Γιωταλία (10. Τσίρκο Φρικιών)

0
374

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι freak-show-1924.jpg

25

Στους δρόμους της Τουλούζης, της ροζ πόλης, περπατούσε βιαστική μια γυναίκα ντυμένη στα μαύρα. Μονολογούσε κι έφτυνε κατάρες μέσα απ’ τα δόντια της. Είχε μελανιασμένο το ένα μάτι.

Ήταν καλοκαίρι και νύχτωνε αργά. Πλήθος κόσμου είχε βγει για τη βραδινή του βόλτα στις όχθες του Γκαρόν. Στις μπουάτ και στις μπρασερί η πράσινη νεράιδα, το αψέντι, έσταζε στο μυαλό των μποέμηδων Οξιτανών. Η Τουλούζη ήταν ο μεθοριακός σταθμός, ανάμεσα στη Γαλλία και στην Ισπανία, αλλά όλοι ήταν Οξιτανοί. Κάθε Ισπανός που ήθελε να εκθέσει τους πίνακες του στο Σαλόνι των Απορριφθέντων, σταματούσε για λίγο εκεί. Κι οι Γάλλοι συγγραφείς που πήγαιναν να δουν ταυρομαχίες έκαναν μια στάση.

Αν το Παρίσι ήταν η καρδιά της Ευρώπης, η Τουλούζη ήταν το υπογάστριο. Οι πόρνες ψωνίζονταν ελεύθερα στους δρόμους, οι κιθαρίστες τραγουδούσαν κάνσος του τρουβαδούρου Αϊμερίκ ντε Πεγκιλιάν, οι νέοι κυνηγούσαν τους παπάδες με περίστροφο.

«Χειρότερα κι απ’ την Κόρινθο», είπε η γυναίκα κι άνοιξε το βήμα.

Πέρασε την Πον Νεφ, την κεντρική γέφυρα, που βρωμούσε κάτουρο, σπέρμα και χασίς. Παρατήρησε μέσα στις σκιές, κάτω απ’ τη γέφυρα, κάποιους που ήταν λιωμένοι, καταβροχθισμένοι από μέσα. Ίσα που στέκονταν όρθιοι. Ήταν τα θύματα της νέας σκοτεινής μαγείας, της ηρωίνης.

Ένας απ’ αυτούς πλησίασε τη γυναίκα με τα μαύρα κι άρχισε να της λέει μασώντας τις λέξεις και μπερδεύοντας τες με οξιτανικά:
«Voulez vous me donner quelque chose?»
«Βουλεβού στα μούτρα σου», του απάντησε κι απομακρύνθηκε.

~~

Στην ανατολική όχθη του Γκαρόν είχαν στήσει μια σκηνή τσίρκου. Εκεί πήγαινε. Δεν ήταν κανονικό τσίρκο, απέξω έγραφε «Cirque du Freak». Πλήρωσε τα φράγκα που της ζητήσανε χωρίς να μιλήσει και μπήκε.

Αγνόησε τη γυναίκα με τα μούσια και τον πιο ψηλό άντρα του κόσμου –που φαινόταν ότι στεκόταν σε κωλόβαθρα. Έριξε μια βιαστική ματιά στα σιαμαία κορίτσια, που μοιράζονταν την καρδιά τους. Στάθηκε να δει το μάγο που έκοβε στη μέση μια γυναίκα. Λυπήθηκε την Αλίκη, μια γάτα που είχε ανάποδα κολλημένα στο σώμα της δύο γατάκια. Δίπλα της ένας γίγαντας σήκωνε ένα άλογο, όπως το υποσχόταν στην αφίσα. Αλλά ήταν μικρό άλογο, πόνυ.

Τους προσπέρασε και πήγε στο βάθος, στην ατραξιόν του τσίρκου τεράτων, το κεντρικό θέαμα, ίσως γιατί ήταν το μόνο που ήταν αληθινό. Εκεί είχαν μαζευτεί οι περισσότεροι θεατές, κάθε ηλικίας και φύλου. Τα παιδιά έσπρωχναν για να περάσουν μπροστά, για να μπούνε πρώτα.

Ο κονφερασιέ εμφανίστηκε κι άρχισε να εξηγεί τι θα έβλεπαν, αν πλήρωναν ένα φράγκο παραπάνω.

~~~

Μάινεν ντάμεν οντ χέρεν, λέιντις εντ τζέντλεμεν, κυρίες και κύριοι και παιδιά, κι εσείς αγαπητοί γέροντες που έχουν δει πολλά τα μάτια σας, καλωσορίσατε στο πιο τρομακτικό και μαγευτικό θέαμα της Τουλούζης.

Θέλω να σας προειδοποιήσω, πως αν κάποιος έχει αδύναμη καρδιά που κάνει φτερουγίσματα και μαρμαρυγές, καλύτερα να μην περάσει το κατώφλι. Το τσίρκο μας δεν φέρει καμία ευθύνη για ό,τι σας συμβεί.

Αυτό που θα δείτε δεν είναι κάτι συνηθισμένο. Αυτό το κακόμοιρο και τρομερό πλάσμα είναι καταραμένο απ’ το θεό κι απ’ το διάβολο. Καταραμένο απ’ τους ανθρώπους. Καταραμένο απ’ όλους.

Ο πατέρας του ήταν ναυτικός κι είδε πολλά λιμάνια. Μα δεν είδε μόνο λιμάνια, είδε κι άλλα πράγματα που δεν κάνει να πούμε γιατί υπάρχουν και μικρά παιδιά. Σε κάποιο απ’ αυτό κόλλησε και την αρρώστια που μερικοί αποκαλούν Μικρό Θεό, γιατί σε τρελαίνει και σε κάνει να φέρεσαι αλλόκοτα.

Ο άντρας άφησε τη θάλασσα, γύρισε στο χωριό του, στις Μπανιέρες της Λυσόν, πάνω στα Πυρηναία, και ζήτησε το χέρι μιας όμορφης παρθένας. Την έδωσαν οι γονείς της, γιατί ο ναυτικός είχε μαζέψει φράγκα.

Τη μέρα του γάμου, έστησαν μεγάλο τραπέζι έξω απ’ την εκκλησία. Κι ενώ όλα πήγαιναν καλά κι ο γαμπρός είχε αρχίσει θεός να νιώθει πάλι, μια γριά που κανείς δεν είχε ξαναδεί, ζήτησε να την κεράσουν κι εκείνη ένα κοψίδι.

Ο γαμπρός την πρόσβαλλε και την έδιωξε κλοτσηδόν. Αλλά, κυρίες και κύριοι, και μικρά παιδιά, δεν ήξερε ότι η γριά ήταν…
Μάγισσα! Κόρη του Διαβόλου! Σατανική ακόλουθος!

Η γριά τον καταράστηκε να τον θάψουν πριν κρυώσει το φαγητό που της αρνήθηκε. Κι η νύφη να μη μεγαλώσει το παιδί της.

Ο γαμπρός γύρισε στο τραπέζι κι όπως έτρωγε ένα κοτόπουλο και κατέβαζε κρασί, του στάθηκε ένα κόκαλο στο λαιμό και πνίγηκε.

Σηκώθηκαν απ’ το τραπέζι του γάμου οι καλεσμένοι και μπήκαν στην εκκλησία για την κηδεία. Τον ψάλανε, τον θάψανε στο νεκροταφείο που ήταν στο προαύλιο, και μέχρι να επιστρέψουν στο τραπέζι το φαγητό δεν είχε καλά καλά κρυώσει.

Μέσα στη θλίψη και στο χαμό συνέχισαν να πίνουν πιο πολύ κι αντί για τραγούδια γάμου έλεγαν μοιρολόγια. Έγιναν όλοι στουπί. Κι η νυφοχήρα πήγε να κοιμηθεί στο γαμήλιο κρεβάτι μόνη, χωρίς να έχει δύναμη να βγάλει το πένθιμο νυφικό.

Μόλις έκλεισε τα μάτια ένιωσε έναν άντρα να την καβαλάει και να της ανοίγει τα πόδια. Φοβήθηκε η νυφοχήρα μην ήταν ο κουνιάδος της, φοβήθηκε η νυφοχήρα μην ήταν ο πεθερός της, φοβήθηκε μην ήτανε ο διάολος. Και δεν άνοιξε τα μάτια.

Μόνο σαν άκουσε τη φωνή του, καθώς έχυνε, τ’ άνοιξε τα μάτια. Αυτός που τη ξεπαρθένευε ήταν ο νεκρός της άντρας, αυτός που είχαν θάψει πριν λίγη ώρα και δεν είχε καλά καλά κρυώσει.

Η νυφοχήρα έχασε το φως της μέχρι το επόμενο πρωί.

~~

Και νομίζετε ότι έτσι τέλειωσε η τραγωδία τους, που κανένας Ρακίνας, κανένας Μολιέρος, κανένας Σαιξπήρος δεν θα μπορούσε να επινοήσει;

Δεν πέρασαν πολλοί μήνες κι η νυφοχήρα άρχισε να φουσκώνει. Πώς να τους πει ποιος ήταν ο πατέρας του παιδιού και ποιος να την πιστέψει; Τη διώξαν οι γονείς της, τη διώξαν οι συγχωριανοί.

Έφυγε να περπατήσει ως τη σπηλιά της Λούρδης.  Στο δρόμο της ήρθε να γεννήσει, εκεί μέσα στην ερημιά, χωρίς Ιωσήφ και χωρίς μουλάρι. Προσευχήθηκε στο Θεό να σώσει το παιδί της. Μα εκείνος δεν απάντησε. Ζήτησε το ίδιο απ’ τον Διάβολο, κι ας ήξερε τι θα ‘δινε γι’ αντάλλαγμα.

Και πράγματι, κατάφερε να γεννήσει, λιγάκι πριν πεθάνει και φύγει η ψυχή της για την Κόλαση. Το μωρό έκλαιγε μες στο δάσος. Άνθρωποι δεν υπήρχαν κοντά. Μόνο τα θεριά το ακούσανε.

Οι αλεπούδες θα το έτρωγαν, οι νυφίτσες θα το τρώγαν. Έφτασε πρώτη εκεί μια λύκαινα. Πριν μερικές βδομάδες είχε γεννήσει κι είχε γάλα. Πήρε το ορφανό στη φωλιά της, γιατί οι λύκοι είναι πιο άνθρωποι απ’ τους ανθρώπους. Το βύζαξε μαζί με τα δικά της και το έμαθε τους τρόπους των λύκων.

~~

Κι έφτασε ο μεγάλος χειμώνας του Οκτώ. Θα το θυμάστε όλοι, πέντε χρόνια πάνε από τότε. Τα βουνά έγιναν άσπρα, τα ποτάμια πάγωσαν, και κράτησε το χιόνι ως το Δεκαπενταύγουστο.

Οι λύκοι ψοφούσαν απ’ την πείνα και κατέβαιναν στα χωριά ν’ αρπάξουν κότες και αρνιά, ν’ αρπάξουν και μωρά. Όταν πεινάς πρέπει να φας.

Οι άνθρωποι έφτιαξαν απόσπασμα, τους περικύκλωσαν και τους σκοτώσανε. Ανάμεσα στους λύκους, ανάμεσα στα ζώα, βρήκαν και κάτι που δεν είχαν ξαναδεί. Την έπαρση του ανθρώπου! Την κατάρα της μάγισσας! Το σημάδι του διαβόλου!

Κρατηθείτε, κυρίες και κύριοι, και μικρά παιδιά κι εσείς γέροντες που έχετε τόσα δει. Θα δείτε κάτι τόσο αποτρόπαιο που μόνο διαβολικό μπορεί να είναι:
Τον λυκάνθρωπο των Πυρηναίων!

