε. Θα ήθελε να τον καταπιεί η όμορφη για πάντα.

~~~

«Τι ‘στε ‘σεις;» του είπε μια φωνή βαριά και τον ξύπνησε απ’ την ερωτική ονειροπόληση.

Πάνω απ’ το κρεβάτι τους στεκόταν ένας αξιωματικός του στρατού. Απ’ τα γαλόνια ο Θάνος κατάλαβε ότι ήταν λοχαγός.

«Βρήκανε όπλα πάνω σας», συνέχισε ο λοχαγός. «Αλλά δεν είστε στρατιώτες.»
«Είμαι χωροφύλακας», είπε ο Θάνος.
«Κι εγώ είμαι παπάς… Αλλά βγήκα βόλτα χωρίς ράσα. Εσύ;»

Του έδειξε τα ρούχα του. Είχε δίκιο. Δεν φορούσε στολή. Κάποιες φορές τα ράσα κάνουν τον παπά.

«Είμαι σε ιδιαίτερη αποστολή», είπε ο Θάνος.
«Κι εγώ! Από τον θεό! Να σώσω τον κόσμο απ’ τους τρελούς και τους εγκληματίες», είπε ο λοχαγός κι έκανε σήμα σε δυο οπλίτες που περίμεναν παραδίπλα. Τους είπε κάτι σιγανά κι ο Θάνος ήξερε ότι δεν τους έλεγε ανέκδοτα. Έκαναν δυο βήματα πιο πίσω και περίμεναν.

«Άκου να δεις, λοχαγέ. Τα πράγματα είναι πιο μπερδεμένα απ’ όσο νομίζεις.»
«Πες μου, θέλω τόσο πολύ ν’ ακούσω.»
«Το μαγαζί το έκαψε ένα κορίτσι.»
«Μάγισσα θα ήταν», είπε ειρωνικά ο λοχαγός κι ετοιμάστηκε να φύγει.
«Ναι! Είναι μάγισσα, ελέγχει τη φωτιά!»

Ο λοχαγός συνοφρυώθηκε.
«Το παίζεις τρελός;»
«Τρελή είναι η καριόλα η μάνα σου.»

~~~~

Δεν το είχε πει ο Θάνος, δεν θα τολμούσε να πει κάτι τέτοιο σε ανώτερο. Η φωνή είχε έρθει από το μισοκαμένο ρολό που ήταν ξαπλωμένο δίπλα του.

«Τρελή είναι η καριόλα η μάνα σου», είπε ο Νίτσης κι ανασηκώθηκε στο κρεβάτι του. «Είναι τρελή γιατί έκατσε να τη γαμήσω.»

Ο λοχαγός άργησε να καταλάβει τι άκουγε. Ο Θάνος δεν μπορούσε να πιστέψει τι άκουγε. Ήξερε ότι ο «συνάδελφος» του, αυτός που του είχαν φορτώσει, ήταν τρελός. Αλλά περίμενε να έχει μια στοιχειώδη αίσθηση της επιβίωσης.

«Μην τον ακούτε», είπε ο Θάνος. «Έχει πάθει το κεφάλι του απ’ το χτύπημα.»

Ο λοχαγός αμφιταλαντεύτηκε, ανάμεσα στο καθήκον και στην προσβολή, αλλά χαλάρωσε γιατί ήταν νέος και μπορούσε να κάνει καριέρα, να φτάσει στρατηγός.

«Εντάξει», είπε συμβιβαστικά, «θα τον στείλουμε στο νοσοκομείο να δουν μήπως έχει κάποια φρενοβλάβεια.»
«Να τον στείλουμε», είπε ο Θάνος κι έκανε μάτι στον Νίτση για να σταματήσει.

Τον είδε να κάθεται καλύτερα στο ράντσο, μετά να γυρνάει και να πατάει τα πόδια του κάτω. Ήταν πιο φρικιαστικός έτσι καμένος.

«Έχεις παιδιά;» είπε ο Νίτσης στο λοχαγό.
«Δεν σου πέφτει λόγος», απάντησε εκείνος, αλλά είχε αρχίσει να καταλαβαίνει.
«Έχεις γυναίκα;»
«Τι μου λες; Τι σημασία έχει…»
«Οι γονείς σου ζουν;»
«Η μητέρα μου.»

Είπε αυτή τη φράση εντελώς διαφορετικά. Μέχρι πριν λίγο ο λοχαγός νόμιζε ότι έλεγχε την κατάσταση, τη συζήτηση. Ο Νίτσης τον είχε οδηγήσει αλλού, χωρίς να του εξηγήσει πόσο βαθιά στην Κόλαση είναι αυτό το αλλού.

«Ποιο είναι το χειρότερο πράγμα που μπορεί να πάθει η μητέρα σου, ξέρεις;»
«Σταμάτα ν’ απειλείς τη μάνα μου, καθίκι!» φώναξε ο λοχαγός και πετάχτηκε πάνω.

Έκανε δυο βόλτες κάτω απ’ την τέντα, βγήκε για λίγο έξω. Οι δυο τυφεκιοφόροι τον πλησίασαν, τον ρώτησαν αν έπρεπε να παρέμβουν. Ο λοχαγός τους είπε να απομακρυνθούν. Πήρε ανάσα κι  επέστρεψε στην τέντα. Είχε χάσει την εξουσία του και το ήξερε. Αυτό ήταν το χειρότερο, ότι ήξερε.

«Δεν είναι αυτό που νομίζεις», τον παρηγόρησε ο Νίτσης χωρίς να τον αφήσει καν να μιλήσει. «Το χειρότερο για τη μάνα σου δεν είναι ο θάνατος της. Το χειρότερο είναι το δικό σου βασανιστήριο.»
«Τι λες; Ποιο…»
«Πρώτα θα χάσεις τη δουλειά σου κι όλα όσα έχεις. Αν έχεις οικογένεια χαιρέτα την κι αυτή. Μετά θα σε βγάλουνε και προδότη, κατάσκοπο, κάτι. Αν σε εκτελέσουνε θα είσαι τυχερός.»

Ο Θάνος αναρωτιόταν πού τα είχε σκεφτεί όλα αυτά ο τρελός.

«Δεν νομίζω ότι έχεις τέτοια δύναμη», κατάφερε να πει ο λοχαγός.
«Όχι, εγώ δεν έχω. Αλλά έχει αυτός!»

Κι έδειξε πίσω τους, ένα αυτοκίνητο που πλησίαζε. Όλοι όσοι μπορούσαν να σταθούν σηκώθηκαν για να δουν την «αυτοκίνητη άμαξα». Σε όλη την Ελλάδα κυκλοφορούσαν λιγότερα από εξήντα τέτοια θαύματα. Όλα τα είχαν εφοπλιστές, βιομήχανοι και έξι είχε η βασιλική οικογένεια. Όταν πλησίασε είδαν ότι ήταν τετραθέσιο Durkopp, όπως αυτό που είχε ο βασιλιάς Κωνσταντίνος.

