Γιωταλία (12. Το Περιπλανώμενο Νησί)

0
470

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι giotalia12-1024x888.jpg

34

Δεν μιλήσανε και πολύ. Η Γιωταλία κυρίως έτρωγε, ο καπετάνιος έπινε και κάπνιζε. Σηκώθηκε δυο φορές για να φτιάξει τον κύλινδρο στο φωνογράφο. Και το ‘βαζε να παίζει απ’ την αρχή.

«Εκεί κοιμάσαι;» του είπε η Γιωταλία κι έδειξε την πόρτα του άλλου δωματίου. Ήθελε να δει τι υπήρχε στον άλλο χώρο.
«Δεν κοιμάμαι πολύ.»
«Τι κάνεις;»
«Σκέφτομαι.»
«Τι σκέφτεσαι;»

Προτού της απαντήσει ο Μπαντ, κι ίσως να μην της απαντούσε έτσι κι αλλιώς, ακούστηκε φωνή απέξω: «Γοργόνα! Γοργόνα!» Και βήματα ως την πόρτα του καπετάνιου. Ακόμα κι η Γιωταλία αναγνώρισε τα πόδια του Ισμαήλ.

«Φτάσαμε στη Γοργόνα, αφέντη», είπε ο μικρός χωρίς ν’ ανοίξει.

Ο κάπτεν Μπαντ πήγε κι έβγαλε το μουσικό κύλινδρο. Έπιασε το βιολί του και το ‘βαλε κάτω απ’ το πηγούνι.

«Δεν θες να πας να δεις το περιπλανώμενο νησί;»

Η Γιωταλία σκουπίστηκε γρήγορα, ήπιε και μια γουλιά κρασί κι έφυγε έξω με αναψοκοκκινισμένα μάγουλα. Μέσα ο καπετάνιος σκοτείνιασε. Κοίταξε το βιβλίο στο αναλόγιο και ξεκίνησε να παίζει το Devil’s Trill Sonata, ήσυχα κι εξαιρετικά τέλεια, καλύτερα κι απ’ τον ίδιο τον Παγκανίνι.

~~

Το Περιπλανώμενο Νησί ήταν τόσο περιπλανώμενο όσο κι όλα τ’ άλλα νησιά: Καθόλου. Κι όμως είχαν καταφέρει να το κάνουν να κινείται, στους χάρτες.

Ήταν ένα μικρό ακατοίκητο νησί, που κανονικά λεγόταν Γοργόνα. Βρισκόταν κάπου στην  Τυρρηνική θάλασσα,  στο τρίγωνο που φτιάχνει η Σαρδηνία, η Σικελία και η Ιταλία. Ήταν το κέντρο του λαθρεμπορίου –και όχι μόνο. Όλες οι παράνομες συναλλαγές γίνονταν στη Γοργόνα, κι από εκεί πήγαιναν προς τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, Αλγέρι, Βαρκελώνη, Μαρσίλια, Κατάκολο. Για να είναι ασφαλείς έπρεπε ν’ απομακρύνουν τις αρχές απ’ το νησί.

Στα αρχαία χρόνια είχε διαδοθεί ότι το νησί ήταν επικίνδυνο, αφού ήταν ο τόπος διαμονής της Ατάργατης, μια θέαινας που όποιος την κοιτούσε γινόταν άγαλμα.

Στα επόμενα χρόνια η Γοργόνα έγινε γοργόνες, κάτι πλάσματα σαν τις Σειρήνες που σε τραβούσαν με τα κάλλη τους στα βράχια. Κι όπως στο νησί γεννοβολούσαν οι φώκιες, υπήρχε και κάποια αλήθεια στο μύθο.

Στα χριστιανικά χρόνια κράτησαν τους πάντες μακριά μιλώντας για δαιμόνια και τις πύλες της κόλασης. Αλλά καθώς ο κόσμος γινόταν πιο ορθολογιστικός δεν έπιαναν πλέον οι μυθικές απαγορεύσεις.

Τότε οι λαθρέμποροι, που πάντα είναι πιο έξυπνοι απ’ τους διώκτες τους, βρήκαν άλλο τρόπο. Έφτιαξαν καινούριους χάρτες, πλαστογράφησαν τους παλιούς, κι έβαλαν τη Γοργόνα σε διαφορετικά σημεία στη Μεσόγειο. Ήταν μια κίνηση που έκαναν όλοι οι παράνομοι της θάλασσας, λαθρέμποροι και πειρατές, έτσι κατασκευάστηκε το Περιπλανώμενο Νησί.

Αυτός είναι ο μύθος, αλλά υπήρχε κάτι πολύ πιο ρεαλιστικό που συντηρούσε το μύθο: Το χρήμα.

Με το λαθρεμπόριο ναρκωτικών, χρυσού, ανθρώπων, έβγαιναν πάρα πολλά χρήματα, περισσότερα απ’ όσα διαμέσου της νόμιμης θαλάσσιας οδού. Απ’ αυτά τα χρήματα ζούσαν καλύτερα οι οικογένειες των καπετάνιων του πολεμικού ναυτικού, που «ξεχνούσαν» να σημειώσουν την αληθινή θέση της Γοργόνας –και την τοποθετούσαν βόρεια στο Τοσκανικό Αρχιπέλαγος, ενώ δεν υπάρχει κανένα νησί τόσο βόρεια της Έλβας.