~~~~

Ο κονφερασιέ τράβηξε το σκοινί κι άνοιξε μια μικρή είσοδος. Δεν φαινόταν απέξω πώς ήταν ο λυκάνθρωπος. Αν ήθελες να δεις έπρεπε να μπεις, και για να μπεις έπρεπε να πληρώσεις. Επιστροφές χρημάτων δεν γίνονταν. Σιγά σιγά πλήρωσαν όλοι και μπήκαν. Πρώτα τα παιδιά, τελευταία η γυναίκα με τα μαύρα.

Στην άκρη υπήρχε μια ακόμα τέντα, μικρότερη. Ο κονφερασιέ ξεκίνησε πάλι την εισαγωγή του, αλλά κάποιοι διαμαρτυρήθηκαν, ήθελαν να δουν, όχι ν’ ακούνε λόγια. Εκείνος ήξερε τι έκανε. Ήθελε να τους αυξήσει την αγωνία, να τους εκνευρίσει, να το ζητήσουν, να το απαιτήσουν.

«Ορίστε, λοιπόν. Το ζητήσατε. Σας το δίνω!»

Άνοιξε την τελευταία κουρτίνα. Πίσω της υπήρχε ένα μεγάλο κλουβί, όπως αυτό που έχουν στο ζωολογικό κήπο για τις αρκούδες. Σε πρώτο πλάνο μια πιατέλα γεμάτη ωμό κρέας, εντόσθια και αίμα. Φαινόταν ότι κανείς δεν είχε φάει απ’ αυτό, ότι ήταν καθαρά διακοσμητικό.

Βρωμούσε περιττώματα κι απλυσιά. Στα δεξιά ήταν κάτι που έμοιαζε με σπηλιά. Ήταν φτιαγμένη από παπιέ μασέ κι υποτίθεται πως ήταν φωλιά λύκου.

Στην άλλη γωνία, με πρόσωπο στον τοίχο, καθόταν ανακούρκουδα ένα γυμνό πλάσμα. Θα μπορούσε να είναι παιδί ή νάνος, τέτοιο ήταν το ύψος του, αλλά η ράχη του ήταν τριχωτή. Όχι τρίχες ανθρώπινες, είχε κανονικό τρίχωμα. Με το κεφάλι ανάμεσα στα πόδια δεν έμοιαζε απειλητικός. Πιο πολύ το λυπόσουν.

«Ε, λύκε, κοίτα μας», του φώναξε ο κονφερασιέ, αλλά το πλάσμα δεν κουνήθηκε.

Οι θεατές άρχισαν να γιουχάρουν. Κάποιος είπε ότι η δική του πλάτη ήταν πιο τριχωτή –και γέλασαν όλοι. Ο κονφερασιέ προσπαθούσε να διασκεδάσει τις εντυπώσεις και να εξομαλύνει την κατάσταση.

«Δεν του αρέσει να είναι εδώ, αλλά είναι άγριος, πιστέψτε με.»

Ο κόσμος φώναζε, ζητούσε τα λεφτά του. Ο κονφερασιέ ξεκίνησε να χτυπάει τα κάγκελα με το ραβδί του.

«Ρωμύλε! Λύκε! Ξύπνα!»

Κι ενώ τίποτα δεν γινόταν, κι ενώ κάποιος γύρισε να φύγει, ενώ άλλοι κινούνταν απειλητικά προς τον κονφερασιέ, ξεκίνησε ν’ ακούγεται ένα γρύλισμα. Δεν ήταν λύκου ούτε σκύλου, ήταν πιο βαθύ, σαν να έβγαινε μέσα απ’ τη γη, μέσα απ’ την Κόλαση. Όλοι γυρίσανε να κοιτάξουν, κάποιοι πιάστηκαν απ’ τα κάγκελα. Κι άξαφνα ο Ρωμύλος πετάχτηκε πάνω τους, τραυματίζοντας έναν στο πρόσωπο.

Οι θεατές τρομάξανε, ξεκίνησαν να ουρλιάζουν οι γυναίκες. Τα παιδιά κι οι γέροι κατουρήθηκαν πάνω τους. Κάποιος έβγαλε το πιστόλι του. Ο λυκάνθρωπος ούρλιαζε και γάβγιζε μαζί. Πήγε στο πιάτο, άρπαξε το ωμό κρέας κι άρχισε να τρώει πασαλείβοντας το πρόσωπο του, πιτσιλώντας τα πάντα με αίμα. Μερικοί απ’ τους θεατές αναγουλιάσανε, ένα παιδί έκανε εμετό.

Το πρόσωπο του λυκάνθρωποι ήταν κάτι ανάμεσα σε ανθρώπινο και ζωώδες. Ήταν κοντός σαν λύκος, αλλά στεκόταν όρθιος και σαν άνθρωπος, και τα γεννητικά του όργανα ήταν ανθρώπινα. Έτσι όπως στεκόταν κι έτρωγε το πέος του ήταν σε στύση. Κάποιες γυναίκες εντυπωσιάστηκαν κυρίως μ’ αυτό –αυτές συνήθως επέστρεφαν την επόμενη νύχτα.

Αφού έφαγε το κρέας του επιτέθηκε πάλι στα κάγκελα. Ούρλιαζε και προσπαθούσε να τους φτάσει, να τους πληγώσει. Ο κονφερασιέ επενέβη και τον χτύπησε στην κοιλιά με το ραβδί του. Το πρόσταξε να γυρίσει στη σπηλιά του. Το πλάσμα υπάκουσε, αφού κατούρησε πάνω στον κονφερασιέ.

Εκείνος δικαιολογήθηκε για την ζωώδη συμπεριφορά του λυκάνθρωπου, που ήταν απρόβλεπτη. Στον άνθρωπο που είχε τραυματιστεί, ελαφρά σίγουρα, του είπε ότι θα τον αποζημιώσει. Και στους υπόλοιπους ότι θα τους επέστρεφε τα χρήματα τους αν ήθελαν.

Κανείς δεν ήθελε. Όλοι ήταν απόλυτα ικανοποιημένοι. Είχαν τρομάξει στ’ αλήθεια. Ήθελαν να βγουν έξω, να καπνίσουν ένα τσιγάρο για να ηρεμήσουν και να πάνε σπίτι να πουν τι είδανε.

Η γυναίκα με τα μαύρα ακολούθησε τη ροή, έτσι όπως βγήκαν απ’ τη μικρή τέντα του λυκάνθρωπου. Λίγο πριν την κεντρική έξοδο έστριψε κι ακούμπησε στο πανί. Έκανε μια μικρή κίνηση με τα δάκτυλα του αριστερού χεριού, είπε μια φράση κι εξαφανίστηκε. Αν ήξερες τι έψαχνες και πού να κοιτάξεις, θα έβλεπες τη μορφή της, κρυμμένη στο περιβάλλον σαν να ‘ταν χαμαιλέοντας.

Έμεινε εκεί ακίνητη, περιμένοντας να τελειώσει η παράσταση. Σχεδόν την πήρε ο ύπνος. Θυμήθηκε πώς είχε φτάσει στην Τουλούζη και στο 1913.

26

Το πρώτο που μύρισε η Γιωταλία στην καμπίνα του καπετάνιου ήταν αρρώστια. Δεν μπορούσε να ξεχωρίσει αν ήταν της ψυχής ή του σώματος, άλλωστε αυτά πολύ συχνά αρρωσταίνουν μαζί.

Εκεί μέσα είχε φως, παρότι δεν υπήρχαν παράθυρα. Έκαιγαν λάμπες που μύριζαν ψαρίλα και λιβάνι. Ακουγόταν μουσική από ένα γραμμόφωνο. Είχε ακούσει γι’ αυτό, πρώτη φορά έβλεπε.

Το δωμάτιο εκείνο ήταν το καθιστικό, δεν είχε κρεβάτι, οπότε υπήρχε κι άλλος χώρος, εκεί όπου κρυβόταν ο καπετάνιος. Πάνω στο τραπέζι υπήρχε μια παράξενη γυάλινη σφαίρα, σαν μαγική, με λάμψεις που έμοιαζαν μικροσκοπικοί κεραυνοί. Ακούμπησε το γυαλί και οι κεραυνοί ξεκίνησαν να ρέουν προς το χέρι της. Δεν τρόμαξε, είχε δει και πιο εντυπωσιακές μαγείες από εκείνη του Τέσλα.