Ο Θάνος αισθάνθηκε μια πολύ έντονη ανάγκη να λιποθυμήσει, γιατί κατάλαβε ότι στο αυτοκίνητο δεν βρισκόταν ο βασιλιάς. Ήξερε ποιος ερχόταν. Ο λοχαγός απ’ την άλλη, παρατηρούσε με την παρηγορητική άγνοια του ηλίθιου.

Το Durkopp σταμάτησε διακόσια μέτρα παραπέρα. Κατέβηκε απ’ τη θέση του συνοδηγού ένας χαρτοπόντικας, με γυαλιά, ρούχα και περπάτημα γραμματικού. Ρώτησε κάτι μια νοσοκόμα. Εκείνη έδειξε προς το μέρος όπου βρίσκονταν οι ελαφρά τραυματισμένοι, έδειξε προς το Θάνο.

«Ετοίμασε τα πράγματα σου», είπε ο Νίτσης.
«Ποια πράγματα;» είπε ο Θάνος.
«Σ’ αυτόν το λέω.» Έδειξε το λοχαγό.

~~~~~

Ο γραμματικό ξαναμπήκε στο αυτοκίνητο για να κάνουν τα διακοσια μέτρα. Σταμάτησε μπροστά τους. Ο σωφέρ, που σίγουρα ήταν και παλαιστής, και ο γραμματικός βγήκαν ταυτόχρονα απ’ τις μπροστινές πόρτες. Ο σωφέρ πήγε στην πίσω και την άνοιξε. Πρώτα φάνηκαν τα μικρά πόδια ενός άντρα που πάτησε με απέχθεια το χώμα. Μετά τα τρομακτικά μάτια του Καρπώφ, πάνω απ’ το μόνιμα ανάποδο χαμόγελο των χειλιών του, αν μπορούσες να πεις χείλη αυτή τη γραμμή.

Ο λοχαγός είχε καταλάβει ότι είχε να κάνει με σημαντικό πρόσωπο, απ’ τη στιγμή που είδε το αυτοκίνητο, αλλά δεν είχε καταλάβει ακόμα ότι δεν ήταν μόνο σημαντικός, ήταν πολύ παραπάνω.

Πήγε να τον χαιρετήσει, να του μιλήσει. Ο Καρπώφ τον προσπέρασε χωρίς να τον δει. Δεν το έκανε στα ψέματα. Δεν τον είδε. Ο Καρπώφ έβλεπε μόνο ό,τι τον ενδιέφερε. Τον προσπέρασε και πήγε προς το Θάνο.

Τότε ο λοχαγός έκανε το μέγιστο λάθος του. Κάτι που θα μετάνιωνε όσο καιρό ακόμα θα ζούσε, που δεν θα ήταν και πολύς. Πήγε πίσω απ’ τον Καρπώφ και τον ακούμπησε στον ώμο. Δεν τον έπιασε, δεν τον κράτησε, μόνο τον ακούμπησε. Εκείνος στάθηκε παραξενευμένος, όχι θυμωμένος. Καιρό είχε να τον ακουμπήσει κάποιος, χωρίς τη θέληση του. Διάβασε το πρόσωπο του λοχαγού. Αν έβλεπε κάποιον θαρραλέο θα τον προσλάμβανε. Είδε έναν ηλίθιο. Ξεφύσησε απογοητευμένος κι απομακρύνθηκε.

Ο Νίτσης κρατήθηκε για να μη γελάσει σαν είδε τι παίχτηκε. Ο Θάνος λυπήθηκε τον νέο. Ο γραμματικός κι ο σωφέρ-παλαιστής έκλεισαν το δρόμο του λοχαγού, που ήθελε να συνεχίσει ν’ ακολουθεί τον Καρπώφ. Ο λοχαγός πήγε να διαμαρτυρηθεί. Ο σωφέρ τον έπιασε απ’ το πέτο κι απ’ τον λαιμό και τον σήκωσε στον αέρα. Του είπε μόνο: «Άκου!»

Ο γραμματικός έβγαλε απ’ το χαρτοφύλακα του ένα έγγραφο. Το έδειξε στο λοχαγό. Δεν είχε σημασία τι έγραφε. Του έδειξε την υπογραφή: Κωνσταντίνος Α’, βασιλεύς της Ελλάδος, Στρατάρχης του Ελληνικού Στρατού.

Ο λοχαγός ξεροκατάπιε. Ήθελε να κλάψει, ήθελε να φωνάξει τη μαμά του, ήθελε να ήταν όλα ένα όνειρο, να μην είχε ξυπνήσει μέσα στη νύχτα για να πάει στη φωτιά του Κατάκολου. Ήθελε να είναι κάποιος άλλος, κάπου αλλού.

«Θα ήθελα να σου πω ότι μπορείς να φύγεις και να ξεχάσεις όλα», του είπε ο γραμματικός, που ήταν καλός άνθρωπος κατά βάθος. «Αλλά έτσι θα κινδύνευε η δική μου καριέρα.»
«Και η ζωή», του είπε ο σωφέρ-παλαιστής, που ήταν καλός άνθρωπος κατά βάθος. Είχε αφήσει τον λοχαγό να πατήσει κάτω.
«Και η ζωή, σωστά.»
«Δεν ήξερα ποιος…» ξεκίνησε να λέει ο λοχαγός. Αλλά μετά λίγο αποφάσισε να κερδίσει τον χαμένο αυτοσεβασμό του. «Δεν ξέρω ποιος είναι αυτός. Γιατί πρέπει να…»
«Μην το χειροτερεύεις», του είπε ο σωφέρ.
«Ναι», έκανε ο γραμματικός, «ας το καλύτερα. Δεν έχει σημασία αν ήξερες κι αν δεν ήξερες. Αυτά μετράνε στο στρατοδικείο. Αλλά δεν θα περάσεις δίκη. Δυστυχώς για σένα.»

Ο σωφέρ του έφτιαξε το πέτο. Ο λοχαγός παραπάτησε, γύρισε να δει την πλάτη του Καρπώφ, να δει το αυτοκίνητο, να δει το χαρτί με την υπογραφή του βασιλιά, κι έφυγε ζαλισμένος απ’ τη μετωπική σύγκρουση με το πεπρωμένο.

~~~~~~

Ο Καρπώφ στάθηκε μπρος στο Θάνο. Το πρόσωπο του δεν έδειξε τίποτα. Γύρισε και προς τον καψαλισμένο Νίτση. Ακούγονταν οι θόρυβοι απ’ το στρατόπεδο, ένα παιδί που έψαχνε τη μητέρα του. Μύριζε απολυμαντικό και ψημένο κρέας. Σε κάποια άκρη μια σκύλα ξυνόταν.