Απ’ τα ίδια χρήματα πληρώνονταν έξτρα και οι λιμενικοί, η αστυνομία, οι πάντες.

Υπήρχε και κάτι πιο σημαντικό. Τα παράνομα χρήματα έκαναν κύκλο, κινούσαν την αγορά, κρατούσαν ζεστή την οικονομία, κρατούσαν όρθιες τις κυβερνήσεις. Χωρίς μαύρο χρήμα θα κατέρρεαν τα πάντα.

Έτσι όλοι ήθελαν να παραμείνει η Γοργόνα ένα περιπλανώμενο νησί.

~~~

Η Νέδα υποδέχτηκε τη Γιωταλία στο κατάστρωμα. Οι ναύτες πηδούσαν απ’ το ποδόσταμο ως τη γαλέτα, κι έτρεχαν από στραβόξυλο σε κοντραφλόκο. Ο Ισμαήλ της έδειξε τη Γοργόνα.

Το θέαμα ήταν απογοητευτικό. Μια βραχονησίδα στη μέση της θάλασσας, Χωρίς δέντρα, μόνο πόες και θάμνοι. Οι φώκιες λιάζονταν ανενόχλητες, οι ναυτικοί δεν πείραζαν τις γοργόνες. Από πάνω, στις τρύπες του μονοκόμματου βράχου, είχαν φτιάξει τις φωλιές τους χιλιάδες γλαροπούλια, που είχαν ξεσηκωθεί και πετούσαν τριγύρω, ψάχνοντας να φάνε λίγα απ’ τα σκουπίδια των ανθρώπων.

Κι όμως εκείνο το τίποτα ήταν ο ομφαλός του λαθρεμπορίου, Ευρώπης και Αφρικής.

Το Έσεξ πήγαινε για να δέσει σ’ ένα φυσικό λιμανάκι του νησιού. Υπήρχαν πολλές βραχονησίδες στη Μεσόγειο. Αν αυτή επιλέχτηκε από παλιά να είναι το κέντρο, είναι εξαιτίας αυτού του ιδιόμορφου γεωλογικού σχηματισμού, ένα απήνεμο αγγίστρι, που οι ναύτες το λένε ρεμέτζο.

Από μακριά είδαν ότι υπήρχαν άλλα δύο αγκυροβολημένα ιστιοφόρα εκείνη την ώρα. Πιο μικρά απ’ το Έσεξ. Άνθρωποι ανεβοκατέβαιναν στα δύο πλοία, μεταφέροντας τσουβάλια και βαρέλια. Δεξιά κι αριστερά λιάζονταν οι φώκιες. Από πάνω πετούσαν τα γλαροπούλια. Κι όλο αυτό το σκηνικό πλησίαζε πολύ γρήγορα.

Ακόμα κι η Γιωταλία, που ανέβαινε πρώτη φορά σε πλοίο, κατάλαβε ότι το Έσεξ πήγαινε πολύ γρήγορα, ή το Περιπλανώμενο Νησί ερχόταν κατά πάνω τους.

Απ’ το κατάστρωμα ακούστηκαν φωνές της βαβέλ, μπάστα, κράτει, κάλμα, ιναφ, αγάντα, και βρισιές σε κάθε γλώσσα της Γης. Η Γιωταλία κοίταξε να δει ποιος οδηγούσε. Ήταν ο αλμπίνος, αυτός που φωνάζανε Άλμπατρος, αυτός που είχε χαθεί στη θάλασσα την ώρα της τρικυμίας. Τον είχαν διασώσει. Κάποιοι άνθρωποι είναι εννιάψυχοι.

Ο Άλμπατρος απολάμβανε τον τρόμο του πληρώματος. Περίμενε λίγο ακόμη και μετά γύρισε το τιμόνι  ενενήντα μοίρες. Με την ταχύτητα που πήγαινε γύρισε τόσο που τα κατάρτια σχεδόν άγγιξαν τη θάλασσα.

Οι ναύτες βλαστημώντας πιάστηκαν απ’ όπου μπορούσαν κι η Γιωταλία κράτησε τη Νέδα, ενώ ετοιμαζόταν να πει κάποιο ξόρκι. Πριν μιλήσει ακούστηκε το βιολί του καπετάνιου δυνατά, το ίδιο ενοχλητικό και φάλτσο όσο την πρώτη φορά. Ο Άλμπατρος έκανε μια γκριμάτσα και γύρισε το τιμόνι στην άλλη, εξήντα μοίρες, μετά πάλι κόντρα σαράντα πέντε μοίρες. Κι έτσι όπως έπαιζε το πλοίο δεξιά αριστερά έχασε την ταχύτητα του. Με μια τελευταία κίνηση γύρισε την πλώρη προς την είσοδο του ρεμέτζο.

Το Έσεξ μπήκε ήσυχα σαν κύκνος. Το πλήρωμα, αλλά κι εκείνοι στα άλλα καράβια, χειροκρότησαν κι επευφήμησαν. Ο Άλμπατρος υποκλίθηκε, κι η Γιωταλία που ήθελε να ξεράσει απ’ το κούνημα ευχήθηκε να μην τον είχαν διασώσει.

Έριξαν σχοινιά, έδεσαν κάβους, κατέβασαν τη σκάλα. Αλλά κανένας ναύτης του Έσεξ δεν κατέβηκε απ’ το πλοίο. Ο καπετάνιος έμεινε στην κάμαρα του.

Απ’ την ξύλινη σκάλα άρχισαν να τους ανεβάζουν τσουβάλια και βαρέλια, που τα έπαιρναν οι ναύτες του Έσεξ στον ώμο και τα κατεβάζανε στο αμπάρι.

Η Γιωταλία είδε τον άνθρωπο με τα τατουάζ, τον Κουικουέγκ, να στέκεται πιο πίσω, στην άκρη του Έσεξ, χωρίς να φωνάζει. Πήγε κοντά του για να δει καλύτερα το Περιπλανώμενο Νησί. Στα έφτασε εκεί, σαν την είδανε οι άλλοι από κάτω, απλώθηκε ένα μουρμουρητό σ’ όλο το νησί. Όλοι την έδειχναν και μιλούσαν για εκείνη. Για λίγο σταμάτησαν να δουλεύουν. Μέχρι που ακούστηκε ξανά το φάλτσο βιολί του καπετάνιου να παίζει άτεχνα την Τρίλια του Διαβόλου. Ακόμα κι οι φώκιες, ακόμα κι οι γλάροι, υπάκουσαν. Οι ναυτικοί έπιασαν πάλι τη δουλειά, χωρίς να κοιτάνε το κορίτσι.

«Κακοτυχία, ε;» είπε η Γιωταλία στον Κουίκ.
«Εμείς είμαστε η κακοτυχία», της απάντησε κι έφυγε προς τη σκάλα.

Η Νέδα μπερδευόταν στα πόδια της Γιωταλίας.

«Ναι, ξέρω», είπε στο σκύλο. «Είναι σαν τη Λάιλα. Μιλάει μ’ αινίγματα. Μάλλον το παθαίνουν όλοι όταν γερνάνε.»

Προχώρησε κι εκείνη προς τη σκάλα. Οι ναύτες του Έσεξ παραμέρισαν για λίγο. Αλλά ο Στάρμπακ πήγε να πάρει ένα τσουβάλι που τους ανέβασαν.

«Τι ‘ν’ αυτό;» είπε η Γιωταλία.
«Κατ, απ’ την Γιεμένη. Το καλύτερο.»

Ο άντρας που ανέβαινε με τα φύλλα του  είδε τη Γιωταλία και παραπάτησε. Τους κράτησαν, εκείνον και το τσουβάλι, να μην πέσουν στο νερό. Παρά την τρομάρα δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια του απ’ το κορίτσι. Είπε κάτι στα σπανιόλικα, στα μαλτέζικα, κι έφυγε.

Κατέβηκε κι άρχισε να μιλάει και στους άλλους βαστάζους. Ο επόμενος ανέβασε το τσουβάλι του ψέλνοντας ρομάνικα. Στάθηκε όσο πιο μακριά μπορούσε απ’ τη Γιωταλία. Έδωσε το τσουβάλι του κι έφυγε τρέχοντας και κάνοντας τον σταυρό του.

«Κακοτυχία», είπε η Γιωταλία στη Νέδα.

Αλλά δεν είχε καμιά διάθεση να της φορτώσουν το πεπρωμένο της, να την φτιάξουν έτσι όπως θα ‘θέλαν. Δεν πίστευε στην τύχη, δεν πίστευε σε τίποτα. Σφύριζε στη Νέδα να πάει κοντά της και κατέβηκε τη σκάλα.