Στους τοίχους είχε πορτρέτα αντρών, πίνακες και φωτογραφίες, καθώς και μια γκραβούρα που απεικόνιζε ένα φαλαινοθηρικό. Στον καλόγερο ήταν κρεμασμένο ένα χιτώνιο ναυτικό κι ένα καπέλο.

Στο κέντρο του δωματίου ήταν το αναλόγιο που είχε δει απέξω. Πάνω στο αναλόγιο ένα χοντρό βιβλίο, πιο μεγάλο κι απ’ τη Βίβλο, με τίτλο σε μια ξένη γλώσσα. Η θήκη του βιολιού ήταν ανοιχτή, ακουμπισμένη σε μια πολυθρόνα. Το όργανο κι ο οργανοπαίχτης έλειπαν.

Της ήρθε να γελάσει. Θυμήθηκε ένα απ’ τα παραμύθια που της έλεγε η Λάιλα, εκείνο με την Όμορφη και το Θηρίο. Κάπως έτσι ήταν κι ο πύργος του, αλλά μέσα στο δάσος. Μάλλον κάπου είχε κρυμμένο κι ένα τριαντάφυλλο.

~~

Της χτύπησαν την πόρτα. Η Γιωταλία στάθηκε καλύτερα, έτοιμη ν’ αντιμετωπίσει το Θηρίο.

«Περάστε», είπε, όσο πιο σοβαρά μπορούσε.

Μπήκε ο Ισμαήλ. Κουβαλούσε μια ξύλινα πιατέλα με κρέας και πατάτες

«Δεν προλαβαίναμε να κάνουμε κάτι άλλο, θα φας απ’ το φαΐ του αφέντη.» Ακούμπησε την πιατέλα στο τραπέζι, ανάμεσα στα δυο σερβίτσια.
«Πού είναι;» ρώτησε η Γιωταλία.
«Θα έρθει, μην ανησυχείς. Περίμενε.»

Έφυγε έξω τρέχοντας κι επέστρεψε σχεδόν αμέσως, χωρίς να χτυπήσει, με μια καράφα κρασί κι ένα κουτί στα χέρια. Σέρβιρε κρασί μπρούσκο στα ποτήρια. Ύστερα της έδωσε το κουτί.

«Αυτό είναι δώρο από μας. Επειδή μας έσωσες με τη… Ξέρεις.» Η μαγεία ήταν κάτι που δεν ήθελαν ούτε καν να το αναφέρουν.

Η Γιωταλία άνοιξε το κουτί και είδε μέσα τρεις σειρές από τετράγωνα, τρίγωνα, κύκλους.

«Πτιφού τα λένε. Είναι μικρά γλυκά, σαν σοκολάτες. Κάθε ένα είναι διαφορετικό. Δοκίμασε.»

Πήρε ένα κυκλικό γλυκάκι. Το δάγκωσε, χωρίς να περιμένει αυτό που θα πάθαινε η γλώσσα της κι ο εγκέφαλος της. Κόντεψε να πει το ξόρκι της φωτιάς απ’ την ηδονή. Η Λάιλα Λου έφτιαχνε σιροπιαστά και πίτες, μια φορά είχε αγοράσει και σοκολάτα απ’ το Χελιδόνι. Αλλά το πτιφού ήταν πολύ πάνω απ’ τις ζαχαροπλαστικές επιδόσεις της γητεύτρας.

«Δεν είναι μαγικό;» της είπε ο Ισμαήλ.

Εκείνη βόγκηξε απ’ την απόλαυση. Πήρε ένα τρίγωνο. Εκείνο ήταν άσπρο, εντελώς διαφορετικό και το ίδιο υπέροχο. Έγλειψε τα δάκτυλα της.

«Είπες πιο πριν ότι δεν σε λένε Ισμαήλ.»
«Όχι. Φεντάλαχ με είπε η μάνα μου.»
«Και γιατί συστήθηκες έτσι;»
«Ο αφέντης το θέλει. Όποιος ανεβαίνει στο Έσεξ πρέπει ν’ ακούει εμένα να λέω: Λέγε με Ισμαήλ ή κολ με Ίσμαελ ή απελέ μουά Ισμαέλ ή τζιμαντε Ίσμαελ ή…»
«Εντάξει, κατάλαβα. Γιατί;»
«Τι γιατί;»
«Γιατί πρέπει να το λες;»
«Γιατί δεν ξέρω, δεν πρέπει να ξέρω. Ξέρει αυτός.»

Την άφησε και πήγε να επιθεωρήσει το τραπέζι, να δει αν ήταν όλα στη θέση τους. Ίσιωσε τα πιρούνια. Έφτιαξε τις πετσέτες.

«Γουρούνι είναι», είπε κι έδειξε το κρέας. Βγήκε κι έκλεισε την πόρτα

~~~

Το σκέφτηκε αν έπρεπε ν’ αρχίσει να τρώει ή να περιμένει. Η μυρωδιά τη νίκησε. Είχε να φάει απ’ το Χαμένο Μονόκερο κι εκεί ίσα που είχε τσιμπήσει κάτι. Έκατσε και δοκίμασε μια πατάτα. Δεν ήταν σαν τα πτιφού, αλλά της άρεσε.

Θυμήθηκε τη Νέδα, που την είχε αφήσει απέξω. Πήρε ένα κόκκαλο χοντρό και πήγε στην πόρτα. Το σκυλί ήταν ακριβώς εκεί, κοιμόταν και πάλι. Άνοιξε το ένα μάτι, κούνησε την ουρά του, μύρισε το κόκαλο, έτρεξαν τα σάλια του. Του το έδωσε και το χάιδεψε.

Από εκεί όπου στεκόταν κοίταξε το κατάστρωμα, τη θάλασσα. Είχε βγει κι ο ήλιος, όλα φαίνονταν τόσο γαλήνια, σαν να μην είχαν κινδυνέψει να πεθάνουν όλοι μαζί πριν λίγη ώρα. Οι ναύτες επιδιόρθωναν τις ζημιές και σφούγγιζαν τα νερά. Την ευχαρίστησαν σιωπηλά. Ο Κουίκεγκ την πλησίασε.

«Οι άνθρωποι που αγαπούν τα ζώα είναι πιο άνθρωποι», της είπε. Την είχε συμπαθήσει.
«Οι καλύτεροι άνθρωποι είναι τα ζώα», είπε η Γιωταλία.
«Εσύ είχες σοφό δάσκαλο.»
«Δασκάλα.»

Ο άνθρωπος με τα τατουάζ έκανε μια χειρονομία σεβασμού και γύρισε στη δουλειά του. Η Γιωταλία χάιδεψε πάλι τη Νέδα, που είχε αφοσιωθεί ολόψυχα στο ροκάνισμα του κοκάλου. Και μπήκε μέσα να συνεχίσει το φαγητό της.

~~~~

Ακριβώς μόλις έκατσε άκουσε το κλειδί της εσωτερικής πόρτας να γυρίζει. Κι ένα βήχα αντρικό. Είχε έρθει η ώρα να γνωρίσει τον αφέντη καπετάνιο.

Στην καμπίνα μπήκε ένας ψηλός κι αδύνατος άντρας, που έμοιαζε να είναι ανάμεσα στα τριάντα και στα σαράντα. Φορούσε μαύρα ρούχα, που δεν ήταν ναυτικά. Πιο πολύ σαν πρωτευουσιάνος.

Μύτη μεγάλη και γαμψή, πρόσωπο χλωμό και χείλη άχρωμα. Τεράστιοι μαύροι κύκλοι κάτω απ’ τα στρογγυλά μάτια και μαλλιά σαν άχυρα, στο ευρωπαϊκό στυλ, μακριά.

Όταν άφησε το βιολί και το δοξάρι πάνω στο τραπέζι παρατήρησε τα χέρια του. Έτσι της είχε μάθει η Λάιλα Λου. Αν θες να μάθεις ποιος είναι στ’ αλήθεια ένας άνθρωπος, πέρα απ’ τα ρούχα του και τη μιλιά του, πρέπει να δεις δυο πράγματα: Τα χέρια του και τα δόντια του. Τα χέρια δείχνουν τι δουλειά κάνει, χειρωνακτική ή όχι. Τα δόντια δείχνουν πόσα λεφτά βγάζει απ’ τη δουλειά του. Εκείνος είχε πολύ μακριά δάκτυλα και λεπτεπίλεπτα, δάκτυλα αριστοκράτη. Και σίγουρα δεν είχε σκάψει ποτέ.

Τα δόντια του δεν τα είδε.

Ο καπετάνιος δεν είχε κοιτάξει ακόμα κατάματα τη Γιωταλία, σαν να το απέφευγε, σαν να ντρεπόταν. Και σίγουρα δεν ήταν ο τρομακτικός αφέντης που έλεγε ο Ισμαήλ. Φαινόταν ο πιο αδύναμος απ’ όλους όσοι επέβαιναν στο πλοίο.

Ο καπετάνιος ξερόβηξε για άλλη μια φορά πριν μιλήσει.

«Καλημέρα σας και καλωσορίσατε στο Έσεξ. Να σας συστηθώ: Ονομάζομαι Βασίλειος Μπαντής. Είμαι ποιητής και καπετάνιος. Στα λιμάνια με γνωρίζουν ως καπετάνιο Μπαντ.»
Κι έκανε μια άχαρη υπόκλιση.

«Οι ναύτες σου σε λένε αφέντη», είπε η Γιωταλία, χωρίς βεβαίως να τη νοιάζει ν’ ανταποδώσει τις φιλοφρονήσεις και τις υποκλίσεις.

«Ο Χριστός ήξερε εκατό λέξεις. Ο Πιλάτος χίλιες», είπε ο Μπαντ.
«Ο Χριστός ήταν θεός.»
«Κι ο Πιλάτος αφεντικό.»

Πήγε ως την άκρη της καμπίνας και στάθηκε μπρος σε μια προσωπογραφία που του έμοιαζε.