«Σας το ‘πα. Είναι μάγισσα», ψιθύρισε ο Θάνος.
«Είναι πολύ δυνατή», συμπλήρωσε ο Νίτσης. «Πιο δυνατή απ’ τη Θρακιώτισσα.»
«Τι ‘ταν αυτή;» έκανε ο Θάνος. «Τα ‘χεις ξαναβάλει με μάγισσα;»

Ο Νίτσης του έκανε σήμα να σιωπήσει, γιατί ο Καρπώφ είχε σηκώσει το κεφάλι του. Παρατήρησε τον Καμένο Μονόκερο. Μετά μέτρησε με μια ματιά τους νεκρούς που ήταν σκεπασμένοι ολοπρόσωπα παραδίπλα. Μέτρησε και τους τραυματίες, που βογκούσαν ή πέθαιναν.

«Αυτή έβαλε τη φωτιά;» είπε τότε, κι η φωνή του ήταν σαν ν’ ακούς αρχαία τραγωδία. Τον Κρέοντα μάλλον.
«Δεν έβαλε φωτιά», είπε ο Θάνος. «Ανατίναξε τα πάντα με μια πύρινη…»
«Οπότε αυτή το έκανε», τον διέκοψε ο Καρπώφ, που δεν μπορούσε τις φλυαρίες.
«Ναι.»
«Σκότωσε τόσους ανθρώπους. Αθώους.»

Το «αθώους» το είπε με τόση ειρωνεία που είναι αδύνατον να αποδοθεί σωστά σ’ ένα γραπτό κείμενο. Μόνο ένας σπουδαίος ηθοποιός θα μπορούσε να το πει ικανοποιητικά.

«Εντάξει, σκοτώσαμε κι εμείς καμιά ντουζίνα», είπε ο Νίτσης, για να μη φανεί ότι πληρωνόταν τζάμπα. «Αλλά ναι, η γοργόνα είναι πολύ επικίνδυνη.»
«Γοργόνα.»

Ο Καρπώφ χαμογέλασε. Και δεν υπήρχε τίποτα πιο τρομαχτικό απ’ το χαμόγελο του.

«Ξέρετε γιατί ο Οδυσσέας ζήτησε να τον δέσουν στο κατάρτι;» είπε και περπάτησε λίγο πιο πέρα. «Γιατί ήθελε ν’ ακούσει τις σειρήνες, τις γοργόνες, αλλά δεν ήταν αρκετά δυνατός για να τους αντισταθεί. Ναι, ο πολυμήχανος που έριξε την Τροία μόνος του, δεν άντεξε το τραγούδι τους. Άλλο πράγμα η σκέψη, κι άλλο αυτό που νιώθεις. Το συναίσθημα ορίζει ποιοι είναι μικροί και ποιοι μεγάλοι.»

Έφερε το χέρι στη μύτη και μύρισε τα δάκτυλα του.

«Πόσων χρονών την κάνετε;»
«Δεκάξι το πολύ», είπε ο Θάνος.
«Δεκάξι, χωρίς να ξέρει τίποτα, απ’ το Μηδενοχώρι Ηλείας, κι έχει ήδη σκοτώσει πόσους; Πενήντα;»

Ο Θάνος ήταν άβγαλτος και παρθένος, αλλά είχε μια παράξενη ικανότητα. Μπορούσε να διαισθάνεται όχι το συναίσθημα, αλλά το σκοπό των άλλων –κι αν μερικές έκανε λάθος ήταν γιατί κανείς άνθρωπος δεν κάνει πάντα αυτό που θέλει να κάνει.

Ακούγοντας τον Καρπώφ να μιλάει κατάλαβε ότι ο γέρος την ήθελε για γυναίκα, για δοχείο. Όχι για την απόλαυση, δεν νοιαζόταν για τέτοια. Ήθελε ν’ αποκτήσει έναν διάδοχο μ’ εκείνη. Έναν διάδοχο, γυναίκα ή άντρα, δεν τον πείραζε, που θα είχε τις μαγικές δυνάμεις της γοργόνας και τη δική του ανυπότακτη, αδάμαστη δύναμη της Βούλησης. Μαζί με μια τεράστια περιουσία για να ξεκινήσει. Έτσι μπορούσε να φτιαχτεί ένας Παντοκράτορας. Ο χαμός του γιού του ήταν ασήμαντη απώλεια, δεν τον είχε σε υπόληψη άλλωστε. Ωραίος, αλλά ηλίθιος.

Σαν να επιβεβαίωνε τις σκέψεις του, ο Καρπώφ τους έδωσε νέα εντολή:
«Τη θέλω ζωντανή.»
«Δεν νομίζω να θέλει να έρθει», είπε ο Θάνος.
«Δεν θα τη ρωτήσετε. Αλλά και δεν θα την πειράξετε. Καλύτερα να πεθάνετε εσείς.»

Ο Νίτσης δεν έφερε αντιρρήσεις, δούλευε πολύ καιρό με τον Μοσκώφ. Ήταν ο παλιότερος εκτελεστής του, ακριβώς γι’ αυτό: Ακολουθούσε τις εντολές χωρίς να κάνει ερωτήσεις.

«Και πώς θα τη βρούμε;» είπε ο Θάνος.
«Αυτό είναι δικό σας πρόβλημα», είπε ο Μοσκώφ και πήγε προς το αυτοκίνητο.

Απ’ την απέναντι μεριά του στρατοπέδου ακούστηκε φασαρία. Ένας στρατηγός πλησίαζε, ακολουθούμενος απ’ το λοχαγό και άλλους δυο αξιωματικούς, καθώς και τέσσερις τυφεκιοφόρους.

«Το Κατάκολο είναι λιμάνι», είπε ο Θάνος κι έδειξε τη θάλασσα. «Αν έχει λίγο μυαλό, και σίγουρα έχει, θα έφυγε με καράβι. Μπορεί να πήγε παντού. Πώς θα τη βρούμε;»
«Μη ρωτάς, θα τη βρούμε.»
«Πώς;»
«Σου λέω μη ρωτάς. Δεν του αρέσουν οι ερωτήσεις. Μόνο εκείνος ρωτάει.»

Ο στρατηγός έφτασε στο αυτοκίνητο και πήγε να κατσαδιάσει το γραμματικό, έτοιμος να δώσει εντολή να τους συλλάβουν. Τελευταία στιγμή είδε τον Καρπώφ να μπαίνει και να κλείνει την πόρτα. Δεν ήταν φυσιογνωμία που ξεχνούσες. Θυμήθηκε ότι τον είχε δει πρόσφατα σε μια συνάντηση με τους εκπροσώπους της Αντάντ, να συνομιλεί ιδιωτικά.

«Ήταν ένας γέρος μαζί της», είπε ο Θάνος.
«Ένας σακάτης.»
«Ναι, αυτός με τις ρόδες. Δεν μπορεί να ήρθε από μακριά. Αυτός είναι το κλειδί.»

Ο Θάνος έφυγε χωρίς να πει τίποτα άλλο. Πλησίασε έναν ντόπιο που βοηθούσε τις νοσοκόμες.

Παραδίπλα ο στρατηγός κατάλαβε το λάθος που πήγαινε να κάνει κι έκανε μεταβολή.
«Είναι χειρότερο απ’ όσο νομίζεις», είπε στο λοχαγό κι απομακρύνθηκε. Το αυτοκίνητο του Καρπώφ έφυγε.