~~~~

Στο νησί της Γοργόνας πάτησε κι ένιωσε να ζαλίζεται. Δυσκολεύτηκε να βρει την ισορροπία της. Ήταν σαν να κουνιόταν η γη, αλλά κουνιόταν το μυαλό της, μετά από τόσες ώρες στη θάλασσα. Η Νέδα κλαψούρισε κι έπεσε στο πλάι σαν μεθυσμένη, αλλά κατάφερε να σηκωθεί και ν’ ακολουθήσει.

Η Γιωταλία περπατούσε ανάμεσα στους ξένους ναύτες που είχαν μαρμαρώσει σαν να έβλεπαν τη Μέδουσα. Κάποιος έκανε νόημα απέναντι, σήμα για τα άσπρα μαλλιά της. Δεν έβαλε την κουκούλα της. Ας ήξεραν με ποια είχαν να κάνουν.

Προχώρησε ως το σημείο όπου φύτρωνε ο βράχος της σμέρνας. Έτσι τον έλεγαν, χωρίς να ξέρουν ποιος τον είπε πρώτος και γιατί. Για να τον ανέβεις έπρεπε να ‘χεις φτερά ή βεντούζες στα δάχτυλα σου σαν σαμιαμίδι. Κοίταξε πάνω, μετά αριστερά.

Οι φώκιες λιάζονταν αμέριμνες. Οι άνθρωποι δεν τις είχαν πειράξει ποτέ, εκτός από εκείνη τη φορά που έσφαξαν οι σύντροφοι κάποιου Οδυσσέα τα βόδια του Ήλιου. Αλλά οι φώκιες δεν γράφουν έπη, ούτε θυμούνται περισσότερα απ’ όσα χρειάζεται να θυμούνται. Έτσι καθόλου δεν τους φοβόντουσαν τους ναύτες.