«Δεν μου είπατε το όνομα σας. Κι από πού ερχόσαστε. Είναι προφανές ότι είστε μάγισσα.»
«Τόσο πολύ, ε;»

Δεν είχε νιώσει ούτε για μια στιγμή να απειλείται. Ξεκίνησε να λέει στον καπετάνιο τι είχε συμβεί, το διηγήθηκε ανάποδα και σύντομα. Το ‘πιασε απ’ το Χαμένο Μονόκερο και τον Νετασκέτα, είπε για τη Λάιλα Λου, τον Καρπώφ και το Φάρο στη Θάλαττα.

«Στάσου», της είπε ο Μπαντ, στον ενικό, «στάσου… Γιωταλία. Μπορώ να σε λέω Γιωταλία; Είπες ότι έμενες σ’ ένα φάρο;»
«Όχι κανονικό. Τον είχε χτίσει ο πατέρας μου που ήταν…»
«Καπετάνιος.»
«Ναι, γι’ αυτό…»
«Δεν το πιστεύω.»

Ο κάπτεν Μπαντ γέλασε και τον έπιασε παροξυσμός βήχα. Η Γιωταλία του έδωσε το ποτήρι με το κρασί. Εκείνος ήπιε λίγο απ’ το μπρούσκο και το ‘φτυσε στο μαντίλι του.

«Δεν το πιστεύω», είπε ξανά, «είσαι κόρη του Γεζουέ.»
«Ποιανού;»
«Δεν ξέρεις το επώνυμο σου;»
«Ξέρω το όνομα, Ελισσαίος. Και το επώνυμο ήταν διαφορετικό στα χαρτιά που είχε η Λάιλα Λου. Δόγκας.»
«Χέσε τα χαρτιά. Συγνώμη.» Ήπιε λίγο απ’ το κρασί. «Μόνο ένας καπετάνιος ήταν τόσο τρελός για να χτίσει φάρο στη στεριά. Ο Γεζουές. Κι εσύ δεν ήξερες το όνομα σου. Περίμενε.»

Πήγε και πήρε το βιβλίο απ’ το αναλόγιο. Στάθηκε πάνω απ’ τη Γιωταλία και καθώς ανεβοκατέβαζε το βιβλίο δεξιά κι αριστερά απ’ το κεφάλι της, είπε δυνατά: «Σε βαφτίζω, στο όνομα του πατρός και του διαβόλου, Γιωταλία Γεζουέ. Εγέρθητι!»

Η Γιωταλία δεν ήξερε τι να κάνει.
«Αλήθεια τώρα;»
«Σήκω, σήκω!»

Σηκώθηκε. Ο κάπτεν Μπαντ γέλασε ξανά και τον έπιασε χειρότερος βήχας. Άφησε το βιβλίο στη θέση του κι έπιασε το μαντίλι του. Το ύφασμα έγινε κόκκινο. Δεν ήταν μπρούσκο αυτό που έφτυνε. Το έκρυψε κι έκατσε στο τραπέζι, αφού ζήτησε συγνώμη.

«Ας πιούμε», της είπε. «Τούτο εστί το αίμα μου.»

27

Οι πύλες του χρόνου δεν ήταν ιδιαίτερα ακριβείς. Το αντίθετο, λειτουργούσαν λίγο χαοτικά. Γι’ αυτό δεν έφταιγαν οι πύλες, αλλά ο χρόνος. Γιατί δεν είναι μια ευθεία, είναι ένα ποτάμι. Αν τον βλέπεις από μακριά σου φαίνεται σαν ένα σώμα νερού. Αν κοιτάξεις από κοντά θα δεις ότι δεν υπάρχει ούτε ένα σημείο του ποταμού που να είναι ολόιδιο με κάποιο άλλο. Αν ρίξεις ένα φύλλο στο ποτάμι, καταγράψεις την πορεία του, κι ύστερα ρίξεις ένα ίδιο σε βάρος και σχήμα, στο ίδιο σημείο, θα κάνει διαφορετική πορεία. Όσα και να ρίξεις θα ακολουθήσουν διαφορετικό δρόμο. Χάος.

Ο Ηράκλειτος ίσως και να ήταν ταξιδιώτης του χρόνου. Όταν έγραφε ότι δεν μπορείς να μπεις στον ίδιο ποταμό δυο φορές έμοιαζε σαν ν’ αναφέρεται στην αρχή της απροσδιοριστίας. Κάθε τι αλλάζει την πορεία, ακόμα κι ο παρατηρητής με την παρατήρηση επηρεάζει το παρατηρούμενο. Η επίδραση μπορεί να είναι απειροελάχιστη στις αρχικές συνθήκες, μια πεταλούδα στην Ηλεία, με αποτέλεσμα ένα τυφώνα στην Τουλούζη.

Ο Φοίβος, η Τενερίφη, ο Αυτόλυκος κι η Ζανζιβάρη πέρασαν μαζί την πύλη του χρόνου. Δεν κατέληξαν ούτε στο ίδιο χρονικό σημείο ούτε στο ίδιο μέρος –αφού ο χρόνος με το χώρο συνδέονται. Για κάποιον που κοιτάζει από μακριά θα του φαινόταν απειροελάχιστη διαφορά, ήταν όλοι τριγύρω απ’ τη Μασσαλία, στις αρχές του ίδιου αιώνα. Τι είναι χίλια χιλιόμετρα αν το δεις απ’ την στρατόσφαιρα; Τι είναι λίγα χρόνια αν το δεις υπό το πρίσμα της αιωνιότητας;

~~

Η Τενερίφη βρέθηκε στη Βόρεια Ευρώπη, σ’ ένα φλαμανδικό δάσος. Δεν της φάνηκε παράξενο που ήταν μόνη, ήξερε ότι η μαγεία δεν είναι παιδικό παιχνίδι, έχει ρίσκο. Το μόνο που την έκανε να πονέσει ήταν που δεν είχε μαζί της τη μαθήτρια της, τη Ζήνα.

Έβαλε το μυαλό της να ψάξει για μαγεία τριγύρω. Όταν το έκανε αυτό στην αρχαία Αχαΐα εντόπιζε πέντε-δέκα αμυδρές μαγικές παρουσίες στα εκατό χιλιόμετρα, σαν άστρα που αχνοφαίνονται στο στερέωμα. Όταν εμφανίστηκε η Ζήνα ήταν σαν σουπερνόβα στη γειτονιά.

Εκεί όπου είχε βρεθεί δεν ένιωσε τίποτα μαγικό τριγύρω, ούτε πεφταστέρι μαγείας. Ήταν κακός οιωνός, αλλά θα έβρισκε την άκρη.

Ξεκίνησε να πάει στο πιο κοντινό χωριό, εκεί που φαινόταν καπνός. Ήταν μερικά σπίτια μες στις λάσπες, ρημάδια. Οι άνθρωποι περιφέρονταν με σκυφτό κεφάλι, φορώντας τρίχινα ρούχα. Και φαίνονταν ηλίθιοι.

Για λίγο φαντάστηκε ότι η Πύλη την είχε πάει πίσω, στους παλιούς ανθρώπους. Έλεγε ο Ησίοδος ότι οι άνθρωποι πριν τον Προμηθέα ζούσαν σαν τα ζώα. Έτσι έμοιαζαν κι εκείνοι στο χωριό της Νουένεν.

Πλησίασε προσεχτικά. Μιλούσαν μια άλλη γλώσσα, βαρβαρική. Είχε ξανακούσει κάτι παρόμοιο. Οι Κέλτες, με αρχηγό το Βρέννο, είχαν φτάσει ως την Πελοπόννησο. Ηττήθηκαν, αλλά άφησαν πίσω άντρες και γυναίκες, ολόκληρους οικισμούς, που αναμίχτηκαν με τους ντόπιους.

Θυμήθηκε ένα ξόρκι που της είχε μάθει η δασκάλα της. Όταν ο Αλέξανδρος έφυγε να κατακτήσει τον κόσμο πήρε μαζί τους μάγους να τον βοηθήσουν, αστρολόγους, γητευτές, θεραπευτές και γλωσσολύτες.

Ο γλωσσολύτης μπορούσε με το ξόρκι του να καταλαβαίνει όλες τις ανθρώπινες γλώσσες, αλλά κι εκείνες των ζώων. Η Τενερίφη το ήξερε, αλλά θυμόταν μόνο το μισό. Μετάφραζε τις λέξεις έτσι όπως τις έλεγε ο ομιλητής, αλλά δεν μπορούσε ν’ αντιληφθεί τις ιδιαίτερες χρήσεις, τις μεταφορές, τα σχήματα λόγου, τις ιδιαιτερότητες κάθε γλώσσας.

~~~

Στο πρώτο σπίτι που χτύπησε της έστρωσαν να κοιμηθεί. Ήταν καλοί άνθρωποι, ταλαιπωρημένοι, αμόρφωτοι και χωρίς ελπίδα. Δούλευαν όλη μέρα στα χωράφια ενός γαιοκτήμονα κι αμείβονταν με πατάτες. Το σπίτι άνηκε κι εκείνο στον τσιφλικά. Αν δεν του έδιναν ό,τι ήθελε θα έμεναν άστεγοι.

Όσες μέρες έμεινε εκεί η Τενερίφη δεν έφαγαν τίποτα άλλο από πατάτες –και γογγύλια για σαλάτα. Φορούσαν συνέχεια τα ίδια ρούχα, τα παιδιά γυρνούσαν ξυπόλητα. Μπάνιο δεν έκαναν, αρώματα δεν είχαν. Κι επειδή έπρεπε να κάνουν οικονομία στα ξύλα κοιμόντουσαν όλοι μαζί, με τα σκυλιά και τα γουρούνια, για να ζεσταίνονται. Υποτίθεται ότι ήταν ελεύθεροι άνθρωποι, πολίτες.

«Οι σκλάβοι περνούσαν καλύτερα στον καιρό μου», κατάλαβε νωρίς η Τενερίφη.

Ξυπνούσαν για τη δουλειά πριν χαράξει. Γυρνούσαν μετά τη δύση. Οι μισοί ήταν φυματικοί και γιατροί δεν υπήρχαν –μάλλον δεν υπήρχαν λεφτά για να τους πληρώσουν. Η Οκτωβριανή Επανάσταση θα γινόταν λίγα χρόνια αργότερα. Κι υπήρχε λόγος σοβαρός.

Η Τενερίφη καταλάβαινε τα μισά απ’ όσα έλεγαν, στο περίπου, αλλά δεν μπορούσε να φτιάξει πρόταση. Κάποιες λέξεις μπορούσε να τις πει, σαν να ήταν νήπιο που μόλις μάθαινε να μιλάει. Έλεγε πράγματα όπως : «Θέλει κοιμηθώ.»

Ζήτησε να μάθει για τη Μασσαλία. Ήταν δύσκολο να εξηγήσει τι εννοούσε και να την καταλάβουν. Ευτυχώς υπήρχε ακόμα η ίδια πόλη, αν και με γαλλικό όνομα.