Ο Θάνος γύρισε στο Νίτση.
«Είναι ένας τοκογλύφος της περιοχής. Ναούμ Νετασκέτας.»
«Στο είπα. Πάμε να του κάνουμε μια επίσκεψη.»
Σηκώθηκε και φόρεσε τα ρούχα που του είχε δώσει ο Ερυθρός Σταυρός.

«Και μετά να φτιάξω ένα κουστούμι».

24

Ξαπλωμένες στο χορτάρι, παρέα με τα τριζόνια, κοιτούσαν τ’ αστέρια. Όλο το καλοκαίρι κοιμόντουσαν έξω απ’ το Φάρο. Και κάτι νύχτες σαν εκείνη, που δεν είχε υγρασία, ήταν οι καλύτερες.

Ο ουρανός που στέκεται πάνω απ’ την Αρχαία Ολυμπία δεν είναι συνηθισμένος ουρανός. Οι αρχαίοι Έλληνες έτσι επέλεγαν τα ιερά τους σημεία. Περπατούσαν με το κεφάλι ψηλά, γι’ αυτό τους έλεγαν και ονειροβάτες. Μόλις έβρισκαν τον κατάλληλο ουρανό έστηναν το ναό. Δεν είναι τυχαίο ότι κάπως έτσι βρήκαν οι μάγοι και τον Χριστό στην Παλαιστίνη. Τ’ αστέρια ξέρουν να σου δείξουν, αρκεί να μπορείς να δεις.

Η μικρή Γιωταλία ξάπλωνε με τη Λάιλα Λου στο χορτάρι και θαύμαζαν το θαύμα. Κάθε καλοκαίρι η Γιωταλία έκανε τις ίδιες ερωτήσεις. Κάθε φορά η Λάιλα απαντούσε με τον ίδιο τρόπο. Ήταν σαν ένα παραμύθι, που το ακούς ξανά και ξανά, και ποτέ δεν το χορταίνεις. Δεν θες ν’ αλλάξει λέξη, έτσι είναι τα παραμύθια, αναλλοίωτα.

«Τι είναι τ’ άστρα;» ρωτούσε η Γιωταλία, για να ξεκινήσει η διήγηση.
«Τίποτα», έλεγε η Λάιλα Λου.
«Αφού τα βλέπω.»
«Πώς τα βλέπεις;»
«Με τα μάτια μου.»
«Και τα σκυλιά έχουν μάτια… Νέδα, βλέπεις τ’ αστέρια;» Η Νέδα έβγαλε τη γλώσσα της.
Η Λάιλα Λου έπιασε και της γύρισε το κεφάλι προς τα πάνω. Της έδειξε τ’ αστέρια.
«Τα βλέπεις, μωρή σκύλα;» Η Νέδα ξεκίνησε να της γλύφει το δάκτυλο που έδειχνε τ’ αστέρια.
«Κι όμως. Οι λύκοι βλέπουν το φεγγάρι», είπε η Γιωταλία, που τους είχε ακούσει να αλυχτούν στην πανσέληνο.
«Α, καλά… Η σελήνη δεν είναι σαν τ’ αστέρια. Η σελήνη έχει ψυχή.»
«Πώς το λες αυτό;»

Η Λάιλα Λου ανακάθισε βογκώντας. Τα αρθριτικά της όλο και χειροτέρευαν, αλλά είχε το φάρμακο της. Στούμπωσε την πήλινη πίπα της με την καλύτερη φούντα της Ευρώπης. Καλαματιανή, απ’ τις πηγές του ποταμού Πάμισου, όπου υπήρχε και το αρχαίο ιερό του Ασκληπιού. Την άναψε μ’ ένα μικρό ξόρκι που ήξερε. Δεν της άρεσε να βάζει σπίρτα, γιατί μύριζε μπαρούτι, ούτε κάρβουνο, μύριζε κι εκείνο. Με τη μαγική σπίθα έμενε μόνο η γλυκιά και θυμαρίσια μυρωδιά της καλαματιανής.

«Άγιος ο θεός, άγιος ισχυρός, άγιος αθάνατος», είπε η Λάιλα και τράβηξε τρεις τζούρες. Τις κράτησε μέσα της για λίγο, μετά τις φύσηξε στ’ αστέρια και ξάπλωσε πίσω ανάλαφρη.

«Η Σελήνη είναι η ψυχή της Γης. Δεν την ξέρεις την ιστορία;»
«Όχι», είπε ψέματα η Γιωταλία.
«Μια φορά κι έναν καιρό η Γη και η Σελήνη ήταν ένα. Δεν ξεχώριζες σώμα από ψυχή, δεν ξεχώριζες τη μία απ’ την άλλη. Κι ήταν ολόκληρη τότε.
Οι άνθρωποι δεν είχαν φτιάξει πόλεις ακόμα, ούτε είχαν πολέμους και τέτοια. Και λένε ότι τα παιδιά έπαιρναν το όνομα της μητέρας.
Ο Ήλιος ζήλευε που ήταν μακριά. Έπιασε έναν βράχο που γυρνούσε γύρω του και τον έριξε πάνω τους.
Η Γη με τη Σελήνη χωρίστηκαν με πόνο, αλλά έμειναν για πάντα δεμένες μαζί.
Τα νερά της Γης και τα αίματα των γυναικών ακολουθούν τον κύκλο της Σελήνης, τον κύκλο της ψυχής.
Κι ο Ήλιος πάντα ζηλεύει.»

Η Γιωταλία άπλωσε το χέρι να πάρει την πίπα απ’ τη δασκάλα της. Εκείνη της αρνήθηκε.

«Δεν κάνει για παιδιά», της είπε. «Πρέπει πρώτα να πήξει το μυαλό, για να μην στο κάνει λάσπη.»

Η μικρή έπεσε πίσω ξεφυσώντας.

«Και τ’ αστέρια δεν έχουν ψυχή;»
«Όχι. Είναι πιο άψυχα κι απ’ τους δαίμονες. Γι’ αυτό είναι τίποτα.»
«Και πώς τα βλέπω;»
«Με το μυαλό σου τα βλέπεις.»
«Τι είναι τ’ άστρα;»
«Είναι η ανταύγεια στα μάτια του λύκου το βράδυ. Αλλά χωρίς λύκο και χωρίς μάτια. Μόνο η ανταύγεια.»
«Τι είναι τ’ άστρα;»
«Είναι αυτό που θέλουμε να δούμε. Για να τα δούμε τους δώσαμε ονόματα. Ξέρεις τα ονόματα των αστερισμών;»
«Δεν τα ξέρω», είπε ψέματα η Γιωταλία.

Η Λάιλα Λου έκανε δυο δυνατές ρουφηξιές και μετά φύσηξε τον καπνό στη μουσούδα της Νέδας. Εκείνη φτερνίστηκε και μετά έγλειψε τη μύτη της. Ζήτησε κι άλλο.