Άκουσε βήματα, τακούνια, απ’ την άλλη μεριά. Πριν γυρίσει ήξερε ότι πλησίαζε γυναίκα. Κάτι στον τρόπο της, στο ντύσιμο, στο φέρσιμο και στο πρόσωπο, έτσι από μακριά ακόμα, της θύμισαν τσιγγάνα. Ίσως να ήταν μόνο ο κουδουνιστός ήχος απ’ τα σαράντα βραχιόλια που φορούσε σε κάθε χέρι.

«Προσπαθούν να καταλάβουν τι είσαι», της είπε η γυναίκα δείχνοντας τους μαρμαρωμένους ναύτες. Μιλούσε όπως οι Επτανήσιοι. Κάπως τραγουδιστά.
«Άνθρωπος είμαι.»
«Ναι; Άνθρωπος; Δεν είμαι και τόσο σίγουρη. Για δώσε!»

Έπιασε το αριστερό της χέρι κι έψαξε την παλάμη της. Έσκυψε λιγάκι για να το κάνει. Η Γιωταλία μύρισε το κεφάλι της. Κατάλαβε τι της θύμιζε. Έλουζε τα μαλλιά της με ζουμί από καρύδια, όπως έκανε κι η Λάιλα για να βάφει τις άσπρες τρίχες.

«Δεν είσαι του κάπτεν Μπαντ», της είπε η γυναίκα.
«Δεν είμαι κανενός.»
«Κανείς δεν είναι κανενός. Όλοι μας κάπου ανήκουμε, κάποιον υπηρετούμε, το θεό ή το διάβολο, το βασιλιά, τον έρωτα, κάποιον. Εσύ ποιον υπηρετείς;»
«Αυτήν», είπε η Γιωταλία κι έδειξε τη Νέδα που είχε πλησιάσει τις φώκιες και τις καλούσε να παίξουν, σαν να ‘τανε κουτάβια. Δεν ήταν και το πιο έξυπνο σκυλί.
«Τον σκύλο;»
«Καλύτερα δεν είναι από ανθρώπους και θεούς; Μόνο τα σκυλιά και τ’ άλογα είναι πιστά.»

Η γυναίκα γέλασε μεγαλόφωνα κι ήταν σαν να έλυσε με το γέλιο της τα μάτια των ναυτών, που βρήκαν το αίμα στις φλέβες τους και συνέχισαν τη δουλειά τους, να φορτώνουν τσουβάλια κατ.

«Με λένε Ρουθ», της είπε. «Θ’ αργήσουμε να φύγουμε μέχρι να φορτώσουν τόσα τσουβάλια κατ. Έλα να σε κεράσω καφεδάκι της ερήμου». Τη τράβηξε απ’ το μανίκι.

Πήγανε πενήντα μέτρα παρακάτω. Εκεί είχε μια ευωδιαστή γιγαντωμένη φωτιά που έκαιγε φύκια και κόκκαλα της θάλασσας, τα ξύλα που είχε γλείψει η θάλασσα κι είχε στιλβώσει ο ήλιος.

Η Ρουθ σήκωσε τα μανίκια στους αγκώνες και τη φούστα στα γόνατα, έσκυψε στο πλάι της φωτιάς κι έβαλε το χέρι μες στην άμμο. Έβγαλε έναν ορειχάλκινο τεντζερέ.

«Κοίτα εκεί», είπε στη Γιωταλία και της έδειξε μια τάβλα στηριγμένη σε βράχια. «Έχω ποτηράκια. Πιάσε δύο.»

Πήρε δύο μικρά και τα κράτησε μπροστά στη Ρουθ. Εκείνη έπιασε τον τέντζερη με τη φούστα της για να μην καεί. Ξεβίδωσε το καπάκι με την μπλούζα της. Η μυρωδιά του καφέ βγήκε από μέσα ένοπλη κι αρματωμένη, σαν την Αθηνά απ’ το κεφάλι του πατέρα της. Και μόνο η μυρωδιά αρκούσε για να γελάσεις. Η Ρουθ έριξε από λίγο σε κάθε ποτήρι. Το ‘κλεισε πάλι, το βίδωσε, και το παράχωσε στην άμμο πάλι, κάτω απ’ τη φωτιά.

«Δεν είναι όπως τον κάνουν οι Βεδουίνοι, αλλά καλύτερο καφέ δεν έχεις πιει.»
«Δεν έχω ξαναπιεί καφέ», είπε η Γιωταλία.
«Αχ, πόσο τυχερή είσαι. Τόσα καινούρια πράγματα να κάνεις. Καφέ, φιλιά, έρωτα…»
«Έχω σκοτώσει.»
«Ξεκίνησες απ’ τα χειρότερα. Έπρεπε να ξεκινήσεις απ’ τον καφέ.»

Της εξήγησε ότι στην έρημο έθαβαν οι Βεδουίνοι μεγάλα τεντζέρια με νερό, ολόκληρους κόκκους καφέ, ζάχαρη και κάρδαμο. Εκεί η θερμοκρασία μέρα με νύχτα έχει τεράστιες διαφορές. Τη μέρα ο καφές βράζει, τη νύχτα παγώνει. Κι έτσι ψήνεται και κρυώνει για οχτώ μέρες, γιατί τόσοι είναι οι άγγελοι που κρατάνε το θρόνο του Αλλάχ.