~~~~

Μια Κυριακή ο πατριάρχης των πατατοφάγων την πήγε στο καφέ του μεγάλου χωριού. Εκεί είχε έναν ευρωπαϊκό χάρτη στον τοίχο. Αλλά η Τενερίφη δεν ήξερε το σχήμα του κόσμου. Σκέφτηκε ότι έπρεπε πρώτα να βρει πού ήταν το μέρος όπου ζούσε.

«Εγώ Αχαΐα», τους είπε. Είχαν μαζευτεί διάφοροι περίεργοι και χασομέρηδες, που ήθελαν να βοηθήσουν. «Πελοπόννησος, Κόρινθος, Αθήνα.»

Ο δάσκαλος του χωριού, που ήξερε ελληνική μυθολογία και δίδασκε Όμηρο κατάλαβε ποιες πόλεις εννοούσε.

«Κορίνθε, Αθέινε» Κι άρχισε να λέει τα ονόματα των δώδεκα θεών και των ηρώων. «Ομήρες, Αχίλες, Οντίσσες.» Η Τενερίφη συγκινήθηκε και τον αγκάλιασε.

«Ναι, ναι, Όμηρος κι Αχιλλέας κι Οδυσσέας, ναι.» Και τον φίλησε.

Οι Φλαμανδοί πανηγύρισαν και γέμισαν τα ποτήρια μπύρα.

«Ευτυχώς, οι άνθρωποι συνεχίζουν να πίνουν», είπε η Τενερίφη κι άδειασε μονορούφι το ποτήρι της.

Ζήτησε να της δείξουν την «Κορίνθε». Από εκεί κατάλαβε που έπρεπε να κοιτάξει, δυτικά της Κορίνθου.  Βρήκε τις Συρακούσες και τη Ρώμη. Τους μίλησε για τη Νίκαια, δεν ήταν δύσκολο να τη συνδέσουν με τη Νις.

«Μασσαλία», είπε κι έψαξε παρακάτω στην ακτή της Γαλλίας. Δεν χρειάστηκε να τη βρει. Όλοι οι θαμώνες μαζί φώναξαν: «Μαρσέιγε!»

«Ναι, ναι, Μαρσέιγε, Μασσαλία, θα σε βρω μικρή μου, περίμενε.»

Ήπιε μερικές μπύρες ακόμα κι έφυγε περπατώντας για το νότο. Της έλειπε σίγουρα το μουλάρι της, ο Λανθαρότε.

~~~~

Καθώς προχωρούσε προς τη Μεσόγειο και το ραντεβού, επιβεβαίωσε τα δυο πράγματα της έκαναν εντύπωση στο χωριό-  και πίστεψε ότι συνδέονταν.

Το πρώτο ήταν ότι πράγματι δεν υπήρχε τίποτα μαγικό. Ενώ περπατούσε τόσα χιλιόμετρα κι έλεγχε με το νου της τριγύρω, δεν είχε βρει ούτε ένα φωσάκι μαγείας. Είχε αυτή την ικανότητα, να εντοπίζει όχι μόνο ανθρώπους με δυνάμεις, αλλά και μαγικά αντικείμενα και ζώα, μαγικούς τόπους. Εκείνο το μέρος ήταν τελείως άδειο από μαγεία.

Το δεύτερο ήταν ότι οι άνθρωποι ζούσαν σε πολύ χειρότερες συνθήκες από την εποχή της. Σε όλους τους τομείς.

Ο θεός τους ήταν ένας σταυρωμένος. Οι ιερείς και οι μοναχές που συνάντησε στο ταξίδι, τη φιλοξένησαν και σ’ ένα μοναστήρι, ήταν υποχρεωτικά άγαμοι. Το γαμήσι ήταν απαγορευμένη λέξη και πράξη για όλους. Η Φουέρτε θα ήταν πολύ δυστυχισμένη αν έμενε σ’ εκείνον τον πουριτανικό κόσμο.

Στην ύπαιθρο ζούσαν πάνω κάτω όπως στη Νουέντεν. Μπήκε και σε κάποιες πόλεις που βρέθηκαν στο δρόμο της, αλλά κι εκεί δεν εντυπωσιάστηκε, μόνο κλειστοφοβία την έπιασε, ο ένας πάνω στον άλλο, βρώμα και δυσωδία.

Το μόνο που την άφησε μ’ ανοικτό στόμα ήταν ένα διπλάνο που πέρασε από πάνω της. Θυμήθηκε τον Ίκαρο και την τραγική μοίρα του.

Περπατούσε σ’ ένα χωράφι με ηλιοτρόπια, έξω από την Αρλ, και σκέφτηκε πάλι το μουλάρι της. Θα του άρεσε τόσο πολύ να χαθεί μέσα σ’ αυτά τα κίτρινα χρώματα. Καθώς αναπολούσε τα ξεκούραστα ταξίδια στην καρότσα του και τα μαλλιαρά αυτιά του, έπιασε ένα σήμα.

Είχε βρεθεί σε μια διασταύρωση. Η Μασσαλία ήταν ενενήντα χιλιόμετρα προς το νότο, αλλά η πυξίδα του μυαλού της υπέδειξε να στρίψει δυτικά, τριακόσια χιλιόμετρα για την Τουλούζη.

~~~~~

Όταν μπήκε στη ροζ πόλη είχε περπατήσει πάνω από 1500 χιλιόμετρα. Και φαινόταν λιγότερο κουρασμένη απ’ όσο ήταν, αλλά ήταν πολύ.

Εκείνες τις ημέρες είχαν συμβεί διάφορα περιστατικά με Γερμανούς κατάσκοπους στα γαλλικά εδάφη, οπότε η αστυνομία ήταν σ’ επιφυλακή. Η Τενερίφη σίγουρα δεν έμοιαζε με κατάσκοπο, αλλά έτσι είχαν πει και για τη Μάτα Χάρι, που θα την εκτελούσαν οι γαλλικές αρχές δύο χρόνια αργότερα.

Δυο αστυνομικοί τη σταμάτησαν και τη ρώτησαν ποια είναι, αν έχει χαρτιά. Οι χωρικοί δεν συνήθιζαν να πηγαίνουν απ’ το ένα μέρος στο άλλο χωρίς λόγο. Συνήθως εκεί όπου γεννιόσουν, μεγάλωνες, παντρευόσουν, γερνούσες και πέθαινες. Κι αυτή δεν έμοιαζε για μποέμισσα.

Η Τενερίφη προσπάθησε να τους εξηγήσει με νεύματα και τα νηπιακά της γαλλικά, που ήθελε να πάει. Και μόνο που δεν μιλούσε γαλλικά έγινε περισσότερο ύποπτη. Τους είπε, όσο καλύτερα μπορούσε, ότι είχε χάσει την κόρη της και την έψαχνε.

«Είσαι καθολική;» τη ρώτησε ο αστυνομικός.

Ο αντισημιτισμός κυριαρχούσε εκείνη την εποχή. Οι Εβραίοι ήταν αυτομάτως προδότες του έθνους, όπως είχε συμβεί με την Υπόθεση Ντρέιφους λίγα χρόνια πριν.  Η Τενερίφη δεν μπορούσε καν να καταλάβει την έννοια του «καθολικός», και σίγουρα δεν ήξερε τι σήμαινε για τον άνθρωπο που το ρώτησε.

«Τι ‘ν’ αυτό;» απάντησε.

Είχε μιλήσει ειλικρινά, αλλά ο αστυνομικός νόμιζε ότι τον ειρωνεύτηκε. Της έδωσε μια σφαλιάρα και ξεκίνησε να τη βρίζει.

Η Τενερίφη αποφάσισε να κάνει την κίνηση -για πρώτη φορά στο καινούριο μέρος. Έβγαλε απ’ το σάκο το φρυγικό σκούφο και τον φόρεσε. Περίμενε να δει τον φόβο στα μάτια των αστυνομικών. Εκείνη την χτύπησαν ξανά, πιο βάναυσα, και της φόρεσαν χειροπέδες.

Κάθε σύμβολο είναι ένα σημείο που ο δέκτης το αντιλαμβάνεται ανάλογα με τις πεποιθήσεις του, μ’ αυτά που γνωρίζει. Ο φρυγικός σκούφος δεν ήταν πλέον σύμβολο της μαγείας. Στη Γαλλία, ήταν «Le bonnet phrygien», ο σκούφος της ελευθερίας και σύμβολο της Γαλλικής Δημοκρατίας. Όταν το φόρεσε η ξένη το θεώρησαν ως προσβολή του συμβόλου τους, σαν να είχε τυλιχτεί με την Τρικολόρ, τη σημαία τους, για να τους ειρωνευτεί.

Τους ακολούθησε προς το κρατητήριο. Δεν μπορούσε να τους επηρεάσει μαγικά, με υποβολή, γιατί δεν ήξερε να μιλάει. Όταν ήμουν νήπιο ως νήπιο μιλούσα, ως νήπιο σκεφτόμουν, γράφει ο Απόστολος Παύλος.

Η Τενερίφη ένιωσε σαν να ήταν αιχμάλωτη πολέμου έτσι όπως την είχαν χειροδέσει. Θυμήθηκε τον Επίκτητο για να παρηγορηθεί:

«Ο αφέντης μου απειλεί να με αλυσοδέσει. Το πόδι μου, ναι, θα το δέσεις με αλυσίδες, τη βούληση μου όμως όχι. Όχι, αυτή ούτε ο Δίας δεν μπορεί να την υποτάξει.»