«Στο σκυλί δίνεις», είπε η Γιωταλία.
«Αυτής το μυαλό έπηξε σ’ ένα χρόνο. Μόνο του ανθρώπου αργεί τόσο να πήξει. Γι’ αυτό μπορεί να δει τ’ αστέρια και να τους δώσει ονόματα.»
«Για πες.»

Η Λάιλα Λου ξάπλωσε πίσω στο χορτάρι και ζούληξε έναν τριζόνι που ετοιμαζόταν για το κρεσέντο του.

«Λοιπόν. Βλέπεις εκείνα τα εφτά αστέρια της Κυνόσουρας;»
«Τα βλέπω.»
«Βλέπεις το Αστέρι της Αρκαδίας, εκείνο που κουνιέται στην άκρη της Κυνόσουρας;»
«Κουνιέται το αστέρι;»
«Βλέπεις εκείνο που κουνιέται;»
«Το βλέπω.»

Η Νέδα πήγε κι έκατσε απ’ τη μεριά της. Βρωμούσε σαν βρεγμένος σκύλος. Ο ουρανός ολόκληρος κουνιόταν γύρω απ’ το καρφί του. Τα τριζόνια δεν τραγουδούσαν βλαστημούσαν. Το χορτάρι ήταν πέτρες. Και κάποιος χτυπούσε το τύμπανο.

«Τα έξι αστέρια δεν κουνιούνται», είπε η Λάιλα Λου και φύσηξε τόσο πολύ καπνό που κρύφτηκε ο ουρανός.

~~

Η Γιωταλία άνοιξε τα μάτια. Απόλυτο σκοτάδι, εκτός απ’ τ’ αστέρια στον ουρανό. Ένα απ’ αυτά κουνιόταν.

Το έβδομο αστέρι της Μικρής Άρκτου είναι το καρφί του ουρανού, ο Πολικός Αστέρας, γύρω του γυρνάει όλος ο κόσμος. Όμως εκείνος ο Στέλλα Πολάρις το είχε βάλει στα πόδια.

Η Γιωταλία προσπαθούσε να καταλάβει πού βρισκόταν, να θυμηθεί ποια είναι. Μύριζε τη Νέδα και βερνίκι ξύλου. Ήταν ξαπλωμένη σε κάτι σκληρό. Το κούνημα την έκανε ν’ αναγουλιάζει. Άκουγε άντρες να βλαστημάνε το Θεό σε κάθε γλώσσα, σαν να θέλανε να ‘ναι σίγουροι ότι θα τους καταλάβει. Άκουσε και τη θάλασσα. Ήταν στο καράβι, στο Έσεξ. Και γιατί έβλεπε τ’ αστέρια; Όνειρο ήταν κι αυτό;

Είπε το μικρό ξόρκι του φωτός κι άναψε ένας μικροσκοπικός ήλιος στην καμπίνα της. Η Νέδα δεν ξύπνησε, έκανε βαρύ ύπνο. Στο ταβάνι δεν υπήρχαν αστέρια, μόνο σκαθάρια. Η Γιωταλία έσβησε το φως. Πάλι εμφανίστηκε η Μικρή Άρκτος –κι άλλοι δυο αστερισμοί πιο πέρα. Ο Πολικός Αστέρας είχε φτάσει στην Κασσιόπη. Άναψε το φως κι έπιασε ένα σκαθάρι. Ήταν σαν τις κωλοφωτιές της Θάλαττας, αλλά δεν πετούσαν, δεν αναβόσβηναν, και η λάμψη που έβγαζαν απ’ τον κώλο τους ήταν αμυδρή.