Κανείς άνθρωπος δεν θα μπορούσε να βρει πού είναι θαμμένα τα τεντζέρια, ούτε κι οι ίδιοι οι Βεδουίνοι που γεννήθηκαν εκεί, αφού η έρημος μετακινείται. Μπορούν όμως οι καμήλες. Γι’ αυτό θάβουν δίπλα στον καφέ κι ένα ασκί με νερό. Η καμήλα μυρίζει το νερό από μίλια μακριά. Τους πήγαινε στο σημείο. Της έδιναν το νερό κι εκείνοι μοιράζονταν τον οκτώ φορές ψημένο καφέ –κι ύστερα το ξαναγεμίζαν, για τους επόμενους.

Η Γιωταλία δοκίμασε μια γουλιά και κόντεψαν να της βγουν τα μάτια. Ήταν δυνατός σαν ενδοφλέβια καφεΐνης.

«Είδες;» γέλασε η Ρουθ. «Άντε τώρα, πες, τι κάνεις εσύ με τον κάπτεν Μπαντ;»
«Μόνο που με μεταφέρει.»
«Μόνο δεν υπάρχει για εκείνον. Κάτι άλλο έχει για σκοπό.»
«Δεν μου φαίνεται και τόσο κακός.»
«Α, τον είδες;»
«Ναι, πιο πολύ δυστυχισμένος μοιάζει, παρά κακός.»
«Δεν είναι κακός, καταραμένος είναι.»
«Από ποιον καταραμένος;»
«Από τον εαυτό του. Αυτή είναι η χειρότερη κατάρα.»

Κι ενώ φαινόταν ότι η Ρουθ είχε πολλά να πει, και σίγουρα η Γιωταλία ενδιαφερόταν, ακούστηκε το φάλτσο βιολί του καπετάνιου απ’ το Έσεξ. Πανδαιμόνιο επικράτησε στο ρεμέτζο της Γοργόνας.

Η Γιωταλία θυμήθηκε κάτι απ’ τα παιδικά της χρόνια, στη Θάλαττα. Υπήρχαν δυο φυλές μυρμηγκιών. Κάτι μαύρα με μεγάλα πόδια, που πήγαιναν πάντα μόνα τους, και τα πιτσιγκόνια. Αυτά ήταν πολύ μικρότερα, αλλά το δάγκωμα τους ήταν το πιο οδυνηρό. Αν σε δάγκωναν δεν σ’ άφηναν ακόμα κι αν τους έκοβες το κεφάλι. Είχαν και κεντρί.

Έπαιρνε μαύρα μυρμήγκια και τα έριχνε πάνω στο δέντρο, κοντά στην είσοδο της φωλιάς των άλλων. Ο γίγαντας αντιστεκόταν για λίγο. Μετά τον έκοβαν κομμάτια και τον κουβαλούσαν στα ενδότερα. Δεν γινόταν το ίδιο όταν έριχνε πιτσιγκόνι κοντά στη φωλιά των μαύρων. Εκείνα δεν του έδιναν σημασία.

Στο ρεμέτζο τα πιτσιγκόνια ναύτες ξεκίνησαν να τρέχουν τριγύρω σαν να είχε βρεθεί ανάμεσα τους ένας αόρατος γίγαντας.

«Σήκω, φεύγουμε», της είπε η Ρουθ κι έριξε μια καράφα νερό στη φωτιά. «Πλησιάζει κίνδυνος.»
«Πού το ξέρεις;»
«Δεν τους βλέπεις πώς κάνουν;»

Τότε πλησίασε τη Ρουθ ένας ναύτης.

«Καπετάνισσα, τι να το κάνουμε το κατ που έμεινε;»

Η Ρουθ έκλεισε το μάτι στη Γιωταλία.
«Ρώτα για τη Ρουθ και το πλοίο της και θα με βρεις. Σε όποια μεριά του Ατλαντικού κι αν είσαι.»

Έπειτα φώναξε στον ναύτη: «Μέχρι που να ‘φτάσουμε Περού, θα το ‘χουμε καπνίσει.»

Η Ρουθ έφυγε με τον ναύτη της. Τότε η Γιωταλία συνειδητοποίησε, ότι όλα τα μυρμήγκια έμπαιναν στις φωλιές τους, κανείς δεν πήγε να την ειδοποιήσει. Κοίταξε προς το καράβι. Ο Κουίκ κι ο Ισμαήλ ήταν εκεί και την κοιτούσαν. Δεν της έκαναν καν νόημα.

Αναρωτήθηκε αν εκείνο ήταν το περίφημο Πέρασμα που είχε αναφέρει ο πατέρας της, η γέφυρα ανάμεσα στους κόσμους. Δεν μπορούσε να πιστέψει κάτι τέτοιο. Ένας βράχος με φώκιες και πουλιά ήταν. Δεν το ένιωθε καθόλου σημαντικό.

Σφύριξε στη Νέδα, που είχε βαλθεί να γίνει φίλη με τις φώκιες.

«Πάμε, κοπέλα μου», της φώναξε κι έτρεξε προς τη σκάλα του Έσεξ.

Τα άλλα δύο, τα μικρότερα, είχαν ήδη βγει απ’ το ρεμέτζο. Το Έσεξ, επειδή ήταν μεγαλύτερο ή μπορεί επειδή περίμενε τη Γιωταλία, μόλις που ανέβαζε άγκυρες. Με το που πάτησε τα πόδια της στο κατάστρωμα το πλοίο έστριψε προς την ανοικτή θάλασσα.