Προχώρησε σιδηροδέσμια. Ο θαυμαστός καινούριος κόσμος ήταν ο χειρότερος δυνατός.

27

Μόνο αν κάτσεις στο τραπέζι και μαζί με κάποιον, μόνο τότε λογίζεται πραγματικά για σύντροφος. Δεν είναι τυχαίο ότι σε όλες τις τελετές υπάρχει πάντα και κάτι φαγώσιμο. Είτε είναι ένα παξιμάδι με καφέ στις κηδείες είτε το γαμοπίλαφο είτε το πασχαλινό γεύμα. Το φαγητό είναι ιερό. Όταν το μοιράζεσαι είναι μετάληψη. Ακόμα και στα βάσανα, στις κακουχίες, έτσι ξεχωρίζεις το φίλο: Φάγαμε ψωμί μ’ αλάτι.

Ένας άνθρωπος που τρώει μόνος του, ενώ γύρω στέκονται άνθρωποι που δεν τρώνε, δείχνει εξουσία. Και η μέγιστη ιεροσυλία του γεύματος είναι αυτό που έκανε ο Καίσαρας Βοργίας, πιθανότατα ακολουθώντας τη συμβουλή του Μακιαβέλι. Κάλεσε τους αξιωματούχους σε γεύμα και τους δηλητηρίασε.

Ο Νίτσης με το καινούριο του κουστούμι είχε κάτι άλλο στο μυαλό του, όχι να δηλητηριάσει το Θάνο, και του πρότεινε να φάνε κάτι στην Κυλλήνη, πριν συνεχίσουν για την Πάτρα.

Είχαν ειδοποιήσει τον γραμματικό του Καρπώφ. Η κορβέτα Πάτρα ετοιμαζόταν για αναχώρηση. Αντί για τα άλογα τους πρότεινε κάτι διαφορετικό, τον «Δαίδαλο». Αυτό ήταν ένα απ’ τα πρώτα αεροπλάνα της Ελληνικής Πολεμικής Αεροπορίας. Ένα διθέσιο Farman που είχε μετατραπεί σε υδροπλάνο. Θα πετούσε απ’ την Λάρισα για τη Μασσαλία και θα έφτανε την ίδια μέρα, με μια στάση ενδιάμεσα για ανεφοδιασμό.

Πήγαν να κάτσουν σ’ ένα πολυτελές εστιατόριο της Κυλλήνης, που είχε γίνει πλέον θέρετρο. Τίποτα δεν θύμιζε τους Κόκκινους Βάλτους και τους περίφημους ληστές –ίσως μόνο οι τιμές.

Στο δρόμο ο Θάνος στάθηκε ν’ ακούσει μια δασκάλα που μιλούσε στα παιδιά γι’ αυτά που έβλεπαν.

«Εδώ κοντά ήταν το άντρο του μεγάλου ληστή της αρχαιότητας, του Αυτόλυκου. Ήταν δυο μέτρα ψηλός και δυνατός σαν αρκούδα. Για πολλά χρόνια λήστευε τους διαβάτες.»
«Και τον σκότωσαν οι χωροφύλακες, κυρία;»
«Μάλλον τον σκότωσαν. Γιατί εξαφανίστηκε. Το έγκλημα δεν αποδίδει, παιδιά.»

Ο Νίτσης πήγε δίπλα της.
«Εκτός κι αν βγάζετε πολλά λεφτά, παιδιά», είπε και χαμογέλασε.

Το πρόσωπο του Νίτση είχε μείνει χωρίς τρίχα, ούτε καν φρύδια. Κι είχε τόση τρέλα στο μάτι του που τα παιδιά, σαν νεοσσοί στη φωλιά που βλέπουν φίδι, το βουλώσανε. Κάποια παιδάκια έβαλαν τα κλάματα. Μόνο ένα κοριτσάκι χαμογέλασε χωρίς να φοβηθεί. Ο Νίτσης του έκλεισε το μάτι.

Φεύγοντας το έδειξε στο Θάνο: «Αυτή θα πάει μπροστά.»

~~~

Σαν έκατσαν ο Θάνος πήρε τον κατάλογο και είδε τις τιμές.

«Αυτά κοστίζουν όσο ένα μηνιάτικο!», είπε στο Νίτση. «Και το κρασί…»

Ο Νίτσης κάλεσε το σερβιτόρο και ζήτησε το πιο ακριβό κρασί που είχαν. Ο μετρ είχε ενημερωθεί ότι θα εξυπηρετούσαν ανθρώπους του Καρπώφ.

«Δεν είσαι ηλίθιος, είσαι μίζερος», είπε ο Νίτσης στον Θάνο.
«Γιατί είμαι…»
«Ξέρεις ότι δουλεύεις για τον ισχυρότερο άντρα της Ελλάδας, ξέρεις ότι πληρώνει αυτός. Κι ανησυχείς για την τιμή του κρασιού;»
«Δεν θέλω να είμαι υποχρεωμένος», είπε ο Θάνος.
«Εντάξει, θα είμαι εγώ υποχρεωμένος.»

Ο σερβιτόρος τους έφερε κι άνοιξε δυο μπουκάλια, λευκό και κόκκινο, να διαλέξουν. Ο Νίτσης δοκίμασε το μερλό, του άρεσε. Ζήτησε να του βάλει κι απ’ το ασύρτικο. Του άρεσε κι εκείνο. Είπε να του αφήσει και τα δυο μπουκάλια. Ο σερβιτόρος έβαλε και στον Θάνο κι έφυγε όσο πιο γρήγορα μπορούσε για να μην ενοχλεί.

«Είσαι μικρός», είπε ο Νίτσης. «Κι εγώ σαν κι εσένα ήμουν στην αρχή. Όχι τόσο σαν κι εσένα, εσύ είσαι πολύ μαλακός, αλλά καταλαβαίνεις τι εννοώ. Το θέμα είναι ότι μάλλον δεν θα ζεις σ’ έναν χρόνο. Μην ξαφνιάζεσαι. Αυτός είναι ο μέσος όρος ζωής όσων δουλεύουν για τον Καρπώφ. Άντε δύο. Υψηλό ρίσκο, υψηλή αμοιβή. Οπότε…»

Έριξε μια γρήγορη ματιά στον κατάλογο. Παρήγγειλε τρία πιάτα που κόστιζαν όσο ο μισθός ενός χρόνου. Ο Θάνος έπιασε το νόημα. Ζήτησε να του φέρουν τρεις αστακούς, ο καθένας μαγειρεμένος με διαφορετικό τρόπο. Ο σερβιτόρος κόλλησε για λίγο, κοίταξε πίσω. Ο μετρ μόνο άνοιξε διάπλατα τα μάτια, σαν να τον απειλούσε. Έφυγε κάνοντας υποκλίσεις.

Ο Νίτσης γέλασε.
«Τη ζωή σου δίνεις. Δεν αξίζει τρεις αστακούς;»
«Όσο ήμουν χωροφύλακας δεν άξιζε ούτε ένα κιλό σαρδέλες.»

Τουγκρίσανε κι άδειασαν τα ποτήρια τους. Ο βοηθός έτρεξε να τους ξαναγεμίσει, αλλά ο Νίτσης του έκανε νόημα να μείνει μακριά. Γέμισε αυτός τα ποτήρια.

«Άκου κάτι, μικρέ. Όταν πουλάς την ψυχή σου στο διάολο κερδίζεις πολλά. Αλλά μην περιμένεις να γίνεις πλούσιος σαν κι εκείνους. Υπάρχουν πολλοί χωροφύλακες που θέλουν να φάνε αστακό. Για να γίνεις σαν τους αποπάνω πρέπει να γεννηθείς έτσι. Να το θυμάσαι αυτό.»

Έκανε να πει κι άλλα, όμως ο σερβιτόρος επέστρεψε με τα ορεκτικά, οπότε προτίμησε να φάει.

~~~~

Ο Θάνος τους κατάφερε και τους τρεις. Απ’ το πολύ φαΐ είχε γίνει σαν φίδι, ήθελε να πέσει σε λήθαργο για ένα μήνα, μέχρι να χωνέψει. Είχε γείρει πίσω, άναψε ένα σέρτικο τσιγάρο κι ένιωθε σαν να ήταν βασιλιάς.

«Πρέπει να δούμε πώς θα πάμε στη Μασσαλία», είπε ο Νίτσης. «Ποιος θα πάει με τι.»
«Εγώ προτιμώ τα άλογα», είπε ο Θάνος, που είχε μεγαλώσει στην Αροανία Αχαΐας, πάνω στα βουνά, κι είχε δει θάλασσα για πρώτη φορά όταν πήγε στη σχολή.
«Κι εγώ προτιμούσα τα άλογα, αλλά δεν υπάρχουν. Πρέπει να διαλέξουμε. Θάλασσα ή αέρας;»

Ο Θάνος ήταν μπουκωμένος ως το λαιμό, και λίγο μεθυσμένος, αλλά δεν ήταν ηλίθιος. Ήξερε πως ο συνάδελφος του δεν θα τον ρωτούσε καν, αν υπήρχε η χερσαία επιλογή. Θα έκανε αυτό που ήθελε να κάνει.

Οπότε ο σκοπός του τραπεζώματος ήταν να καταλάβει τι προτιμάει ο Θάνος. Ήταν ψυχάκιας, αλλά είχε σύστημα. Του έδωσε το δικαίωμα να διαλέξει, για να δει τι θεωρεί καλύτερο εκείνος.

«Θάλασσα ή αέρας;» είπε ο Θάνος και παρήγγειλε κρασί για να το σκεφτεί.

Προτιμούσε τη θάλασσα. Τα αεροπορικά ταξίδια ήταν ακόμα τόσο καινούρια, επιστημονική φαντασία, σαν βγαλμένα από μυθιστόρημα του Ιούλιου Βερν. Έπρεπε να πείσει τον Νίτση να πάει εκείνος με το Δαίδαλος. Αλλά ήταν έξυπνος ο τρελάρας. Αν του έλεγε ότι προτιμάει την εναέρια λύση θα καταλάβαινε ότι του λέει ψέματα. Οπότε, αφού εκείνος περίμενε να τον εξαπατήσει, έπρεπε να του πει την αλήθεια.