Δεν έκατσε να σκεφτεί πώς έτυχε να σχηματίσουν την Κυνόσουρα που της έλεγε η Λάιλα Λου. Ήταν οιωνός, δεν ήταν τυχαίο, το ήξερε. Αλλά δεν γνώριζε την ερμηνεία του οιωνού και δεν την ένοιαζε, γιατί ήθελε να ξεράσει, μόνο αυτό. Παραπατώντας πήγε στην πόρτα και την άνοιξε.

~~~

Οι στεριανοί νομίζουν ότι η θάλασσα είναι ήμερο ζώο που κάποιες φορές γίνεται θηρίο. Οι θαλασσινοί γνωρίζουν ότι η θάλασσα είναι τόσο ισχυρή που δεν μπορείς να την τιθασέψεις, σίγουρα δεν μπορείς να τη δαμάσεις. Ελπίζεις μόνο να σ’ ανεχτεί στη ράχη της.

Αυτό που είδε η Γιωταλία την τρόμαξε τόσο που σταμάτησε ν’ ανακατεύεται. Το Έσεξ είχε πέσει σε φουρτούνα. Είχαν περάσει κάτω απ’ το ακρωτήρι Πασσέρο, ανάμεσα στη Σικελία και στη Μάλτα, για ν’ αποφύγουν το στενό της Μεσσήνης, όπου θα τους εντόπιζαν οι ιταλικές αρχές, οι «Γκαριμπάλντι», και θα τους έλεγχαν.

Ο ουρανός κόντευε να πέσει στο κεφάλι τους, ένα μαύρο άγριο αεικίνητο που τους υποσχόταν θάνατο. Τα κύματα έφταναν ως το μεσιανό κατάρτι του πλοίου. Το σήκωναν τόσο ψηλά και μετά τ’ άφηναν να πέσει κάτω, στις χαράδρες της θάλασσας.

Οι ναύτες έβριζαν κι έτρεχαν να μαζέψουν πανιά και τέντωναν τα σχοινιά για να κλείσουν καλύτερα το αμπάρι. Αν έμπαινε θαλασσινό νερό και μούσκευε το φορτίο τους, που ήταν τσουβαλιασμένο σε εικοσάκιλα, θα το κατάστρεφε.

Πέρα απ’ αυτό, υπήρχε και η χειρότερη περίπτωση, να βυθιστούν όλοι μαζί, φορτίο, πλοίο, άνθρωποι –και σκύλος, μέσα εις στη Μεσόγειο, στο ίδιο μέρος όπου πολλοί ακόμα είχαν πνιγεί, στο ίδιο μέρος όπου ναυάγησε κι ο Απόστολος Παύλος.

Η Νέδα, που ξύπνησε σαν άνοιξε η πόρτα και πήγε να βγει, γύρισε πίσω όσο πιο γρήγορα γινόταν και χώθηκε κάτω απ’ την κουκέτα. Τ’ αθάνατα σκυλιά δεν πνίγονται, αλλά εκείνη δεν ήξερε ότι είναι αθάνατη, φοβόταν.

Η Γιωταλία σκέφτηκε να χρησιμοποιήσει το ξόρκι του νερού απ’ τη Μαύρη Δωδεκάτευχο. Αλλά δεν ήθελε να φανεί ποια ήταν. Κανείς δεν συμπαθεί τις μάγισσες.

Ένα κύμα χτύπησε τα έξαλα του πλοίου με τόση δύναμη που ακούστηκε το ξύλο να τρίζει και να ετοιμάζεται να σκιστεί. Ήταν ολόκληροι κορμοί δέντρου στα πλαϊνά, όμως η βία του νερού θα τα έκανε θρύψαλα.

Μπροστά στα μάτια της είδε ένα ναύτη που τον άρπαξε το κύμα απότομα σαν να ήταν ένα απ’ τα κεφάλια της Σκύλλας. Δεν πρόλαβε καν να φωνάξει. Μόνο άνοιξε το στόμα, γύρισε και κοίταξε τη Γιωταλία, σαν να ήθελε να την καλημερίσει. Μετά χάθηκε στη θάλασσα, χωρίς τίποτα δραματικό, πέρα απ’ το θάνατο του.

Είδε κι άλλον έναν να έχει την ίδια μοίρα, που βλαστήμησε στα πορτογαλικά πριν χαθεί. Ένας τρίτος γλίστρησε καθώς το καράβι έγειρε προς τα δεξιά, σχεδόν αναποδογύρισε. Εκείνος έπεσε ίσια στον καταπιόνα της θάλασσας.

Έψαξε να δει τον καπετάνιο τριγύρω. Τίποτα. Ούτε καν ο Άλμπατρος δεν ήταν στη τιμονιέρα. Παντού φοβισμένοι άντρες που κρατιούνταν όπως κι όπου μπορούσαν πλέον. Κι η φουρτούνα δυνάμωνε. Ο μικρός Ισμαήλ ήταν ο μισός κρεμασμένος απέξω απ’ το σκαρί του πλοίου, μ’ ένα σχοινί στη μέση του να τον κρατάει. Δεν θα έμενε για πολύ εκεί. Η Γιωταλίας κατάλαβε ότι ήταν θέμα επιβίωσης, δεν μπορούσε να κρυφτεί. Δεν είχε σημασία αν ήταν μάγισσα πλέον. Θα πέθαιναν όλοι μαζί.

Προχώρησε προς το κέντρο του καταστρώματος. Ένας ναύτης της έκανε νόημα να γυρίσει πίσω στην καμπίνα. Και τι θα κέρδιζε έτσι; Για να πνιγεί ξαπλωμένη; Όταν βουλιάζει το καράβι πνίγονται όλοι οι επιβάτες, της πρώτης και της τρίτης θέσης, καπετάνιοι και θερμαστές.

Το καράβι γύρισε προς τ’ αριστερά κι η Γιωταλία γλίστρησε στο βρεγμένο ξύλο, έπεσε κι έφυγε προς τη θάλασσα. Τελευταία στιγμή την άρπαξε απ’ το πόδι ο άντρας που είχε τατουάζ παντού, ακόμα και στο πρόσωπο.

«Είσαι κακότυχη», της είπε, αλλά δεν την άφησε.

Μια γυναίκα σε λαθραίο πλοίο σήμαινε κακοτυχία. Αλλά ο Κουίκουεγκ δεν θυσίαζε ανθρώπους για να κατευνάσει τη θάλασσα. Το θεωρούσε χειρότερη κατάρα απ’ το θάνατο. Γιατί στη θρησκεία των Μαορί είναι μεγάλο ταπού να προδίδεις τους συντρόφους σου.

Έδειξε στη Γιωταλία κάτι πίσω της, στη θάλασσα. Φάνηκε το τέλος τους να πλησιάζει. Ήταν ένα κύμα τριπλάσιο απ’ τα προηγούμενα, τόσο ψηλό που έκρυψε τον ουρανό. Αυτό θα τους σήκωνε ως τα σύννεφα και θα τους έθαβε στο βυθό. Ήταν η μοίρα τους, που κάθε ναυτικός ξέρει πως θα συναντήσει. Όσοι ήταν θρήσκοι έκαναν το σταυρό τους. Το ίδιο έκαναν κι οι υπόλοιποι. Κανείς δεν είναι άθεος σ’ ένα πλοίο που βυθίζεται.

~~~~

Την ίδια στιγμή στο Κατάκολο ακούστηκε ένα καμπανάκι εισόδου, στην πόρτα του μόνου μαγαζιού όπου μπορούσες να πουλήσεις μέχρι τη μάνα σου –αρκεί ν’ άξιζε το αντίτιμο.

«Αργήσατε», είπε ο Νετασκέτας. Είχε πάει την αναπηρική καρέκλα του δίπλα στο ενυδρείο. Δεν έδειχνε καθόλου φοβισμένος. Γέμιζε τη γυάλινη πίπα του.

Ο Νίτσης, καψαλισμένος και φορώντας τα ρούχα του Ερυθρού Σταυρού, μπήκε δεύτερος. Το μυαλό του ήταν άδειο. Είχε δυσκολευτεί να το πετύχει, αλλά το χρειαζόταν, γιατί σκότωνε περισσότερους απ’ όσους αντέχει οποιαδήποτε συνείδηση. Έτσι μπλόκαρε τις σκέψεις, πέρα απ’ αυτές που τον αφορούσαν άμεσα. Σαν να ήταν λύκος μέσα στο καταχείμωνο δεν σκεφτόταν τίποτα άλλο απ’ το κυνήγι.

Μπροστά πήγαινε ο Θάνος. Λιγάκι πιο κόσμιος, αλλά κι εκείνος ήταν ταρακουνημένος, τσαλακωμένος, αποθαρρημένος. Στη διαδρομή σκεφτόταν ότι θα προτιμούσε να είχε μείνει χωροφύλακας στο μηδενοχώρι, με τρεις δεκάρες στην τσέπη και ήσυχο το μυαλό.

«Με λένε Γκάτζο, είμαι της χωροφυλακής», του είπε.
«Σιγά μην είσαι και της αρχιεπισκοπής.»
«Γιατί κανείς δεν με πιστεύει;»
«Μάλλον φταίνε οι παρέες σου», είπε ο Νετασκέτας κι έδειξε τον εκτελεστή πίσω του.
«Ξέρεις τι ψάχνουμε, γέρο», χώθηκε ο Νίτσης.
«Κι αν έλεγα ότι δεν ξέρω;»
«Θα χάναμε χρόνο, κι εσύ θα κέρδιζες πόνο.»

Ο Νετασκέτας δεν φάνηκε να εκπλήσσεται με την απειλή. Άναψε ένα σπίρτο κι έβαλε φωτιά στην πίπα του.

«Ωραία το είπες.» Ρούφηξε μια δυνατή τζούρα. «Τελικά δεν είστε της χωροφυλακής. Της Ακαδημίας είστε.» Γέλασε. Ρούφηξε ξανά την πίπα του.

Ο Θάνος μύρισε τον αέρα. Η πίπα δεν έβγαζε μυρωδιά από ταμπάκο ούτε χασίσι. Είχε μεταλλική αίσθηση ο καπνός της. Ακόμα και η όψη του ήταν περίεργη, κάπως πιο διάφανος, με λεπτές τολύπες.

«Γέρο, τελικά θα μας πεις. Θα πονέσεις τόσο πολύ που θα μας πεις. Οπότε πες χωρίς να πονέσεις.»
«Αυτή η πρόταση δεν μου άρεσε, ξέρεις, το συντακτικό της ήταν λιγάκι… Αλλά θα το σκεφτώ.» Άναψε κι άλλο σπίρτο, ρούφηξε με περισσότερη δύναμη.