«Δεν θα περιμένατε;» ρώτησε τον Ισμαήλ.
«Πρώτη φορά περιμένει κάποιον», απάντησε το παιδί.
«Τι έγινε; Γιατί φύγαμε έτσι;»
«Μας κυνηγάνε.»
«Για τα τσουβάλια που κουβαλάτε;»
Δεν ήξερε τι είχαν μέσα, αλλά σ’ ένα λιμάνι λαθρεμπόρων δεν θα φόρτωναν μαργαρίτες.
«Για σένα», είπε ο Κουίγκ κι έτρεξε να κρατήσει κόντρα ένα σκοινί.

35

Ο Νίτσης έφυγε για τη Λάρισα, απ’ όπου θα πετούσε για τη Μασσαλία. Ο Θάνος πήγε στο λιμάνι της Πάτρας. Η κορβέτα «Πάτραι» ήταν ρωσικό ιστιοφόρο με εκτόπισμα 400 τόνους, που είχε αγοράσει ο Καρπόφ και το είχε χαρίσει στο ελληνικό βασιλικό ναυτικό.

Δίπλα του ο Θάνος αισθάνθηκε τρεις φορές τρόμο. Πρώτα ήταν το δέος του μεγέθους. Εκείνη η κορβέτα ήταν το μεγαλύτερο πλοίο που είχε δει. Ήξερε ότι υπήρχε και το θωρακισμένο καταδρομικό Αβέρωφ, αλλά εκείνο επιχειρούσε στο Αιγαίο.

Η κορβέτα είχε εφοδιαστεί με είκοσι κανόνια και έξι πολυβόλα Μαξίμ, ό,τι πιο σύγχρονο για πόλεμο. Οι ναύτες πάνω στο κατάστρωμα ετοιμάζονταν για ναυμαχία.

Κάποιος έσπρωξε τον Θάνο για να περάσει και παραλίγο να τον ρίξει στη θάλασσα. Αυτός ήταν ο δεύτερος τρόμος. Είχε μεγαλώσει στο χωριό του, στην ορεινή Αχαΐα. Κανείς συγχωριανός του δεν ήξερε κολύμπι κι οι περισσότεροι δεν είχαν καν μπει σε βάρκα. Μόνο ο Μπίρλης, ο μπαρμπέρης του χωριού, είχε περάσει πάνω από νερό, όταν διέσχισε την Διώρυγα της Κορίνθου για να πάει στην Αθήνα. Και το έλεγε ξανά και ξανά στο μπαρμπέρικο.

Η θάλασσα δεν ήταν στεριά. Αν έπεφτε μέσα της, αν βούλιαζε το καράβι, δεν είχε καμιά ελπίδα. Σίγουρα όμως ήταν καλύτερο απ’ το να πάει πετώντας. Αυτό λιγάκι τον παρηγόρησε.

Ο τρίτος τρόμος ήταν η απόσταση. Η Μασσαλία, την είχε δει στο χάρτη, ήταν πιο μακριά κι απ’ την Κρήτη, δέκα φορές πιο πέρα. Εκείνος είχε βρεθεί μέχρι την Πάτρα και τον Πύργο, αυτό ήταν, εκατό χιλιόμετρα –στεριάς πάντα. Και ήξερε τότε πως αν ήθελε μπορούσε να γυρίσει πίσω, στο σπίτι του. Κι ας είχανε χώμα πατημένο για πάτωμα, ήταν το σπίτι του, ήταν η μάνα του, ήταν οι άνθρωποι του, το χωριό του. Εκεί, στη Γαλλία, πώς θα τα ‘βγαζε πέρα με τους Φράγκους;

Υπήρχε και κάτι βαθύτερο στην αποστολή του, κάτι που ακόμα δεν ήθελε να το παραδεχτεί. Εκείνη που κυνηγούσαν την ποθούσε. Ούτε να το διανοηθεί να την παραδίδει στον γέρο Καρπόφ. Αλλά έπρεπε να το κάνει.

Πήρε βαθιά ανάσα, κοίταξε πίσω την πόλη, τα σπίτια, τους δρόμους. Κοίταξε και τα βουνά. Κάπου εκεί ήταν η μάνα του. Στράφηκε, δείλιασε κι αποφάσισε να γυρίσει πίσω, να γίνει χωρικός κι εκείνος. Ήσυχη ζωή χωρίς εξάρσεις.

~~

Σαν κάποιος να είχε προβλέψει τους ενδοιασμούς του, κι ίσως αυτός ο κάποιος να ήταν ο εργοδότης του, εκείνη την ώρα ακούστηκε ένα αυτοκίνητο να πλησιάζει. Ήξερε ποιος ήταν, πριν το δει. Το Durkopp του Καρπόφ σταμάτησε δίπλα του. Όλοι στο λιμάνι και πάνω απ’ την κορβέτα είχαν γυρίσει να θαυμάσουν το αμάξι. Άνοιξε μόνο η πόρτα του συνοδηγού.

Ο γραμματικός βγήκε σαν έντομο από την τρύπα του. Φαινόταν μικρός κι ασήμαντος, όμως είχε κεντρί σκορπιού. Μπορούσε να καταστρέψει τη ζωή σου μ’ ένα κέντρισμα.

«Ήρθατε, κύριε Γκάτζο.»
«Μπορούσα να κάνω κι αλλιώς;»
«Όχι.»