Ξεκίνησε να μιλάει, να λέει ιστορίες απ’ τον τόπο του. Έπειτα έπιασε το νησί της μητέρας του, που υποτίθεται ότι ήταν η Ικαρία. Έλεγε για τους Ικαριώτες που είναι γλεντζέδες. Στη συνέχεια ξεκίνησε να λέει για τον Ιούλιο Βερν και πόσο καινούριες ήταν εκείνες οι μηχανές, τα αεροπλάνα, πόσο γρήγορα πάνε. Τέλος έπιασε την ιστορία της πτώσης του Ίκαρου.

«Και πώς είπαμε ότι το λένε το αεροπλάνο; Δαίδαλο;»
Χαμογέλασε πονηρά –και προσπάθησε να μη φανεί ότι χαμογελάει.

Ο Νίτσης πίστεψε ότι ο μικρός προσπαθούσε να τον χειραγωγήσει με τον φόβο. Ήθελε να του δείξει ότι φοβάται τα αεροπλάνα, επειδή φοβόταν περισσότερο τα πλοία, αλλά προτιμούσε να πάει εναέρια. Ίσως και γιατί έτσι θα έφτανε πρώτος στη Μασσαλία.

«Μην ανησυχείς, μικρέ», είπε ο Νίτσης. «Θα πάω εγώ με το αεροπλάνο.»

Ο Θάνος προσπάθησε να τον μεταπείσει, λέγοντας του για τον σμηναγό Αργυρόπουλο της Πολεμικής Αεροπορίας, που είχε σκοτωθεί νωρίτερα εκείνη τη χρονιά, πετώντας μ’ ένα Bleriot.

«Όποιου του μέλλει να πνιγεί ποτέ του δεν πεθαίνει», είπε ο Νίτσης. «Βάλε να πιούμε.»

Ήπιε λίγο ακόμα και σηκώθηκε να πάει στον καμπινέ. Έφυγε παραπατώντας σαν να ήταν σε φουρτούνα. Ήταν σίγουρος ότι πίσω του ο Νίτσης γελούσε με τον μαλθακό νέο, που δεν αντέχει ούτε ένα μπουκάλι κρασί.

Ο Θάνος είχε χρησιμοποιήσει ένα απ’ τα παλιότερα τεχνάσματα στην τέχνη του πολέμου: Κάνε τον αντίπαλο να σε υποτιμήσει.

28

Το τσίρκο τεράτων άδειαζε καθώς περνούσε η ώρα. Η Τενερίφη καμουφλαρισμένη άκουσε πολλές φορές τα λόγια του κονφερασιέ, πάντα τα ίδια, έπειτα τις κραυγές των θεατών όταν έβλεπαν τον λυκάνθρωπο των Πυρηναίων.

Αργά τη νύχτα έμπαιναν πιο μεθυσμένοι οι θεατές. Κάποιον απ’ αυτούς τον έβγαλε σηκωτό απ’ την τέντα του λυκάνθρωπου ο άντρας που είχε τραυματιστεί πιο πριν.

Η Τενερίφη παρατήρησε το σημάδι στο μάγουλο του καθώς επέστρεφε. Απ’ τον ιδρώτα είχε αρχίσει να λιώνει. Δεν ήταν γρατζουνιά, δεν ήταν αίμα, ήταν μπογιά. Άρχισε να καταλαβαίνει τι γινόταν.

~~

Σαν άδειασε το τσίρκο ο κονφερασιέ ρώτησε αν περίμεναν άλλοι θεατές έξω. Του είπαν ότι δεν υπήρχαν. Οπότε εκείνος χειροκρότησε κι έβγαλε το καπέλο του, προς ένδειξη ευγνωμοσύνης στους συνεργάτες του. Βγήκαν όλοι πίσω, στα τροχόσπιτα για να γλεντήσουν.

Η Τενερίφη πήγε στην τέντα του λυκάνθρωπου. Η πόρτα του κλουβιού ήταν ανοικτή κι εκείνος έλειπε. Έσκυψε και μύρισε τα κρέατα και τα εντόσθια, σίγουρη ότι είναι ψεύτικα. Της ήρθε αναγούλα. Ήταν ωμό κρέας.

~~~

Βγήκε απ’ το τσίρκο, πήγε στο καραβάνι των τσιρκολάνων. Είχαν ανάψει φωτιά στη μέση και το διασκέδαζαν. Ξεβάφονταν και ξεντύνονταν, ενώ τρώγανε και πίνανε.

Ο πιο ψηλός άνθρωπος του κόσμου κατέβηκε απ’ τα ξυλοπόδαρα. Ήταν ψηλός ακόμα, αλλά είχε δει και ψηλότερους. Οι δυο σιαμαίες τσακώνονταν. Και σίγουρα δεν μοιράζονταν την ίδια καρδιά έτσι όπως κάθονταν ένα μέτρο απόσταση. Ο γίγαντας τάιζε το πόνυ του καρότα και μήλα.

Εκεί παραδίπλα είδε καθισμένο τον κονφερασιέ, μαζί με τον άντρα που είχε τραυματίσει ο λυκάνθρωπος. Στην διπλανή καρέκλα ήταν ο Αυτόλυκος, ντυμένος με ρούχα της εποχής, έπινε και φλέρταρε με τη βοηθό του μάγου, της έλεγε αστεία.

Ακούγοντας τον να μιλάει φαρσί τα γαλλικά η Τενερίφη δίστασε. Μήπως ήταν στ’ αλήθεια ο λυκάνθρωπος των Πυρηναίων, το καταραμένο παιδί; Δεν ήταν δύσκολο να το ανακαλύψει. Πήγε και στάθηκε μπροστά του.

~~~~

Ο λυκάνθρωπος στην αρχή δεν της έδωσε σημασία, δεν την είδε καν. Είχε πιάσει το χέρι της βοηθού και της έλεγε γλυκόλογα. Ζετέμ και μοναμούρ κι άλλα πολλά. Η βοηθός χασκογελούσε κι έλεγε μουάνονπλι κι άλλα τέτοια, μέχρι που πρόσεξε την Τενερίφη. Την έδειξε και ρώτησε τι κοιτάει η γριά.

Ο λυκάνθρωπος γύρισε χαμογελώντας ως τα μυτερά αυτιά του. Είδε τη γυναίκα με τα μαύρα.

Ένα δευτερόλεπτο, δύο δευτερόλεπτα, το χαμόγελο έσβησε σιγά, τρία, τέσσερα, μισόκλεισε τα μάτια για να δει καλύτερα, πέντε, έξι, εφτά, άνοιξε το στόμα, οκτώ, το ξανάκλεισε, εννιά, δέκα, απορία, έντεκα και είπε:
«Τενερίφη;»

Εκείνη μόνο κούνησε το κεφάλι κι είπε αυστηρά το όνομα του: «Αυτόλυκε».

Όλοι στο καραβάνι παρακολουθούσαν τη σκηνή, ακόμα και το πόνυ κοιτούσε προς τα εκεί. Υπήρξε ένα κενό χρόνου, όπου δεν έγινε τίποτα. Έπειτα ο λυκάνθρωπος εκτοξεύτηκε και χώθηκε στην αγκαλιά της γυναίκας.

«Δεν το πιστεύω», έλεγε κι έκλαιγε, «δεν το πιστεύω, ήρθες, υπάρχεις.»
«Φυσικά και υπάρχω.»
«Με είχαν πείσει πώς…»
Δεν μπόρεσε να πει ποιοι τον είχαν πείσει και τι, έκλαιγε με λυγμούς πλέον.

Ο κονφερασιέ πλησίασε, περίμενε λιγάκι να ηρεμήσει και τον ρώτησε ποια είναι. Όλα τα φρικιά είχαν μαζευτεί ν’ ακούσουν.

«Είναι η… Γιαγιά μου», τους είπε στα γαλλικά.
«Γκράνμεγ και στα μούτρα σου», του είπε η Τενερίφη που κατάλαβε τι σήμαινε η λέξη. «Δεν μπορούσες να πεις ότι είμαι μια φίλη; Ή έστω η μάνα σου.»
«Τενερίφη, δεν ξέρεις πόσο χαίρομαι.»
«Εγώ να δεις… Εγγονέ.»
«Έλα!» της είπε και την τράβηξε προς ένα τροχόσπιτο. «Αψέντι πίνεις;»
«Βαράει;»
«Κατακούτελα.»
«Ε, τότε πίνω.»