Ο Θάνος παρατήρησε τα χρυσόψαρα στο ενυδρείο. Επέπλεαν, μόνο επέπλεαν. Θυμήθηκε κάτι που έκαναν με τα άλλα παιδιά στο χωριό. Πήγαιναν στη λίμνη Τσιβλού κι έριχναν μέσα φύλλα από φλόμους, αφού τα κοπανούσαν και τα έκαναν σκόνη. Φλόμωναν τα ψαράκια κι εκείνα έβγαιναν μετά από λίγη ώρα στην επιφάνεια. Τα παιδιά τα έπιαναν με τα χέρια, τόσο ζαλισμένα ήταν.

Φωτίστηκε. Όρμησε και του άρπαξε την πίπα απ’ τα χέρια.

«Πολύ αργά», είπε ο Νετασκέτας κι έγειρε το κεφάλι του στο πλάι, χαμογελώντας σαν το Βούδα.

«Τι είναι; Ατροπίνη;» ρώτησε ο Νίτσης.

Ο Θάνος μύρισε την πίπα. Αυτή η μικρή τζούρα ήταν αρκετή για να τον κάνει να χάσει την ισορροπία του.

«Τι σκατά;» έκανε κι έψαξε κάπου να κάτσει. Αλλά δεν υπήρχε καρέκλα εκεί μέσα. Ακούμπησε στη βιτρίνα. «Τι ‘ν’ αυτό;»

Ο Νετασκέτας είχε μείνει κόκκαλο στην καρέκλα του. Ανέπνεε τόσο αργά, σχεδόν είχε σταματήσει. Γύρισε λίγο κι έπεσε απ’ το χέρι του ένα φακελάκι. Ο Νίτσης το σήκωσε, το άνοιξε, μύρισε αυτό που υπήρχε μέσα. Και γέλασε.

«Ρε τον κωλόγερο», είπε δυνατά.

Ο Θάνος ήθελε να ρωτήσει τι είναι, αλλά δεν ένιωθε καλά. Δεν χρειάστηκε. Ο Νίτσης του έδειξε το φακελάκι. Είχε μέσα μια σκόνη.

«Ο λευκός χρυσός, πιο ακριβός απ’ το χρυσάφι. Ηρωίνη, το μέλλον της ανθρωπότητας.»
«Ναρκωτικό είναι;»

Ο Νίτσης έκανε δυο βήματα πίσω και κοίταξε τον Θάνο απαξιωτικά.
«Από πού είσαι εσύ;»
«Αγρίδι Αροανίας.»
«Εντάξει, χωριάτης αγροφύλακας. Απορώ τι σου βρήκε ο Καρπώφ. Είναι καινούριο πράμα. Πιο δυνατό απ’ το όπιο, πιο διασκεδαστικό απ’ τη μορφίνη.»
«Πού το βρίσκεις;»

Ο Νίτσης πήγε να πει ότι στην Ελλάδα ήταν πολύ δύσκολο να βρεθεί. Η Bayer είχε τα εμπορικά δικαιώματα. Οπότε όποιος άλλος έφτιαχνε διαμορφίνη έπρεπε να τα βάλει με τη Γερμανία. Μόνο σαν έχασε η Γερμανία τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, έχασε κι η Bayer τα αποκλειστικά εμπορικά δικαιώματα της ηρωίνης –και της ασπιρίνης.

«Μασσαλία.» Αυτό το είχε πει ο Νετασκέτας.

Δεν ήταν χρήστης, δεν ήξερε τι μπορεί να σου κάνει. Την είχε πάρει ενέχυρο από έναν ναύτη, που μετά πνίγηκε κάπου στον κάμπο. Ο Νετασκέτας είχε καπνίσει μια φορά. Αυτή ήταν η δεύτερη. Το έκανε γιατί ήξερε ότι μοιάζει με τη μορφίνη, οπότε πίστεψε πως θα τον βοηθούσε ν’ αντέξει τον πόνο -για να μην πει τίποτα για τη Γιωταλία. Όμως η ηρωίνη τον είχε στείλει σ’ ένα νεφελώδη πλανήτη όπου δεν υπήρχαν εχθροί και φίλοι.

Ο Θάνος μπορούσε να αντιλαμβάνεται τις καταστάσεις και αν προσαρμόζεται πολύ γρήγορα. Αυτό είχε δει σ’ εκείνον ο Καρπώφ. Την Τροία την άλωσε ο Οδυσσέας, όχι ο ήρωας με την αχίλλεια φτέρνα. Γέμισε την πίπα με καινούρια ηρωίνη, την άναψε και του την έβαλε στο στόμα. Ο Νετασκέτας ρούφηξε, αυτόματα, χωρίς να το σκεφτεί. Αισθανόταν τόσο σπουδαία που θα μπορούσε να προσπαθήσει να περπατήσει –χωρίς πόδια.

«Έφυγε κάποιο πλοίο το ξημέρωμα;» ρώτησε ο Θάνος όσο πιο ευγενικά μπορούσε.
«Ένα μόνο», είπε ο Νετασκέτας.
«Πώς το λέγανε;»
«Ξέρεις… Κάποια φορά ξεκινήσαμε να πάμε για το Τσίλι, ξέρεις, στο Βαλπαράιζο, ωραίο λιμάνι. Αλλά οι Χιλιανές δεν πιάνουν φράγκο μπρος στις Βραζιλιάνες. Κολλήσαμε στη θάλασσα των Σαργασσών, εκεί που πάνε να γεννήσουν τα χέλια. Ήταν γιομάτη με λογής παράξενα φυτά και δεν είχε άνεμο να κουνηθούμε, μόνο έναν γέρο ήλιο που μας κοιτούσε. Καθόμασταν στο κατάστρωμα και καπνίζαμε το φορτίο μας. Μπορεί να ‘τανε και χίλιοι τόνοι. Όταν φτάσαμε δεν είχε μείνει τίποτα.»

Ο Νίτσης πήγε να του χώσει γροθιά στα μούτρα. Τον συγκράτησε ο Θάνος και του είπε ότι δεν θα ένιωθε τίποτα.

«Ακόμα κι αν του κόψεις τη μύτη.»
«Και τι προτείνεις να του κόψω; Αρχίδια δεν έχει.»
«Δεν θα του κόψουμε τίποτα. Μόνο το μυαλό.»

Γονάτισε έτσι ώστε να βρίσκεται δίπλα στο δεξί αυτί του Νετασκέτα. Άρχισε να του τριβελίζει το μυαλό με φωνή μαυλιστική.