Άνοιξε το χαρτοφύλακα κι έβγαλε έναν φουσκωτό φάκελο.

«Μην τα μετρήσετε τώρα», είπε και τον έδωσε.

Μέσα είχε χαρτονομίσματα, περισσότερα απ’ όσα είχε δει σ’ όλη του τη ζωή.

«Δώσαμε κάποια και στη μητέρα σας. Μέσα στο φάκελο θα βρείτε κι ένα γράμμα δικό της.»
«Η μάνα μου δεν ξέρει να γράφει ούτε τ’ όνομα της.»
«Ο δάσκαλος το ‘γραψε, καθ’ υπαγόρευση της.»
«Ο κυρ Τάκης…»
«Τα λεφτά που σας δίνω δεν είναι αμοιβή. Είναι μόνο για τα έξοδα σας.»

Ο Θάνος αναρωτήθηκε τι θα χρειαζόταν τα χρήματα στο πλοίο. Δεν πρόλαβε να το πει, ο γραμματικός του απάντησε.

«Ευχόμαστε να ολοκληρώσετε την αποστολή σας εν πλω, αλλά οι ευχές δεν αρκούν. Τα χρήματα είναι φράγκα, γαλλικά λεφτά, γιατί εκεί μάλλον θα χρειαστείτε να λαδώσετε κόσμο. Αν δεν σας φτάσουν έχει μέσα στο φάκελο τα ονόματα των γαλλικών τραπεζών με τις οποίες συνεργαζόμαστε. Μαζί με μια εξουσιοδότηση να αποσύρεται όσα λεφτά χρειάζεστε.»
«Όσα θέλω.»
«Δεν νομίζω να θέλετε να κλέψετε τον κύριο Καρπόφ.»

Ο Θάνος συμφώνησε, δεν ήθελε. Κοίταξε για μια τελευταία φορά τα βουνά της πατρίδας και γύρισε ν’ ανέβει, χωρίς να χαιρετήσει.

«Κάτι τελευταίο, κύριε Γκάτζο», του φώναξε ο γραμματικός, αλλά δεν πήγε κοντά του, περίμενε να πάει ο χωροφύλακας σ’ εκείνον, για να επιβεβαιώσει την εξουσία του.

Ο Θάνος δεν κουνήθηκε. Αν ήταν ο ίδιος ο Καρπόφ δεν υπήρχε επιλογή, απλώς θα πήγαινε. Αλλά σιχαινόταν τα τσιράκια και τους σφουγγοκωλάριους.  Ο γραμματικός κατάπιε την περηφάνια του και πλησίασε εκείνος. Μίλησε χαμηλόφωνα, συριστικά.

«Αλλαγή σχεδίων. Ο κύριος Καρπόφ έχει έναν καινούριο συνεργάτη που μας έδωσε τις πληροφορίες που χρειαζόμαστε για τη… μάγισσα.»
«Τι λέει το καινούριο σχέδιο;»
«Εξόντωση.»
«Μα ο Καρπόφ είπε»
«Άμεση εξόντωση. Θα πληρωθείτε κι εσείς κι η μητέρα σας, αν μας φέρετε απόδειξη ότι η μάγισσα είναι νεκρή.»
«Τι να σας φέρω; Το σκαλπ της;»
«Αυτό θα ήταν καλή απόδειξη.»
«Δεν νομίζω ότι μπορώ να το κάνω.»
«Κύριε Γκάτζο, δεν έχετε επιλογή. Θέλετε να ζήσει η μητέρα σας;»

Ο Θάνος αγρίεψε και τον έπιασε απ’ το πέτο. Την ίδια στιγμή άνοιξε η πόρτα του οδηγού και βγήκε ο παλαιστής σοφέρ. Ο γραμματικός του έκανε νόημα να περιμένει.