Ο Αυτόλυκος άρπαξε ένα μπουκάλι απ’ τον πάγκο κι άνοιξε την πόρτα να μπει.

~~~~~

Το τσίρκο είχε δέκα τσιγγάνικα vardo στο καραβάνι του. Με στρογγυλή οροφή και διαφήμιση του τσίρκου στο πλάι, πέρα απ’ τα λουλούδια και τους αστερισμούς που είχε ζωγραφισμένους. Τα τραβούσαν άλογα κι είχαν γυρίσει όλη την Ευρώπη.

Δεν ήταν μεγάλο, αλλά ήταν όμορφο σαν παιχνίδι και ζεστό σαν φωλιά. Ο Αυτόλυκος τη ρώτησε αν ήθελε ζάχαρη στο αψέντι της. Εκείνη ρώτησε τι είναι η ζάχαρη. Όταν έμαθε ότι είναι γλυκιά σκόνη, σαν το μέλι, αρνήθηκε. Δεν της άρεσαν τα παράξενα.

«Έχω κι άλλα παράξενα αν θες», της είπε κι έβγαλε ένα φακελάκι απ’ το ντουλάπι, «καινούριες μαγείες, ο μοντέρνος κόσμος.»

Η ηρωίνη δεν είχε απαγορευτεί ακόμα, έτσι μπορούσες να την έχεις στο ίδιο ράφι με τον καφέ. Η Τενερίφη διέκρινε στον τρόπο που μίλησε ο Αυτόλυκος κάτι απ’ την άρθρωση του φαντάσματος κάτω απ’ τη γέφυρα.

«Δεν μου αρέσει καθόλου αυτός ο μοντέρνος κόσμος.»
«Τέλος πάντων.»
«Τι κάνεις εδώ;» του είπε.
«Τι κάνω; Περνάω καλά.»
«Είναι μια παράσταση δηλαδή. Δεν σ’ έχουν φυλακισμένο. Είναι σαν θέατρο.»
«Εντάξει, δεν είναι και Σοφοκλής, αλλά αρέσει στον κόσμο να τρομάζει. Πληρώνει γι’ αυτό.»
«Κι έχεις και τις κατακτήσεις σου», του είπε κι έδειξε με τον αντίχειρα προς τα έξω, όπου η βοηθός του μάγου είχε κάτσει με τον πιο ψηλό άντρα του κόσμου –που δεν ήταν και τόσο ψηλός.

«Η Στέλλα; Ναι, όταν δεν έρχεται να με βρει κάποια θαυμάστρια. Είμαι διάσημος ξέρεις.» Γέλασε και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη.
«Τα κρέατα ήταν ωμά.»
«Ναι, αυτό δίνει περισσότερη αληθοφάνεια. Και, για να είμαι ειλικρινής, μ’ αρέσουν. Είμαι… λυκάνθρωπος.»

Έκατσε στο καναπεδάκι, γέμισε μια γυάλινη πίπα με ηρωίνη και πήγε ν’ ανάψει.
«Σίγουρα δεν θες; Δεν έχει καμιά σχέση με τα ξύδια και το κουτόχορτο.»

Δεν πρόλαβε να τη βάλει στο στόμα του. Η Τενερίφη του πέταξε το ποτήρι της, που τον βρήκε στο κούτελο. Η πίπα του έφυγε απ’ τα χέρια.

«Τι κάνεις;» της είπε ψάχνοντας για τη σκόνη που είχε χυθεί κάτω.
«Μην κλαις για το χυμένο γάλα, εγγονέ. Δεν θέλω να είσαι φάντασμα.»
«Τι φάντασμα λες;»
«Θυμάσαι ποιος είσαι;»
«Ε, ναι…»
«Θυμάσαι από πού ήρθες;»
«Καλά, εντάξει. Ήρθα, έφυγα, παρελθόν, ξεχασμένα περασμένα», είπε μασώντας τις λέξεις και μπλέκοντας μερικές γαλλικές ενδιάμεσα. Την ίδια στιγμή έψαχνε για το φακελάκι.

Τότε η Τενερίφη τον γράπωσε και του είπε στα μούτρα:
«Θυμάσαι τους συντρόφους σου; Τους ληστές του Κόκκινου Βάλτου;»

Ο Αυτόλυκος πάγωσε. Έσφιξε τα δόντια. Άρχισε να μην του αρέσει η επίσκεψη απ’ το παρελθόν. Δεν χρειαζόταν τα παλιά.

«Γιατί ήρθες;»
«Γιατί ήρθα; Για να σε σώσω μάλλον.»
«Δεν χρειάζομαι σωτηρία. Ποιος σου είπε ότι χρειάζομαι σωτηρία; Είμαι πιο καλά από ποτέ στη ζωή μου. Περνάω ωραία, βγάζω χρήματα, είμαι ηθοποιός, πηδάω κάθε βράδυ.»

Νόμιζε ότι την είχε αποστομώσει.

«Κάνεις το σκύλο σ’ ένα τσίρκο», του είπε η Τενερίφη.
«Λουγκιαγού είμαι. Έτσι το λένε. Λυκάνθρωπος.»
«Δεν ντρέπεσαι;»
«Τι να ντραπώ;»
«Ήσουν ο αρχηγός των πιο σκληρών ληστών. Δεν ντρέπεσαι; Σκότωσες τον Άβαρι! Εσύ σκότωσες τον πιο δυνατό μάγο, έναν ημίθεο τον σκότωσες μ’ ένα βέλος. Και τώρα κάνεις το σκύλο;»
«Λουγκιαγού», είπε ο Αυτόλυκος, αλλά χωρίς ένταση. Έψαξε για την πίπα του, για το ποτήρι του, κάτι να τον παρηγορήσει.

«Αυτό», του είπε η Τενερίφη δείχνοντας το αψέντι που έπινε, «το θέλουμε για διασκέδαση, όχι για απόδραση. Δεν μπορείς ν’ αποδράσεις από τον εαυτό σου.»
«Μια χαρά το κάνω.»
«Όχι, είσαι δυστυχισμένος.»

Ο Αυτόλυκος έβαλε αψέντι στο ποτήρι του κι άναψε ένα Γκωλουάζ. Το χαρμάνι από τουρκικά και συριακά καπνά μοσχοβόλησε μέσα στο κάρο. Ρούφηξε με δύναμη.

«Εδώ είμαι ευτυχισμένος», της είπε βγάζοντας τον καπνό.
«Αλλά έχεις μια αποστολή να ολοκληρώσεις. Μια ζωή, ένα νόημα ζωής να εκπληρώσεις.»
«Δεν μπορεί το νόημα να είναι μόνο αυτό;» Σήκωσε το ποτήρι. «Σαντέ. Υγεία. Αυτό λέμε όταν πίνουμε. Δεν λέμε: Βρες το νόημα. Σαντέ. Να ζήσουμε ωραία και χαρούμενα μέχρι να πεθάνουμε. Αυτό δεν έλεγε κι ο Επίκουρος;»

Απέξω ακούγονταν οι τσιρκολάνοι να γλεντάνε, στη πιο ροζ πόλη του κόσμου. Ναι, ήταν πολύ ωραίο όλο αυτό. Σαντέ.

«Ο Επίκουρος ήταν υποτελής, ηλίθιε. Όπως κι οι Στωικοί. Αυτοί είναι η φιλοσοφία τους. Φιλοσοφία ήττας.»
«Μα τι λες;»
«Ο υποτελής, ο δούλος, έχει δυο δρόμους. Ή θα επαναστατήσει και θα πολεμήσει για ν’ απελευθερωθεί ή θα πιστέψει ότι δεν υπάρχει άλλος δρόμος απ’ την υποταγή. Και θα βρει τρόπους να δικαιολογήσει την υποταγή του, να την κάνει πιο υποφερτή. Άλλοι αποφασίζουν για μένα, είμαι κλεισμένος σε κλουβί, αλλά είναι ωραίο κλουβί, περνάω καλά. Σαντέ.»

Η Τενερίφη του έδειξε το κάρο του. Την πίπα της ηρωίνης.

«Μα περνάω καλά!»
«Δεν θα περνάς καλά για πολύ, ηλίθιε, δεν το βλέπεις; Ο κόσμος τους πάει κατά διαόλου. Είναι πιο φτωχοί από πριν, πιο ηλίθιοι από πριν, και πολύ περισσότεροι. Ξέρεις τι θα κάνουν αναπόφευκτα; Πόλεμο. Κι έχουν κάτι μηχανές που πετάνε.»
«Εγοπλέν το λένε. Ελληνική λέξη.»

Ο Αυτόλυκος σηκώθηκε και πήγε να κοιτάξει τη γιορτή απ’ το παράθυρο. Φαινόταν να έχει βαρεθεί το κήρυγμα. Αλλά ήταν κάτι που έκρυβε.

«Η ελευθερία δεν δίνεται δωρεάν», είπε η Τενερίφη. «Κατακτιέται. Κι είναι η μεγαλύτερη άβυσσος. Θέλει αρετή και τόλμη. Κι ο Ίκαρος έπεσε από ψηλά, πνίγηκε. Αλλά πέθανε ελεύθερος. Εσύ έγινες σκύλος που χορεύει στα πισινά του πόδια.»

Η Τενερίφη έφτυσε στα πόδια του.

«Δεν ξέρεις τι έζησα», είπε ο Αυτόλυκος ήρεμα. «Αν εκτίμησα τόσο το Τσίρκο Τεράτων του Καμπρέλ, είναι γιατί πρώτα πέρασα απ’ το Άσυλο Τρελών της Βολτέρα.»
«Τι ‘ν’ αυτό;»
«Ένα μέρος στην Ιταλία όπου φυλακίζουν τους τρελούς.»
«Για να τους θεραπεύσουν;»
«Επειδή τους φοβούνται. Δεν θέλουν να τους μοιάζουν.»
«Αυτό είναι παράλογο!»

Ο Αυτόλυκος προσπαθούσε να το μείνει ψύχραιμος, αλλά ήταν φανερό ότι ήθελε να κλάψει, να ξεσπάσει.

«Είμαι οκτώ χρόνια εδώ, Τενερίφη. Τα πρώτα έξι τα πέρασα στη Βολτέρα. Μου έκαναν τέτοια πράγματα, βασανιστήρια, που είχα σταματήσει να πιστεύω σε σας. Είχα σταματήσει να πιστεύω αυτά που πίστευα. Κι όταν βγήκα δεν ήθελα να είμαι τρελός, δεν ήθελα ν’ αρχίσουν πάλι αυτά με το… γαλβανισμό, τη ζιγκνατούρα. Πονάει πολύ. Όχι στο σώμα. Πονάει το μυαλό, η ψυχή.»

Έξω συνέχιζαν τα γλέντια κι οι χοροί. Κάποιοι, μπορεί να ήταν κι η βοηθός του μάγου με τον όχι-πιο ψηλό άντρα του κόσμου, είχαν ακουμπήσει πάνω στο κάρο και πηδιόντουσαν στα όρθια.

Και μέσα ο Αυτόλυκος ήταν έτοιμος να κρεμαστεί.

«Οκτώ χρόνια, ε;» είπε η Τενερίφη. Του έδειξε την πίπα της ηρωίνης. «Αν πιεις αυτό μπορείς να μιλήσεις;»
«Έτσι κι έτσι.»
«Πιες αψέντι τότε. Και πες μου. Δώσε κι ένα απ’ αυτά που ρουφάς, μυρίζει ωραία.»

Πήραν από ένα Γκωλουάζ, γέμισαν τα ποτήρια. Κι ο Αυτόλυκος ξεκίνησε τη δική του ιστορία.

~~~~~~~~~~~~

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