«Πώς το λένε το πλοίο; Το πλοίο. Πρωί. Ο ήλιος. Έφυγε ένα πλοίο. Τα μαλλιά της κοπέλας είναι άσπρα. Πρωί. Όμορφο κορίτσι. Το πλοίο φεύγει. Γοργόνα.»
«Γιωταλία», είπε ο Νετασκέτας, που την έβλεπε μέσα στο χάσιμο του.
«Γιωταλία. Φεύγει το πλοίο.»
«Καραβόσκαρο.»
«Φεύγει το καραβόσκαρο. Το λένε…»
«Έσεξ. Πήγαινε να βρεις τον Πατακιέλα στο Έσεξ. Καραβόσκαρο. Αλλά ο καπετάνιος…» Ο Νετασκέτας άνοιξε τα μάτια. «Δεν σου είπα για τον κάπτεν Μπαντ.»
«Πού πάει το Έσεξ;»
«Δεν σου είπα για…»

Του έβαλε την πίπα και ρούφηξε άλλη μια τζούρα. Έκλεισε τα μάτια πάλι.
«Πού πάει;»
«Μασσαλία. Πάνε για την άσπρη φάλαινα.»

Ο Θάνος χάιδεψε το Νετασκέτα. Του έδωσε να ρουφήξει λίγη ακόμα ηρωίνη. Μετά σηκώθηκε και πήγε στον Νίτση.

«Άσπρη φάλαινα. Είναι η…»
«Έτσι λένε την ηρωίνη», του είπε εκείνος. «Ό,τι έχει να κάνει με άσπρο. Χιόνι, σκόνη, κυρία. Το φάλαινα είναι καινούριο.»
«Οπότε ξέρουμε πού πάμε. Ξέρουμε και ποιους κυνηγάμε. Το θέμα είναι να μάθουμε πώς πάμε. Πού θα βρούμε καράβι;»

Ο Νίτσης έξυσε το κεφάλι του. Μετά μύρισε τα δάκτυλα του. «Καράβι; Δεν έχεις πάρει χαμπάρι ακόμα για ποιον δουλεύεις; Θα μας πάει το Βασιλικό Ναυτικό.»

Ο Θάνος δεν ρώτησε αν ο εργοδότης τους είχε τόση δύναμη. Ήξερε ότι την είχε. Ήταν ένα κράτος μες στο κράτος. Κι όμως, πάλι σκέφτηκε ότι ήθελε να γυρίσει στο Αγρίδι και να ψαρεύει στη Τσιβλού με τους φίλους του, να πήγαιναν στους καταρράκτες του Μπουλούμπαση, ν’ ανέβουν το Νεραϊδοβούνι του Ερύμανθου. Μετά θυμήθηκε τη γοργόνα, τη Γιωταλία. Ήθελε να τη βρει, αλλά δεν ήθελε να τη βρει μαζί με τον τρελό Νίτση.

«Προτείνω κάτι», του είπε. «Να την περικυκλώσουμε.»
«Στη θάλασσα;»
«Ξέρουμε πού πηγαίνουν» του είπε ο Θάνος. «Ο ένας θα πάει απ’ τη θάλασσα, ο άλλος οδικώς στη Μασσαλία.»

Η ιδέα άρεσε στον Νίτση. Θα έπρεπε να πάνε απ’ την Πάτρα. Στο ναύσταθμο ελλιμενιζόταν η κορβέτα Πάτραι, ρώσικο ιστιοφόρο που είχε αγοράσει ο Καρπώφ και το είχε δωρίσει στο Βασιλικό Ναυτικό. Από εκεί θα ξεκινούσε ο ένας.

Ο άλλος θα έφευγε με άλογο, μόνος του. Αν άλλαζε κάθε μέρα άλογο, κι αν δεν κοιμόταν, θα έφταναν μαζί στη Μασσαλία, κορβέτα και άλογο.

Καθώς μιλούσαν για όσα ήθελαν κι έπρεπε να κάνουν ο Νετασκέτας συνήλθε λιγάκι.
«Καθίκια, δεν θα σας πω τίποτα», είπε μασώντας τις λέξεις.

Δεν ασχολήθηκαν μαζί του. Τον αφήσανε εκεί και βγήκαν. Το κουδουνάκι ακούστηκε και πάλι.

Ο Νετασκέτας είπε μόνο: «Συγνώμη, μικρή.»
Κι έψαξε να βρει το φακελάκι του, για να καπνίσει λίγο ακόμα απ’ την ηρωική της Bayer.

~~~~~

Καθώς πλησίαζε το Μεγάλο Κύμα της Μοίρας επικράτησε ηρεμία, η σιωπή πριν το τέλος. Η Γιωταλία κατάφερε να σηκωθεί και περπάτησε ως την πλώρη. Η Νέδα γάβγιζε απ’ την καμπίνα, αλλά δεν τολμούσε να βγει.

Όλοι οι ναύτες είχαν στραφεί να δουν τι θα έκανε το κορίτσι. Σαν έφτασε μπροστά κατέβασε την κουκούλα της κι έλυσε τα μαλλιά της. Ο άνεμος που ερχόταν από μπροστά τα έκανε σαν σύννεφο γύρω απ’ το κεφάλι της.

Η Γιωταλία μουρμούρισε το πρώτο ξόρκι του νερού. Το Μεγάλο Κύμα συνέχισε να πλησιάζει. Είπε το δεύτερο ξόρκι του νερού. Το Κύμα τους έπιασε κι άρχισε να τους σηκώνει. Η θάλασσα δεν μαγεύεται εύκολα, σαν τις λίμνες, είναι παμμέγιστη.

Κι ενώ το Μεγάλο Κύμα ετοιμαζόταν να τους αναποδογυρίσει, να τους συντρίψει, η Γιωταλία φώναξε το τρίτο ξόρκι του νερού, το πιο δυνατό.

Για μια στιγμή φοβήθηκε ότι δεν θα γινόταν τίποτα, αλλά αυτό κράτησε μόνο τόσο λίγο. Το Μεγάλο Κύμα έσβησε αργά, αφήνοντας το καράβι απαλά στην επιφάνεια της θάλασσας. Και παντού τριγύρω τα κύματα έπαυσαν, ακολουθώντας μια εντολή που ήταν πέρα απ’ τα φυσικά.

Οι ναύτες έμειναν άφωνοι κι εκείνοι, τι θα μπορούσαν να πουν μετά απ’ αυτό; Πολλά είχαν τα μάτια τους, δεν ήταν καινούριοι, αλλά εκείνο ήταν θαύμα, ήταν μαγεία αληθινή και την ξεστομίσει το κορίτσι με τα άσπρα μαλλιά. Μια μάγισσα.

Όλοι σηκώθηκαν και τίναξαν το νερό από πάνω τους, ενώ αγκαλιάζονταν κι έκλαιγαν. Η Νέδα επιτέλους βγήκε απ’ την καμπίνα κι έτρεξε δίπλα στη Γιωταλία. Εκείνη γύρισε προς τους ναύτες.

«Λοιπόν; Είμαι κακότυχη;»

Αντί γι’ απάντηση ακούστηκε το στριγκό βιολί απ’ την καμπίνα του καπετάνιου.

Ο Ισμαήλ πλησίασε τη Γιωταλία.

«Για σένα είναι», της είπε κι έδειξε την πόρτα. «Σε καλεί ο αφέντης.»

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