«Δεν μπορείτε να γυρίσετε πίσω πια», του είπε ο γραμματικός κι έφυγε χωρίς να ξαναμιλήσει. Είχε πάρει την εκδίκηση του, είχε δείξει ότι τους άνηκε η ζωή του. Ο Θάνος ανέβηκε τη σκάλα βλαστημώντας τη μέρα που βρέθηκε στο Φάρο της Θάλαττας.

~~~

Σαν βρέθηκε πάνω τον σταμάτησε ένας ναύτης και του ζήτησε άδεια επιβίβασης. Ο Θάνος είπε ποιος ήταν κι ότι τον περίμεναν για να σαλπάρουνε. Ο ναύτης τον κοίταξε περιφρονητικά και φώναξε τον αρχικελευστή. Ο Θάνος είπε τα ίδια και σ’ εκείνον, έδειξε τα χαρτιά του. Ο αρχικελευστής κάλεσε τον αξιωματικό καταστρώματος, έναν σημαιοφόρο. Πάλι τα ίδια, χαρτιά, ιδιότητα, σκοπός. Ο ναύκληρος πήγε να φωνάξει τον πλοίαρχο.

Ο Θάνος, έτσι όπως περίμενε, είχε μια τρελή ιδέα. Να γυρίσει και να φύγει. Κοίταξε στο λιμάνι. Το Durkopp περίμενε. Δεν υπήρχε διέξοδος.

Τότε πλησίασε ο πλοίαρχος κι όλοι βάρεσαν προσοχή. Ήταν ένας ευθυτενής μεσήλικας, καλοταϊσμένος και καλοφτιαγμένος, σίγουρα από καλή οικογένεια. Με την ωραία του στολή, το θεληματικό του πηγούνι και το ασήμι στους κροτάφους σίγουρα θα είχε πολλές κατακτήσεις. Περνούσε ένα κεφάλι σχεδόν τον Θάνο, ήταν μεγαλοπρεπής. Δεν του μίλησε. Οι ανώτεροι δεν απευθύνονται στους τόσο κατώτερους.

«Αναφέρσου!» ούρλιαξε ο αρχικελευστής.
«Είμαι απεσταλμένος του…»
«ΑΝΑΦΕΡΣΟΥ!»

Ο Θάνος έκατσε προσοχή κι εκείνος. Δεν χαιρέτησε, γιατί δεν φορούσε πηλίκιο. Θυμήθηκε τις μέρες του στη σχολή χωροφυλάκων.

«Ευπειθώς αναφέρω. Χωροφύλακας Θάνος Γκάντζο, της τάξης…»
«Εβραίος είσαι;» τον διέκοψε ο πλοίαρχος.
«Όχι, χριστιανός είμαι.»
«Όχι, κύριε πλοίαρχε» τον διόρθωσε ο αρχικελευστής.

Ο Θάνος είχε αρχίσει να τρελαίνεται. Και στη χωροφυλακή δεν ήταν παιδική χαρά, είχε περάσει καψόνια, αλλά δεν είχαν τέτοιες ιεραρχίες και τυπικότητες. Γύρισε προς το λιμάνι. Το αυτοκίνητο του Καρπόφ ήταν εκεί.

«Από πού κατάγεσαι, χωροφύλακα Γκάντζο;» τον ρώτησε ο πλοίαρχος.
«Αγρίδι Αροανίας», και πρόλαβε να τσοντάρει το «κύριε».
«Λοιπόν, χωροφύλακα Γκάντζο απ’ το Αγρίδι. Ένα πράγμα πρέπει να ξέρεις. Η κορβέτα Πάτραι είναι στρατιωτικό έδαφος. Όποιος βρίσκεται εδώ πάνω υπακούει τις εντολές μου. Πέρα από κυβερνήτης είμαι και δικαστής. Αν αρνηθείς να υπακούσεις δεν θα γυρίσεις πίσω να περάσεις ναυτοδικείο. Βλέπεις τη μετζάνα;»

Του έδειξε το τελευταίο κατάρτι της κορβέτας, αυτό που ήταν πιο κοντά στην πρύμνη.

«Έχω δικαίωμα να σε κρεμάσω εκεί. Χωρίς δίκη. Και ξέρεις κάτι, χωροφύλακα Γκάντζο απ’ το Αγρίδι;»
«Θα το κάνετε με την πρώτη ευκαιρία;» τον πρόλαβε ο Θάνος. Και πρόσθεσε ειρωνικά «κύριε;»

Μια σκιά πέρασε απ’ τα μπλε ασημί μάτια του πλοιάρχου. Αυτό ήταν το μόνο που είδε στο πρόσωπο του. Απόλυτος έλεγχος. Του γύρισε την πλάτη και μίλησε στον σημαιοφόρο. Ο Θάνος δεν άκουγε, γιατί παρατηρούσε τη μετζάνα κι αναρωτιόταν γιατί θα τον κρεμούσαν στο μικρότερο κατάρτι.

Ο πλοίαρχος έφυγε. Ο σημαιοφόρος έκανε ένα σήμα κι ένας άλλος ναύτης έπαιξε τρεις τόνους με τη σφυρίχτρα του. Αμέσως στο κατάστρωμα ξεκίνησαν οι διαδικασίες άμεσης αναχώρησης. Οι ενέργειες των ναυτών ήταν τέλεια συντονισμένες, σαν να είχαν έναν νου και να κατευθύνονταν από τον πλοίαρχο. Μετά από μερικά χρόνια θητείας όλα γίνονταν με αγαστή σύμπνοια και τέλεια αρμονία. Οι κάβοι λύθηκαν ταυτόχρονα στο σωστό πρόσταγμα, ακριβώς τη στιγμή που φούσκωναν τα πανιά. Το Πάτρα γύρισε μεγαλοπρεπώς προς την έξοδο του κόλπου.

Ακόμα κι εκείνη τη στιγμή το σκεφτόταν ο Θάνος. Να βουτήξει στο νερό. Κάποιος θα τον έσωζε, ένας απ’ τους χασομέρηδες που στέκονταν στο λιμάνι και ψάρευαν. Αλλά κανείς δεν μπορεί να σε σώσει, αν δεν μπορείς να σώσεις τον εαυτό σου. Δεν τολμούσε να βουτήξει.

Τον σκούντηξε ένας ναυτάκος.
«Έλα, πάμε κάτω. Απαγορεύεται να βρίσκονται στο κατάστρωμα όσοι δεν έχουν υπηρεσία.»

Ο Θάνος ακολούθησε υποταγμένος στη μοίρα του, ελπίζοντας έστω για ένα μαλακό κρεβάτι.

~~~~

Κατέβαιναν και κατέβαιναν, σαν να ήτανε η Κόλαση του Δάντη. Το πλοίο ήταν πιο μεγάλο απ’ όσο νόμιζε. Όλο και κατέβαιναν.

«Έχεις κάνα τσιγαράκι;» του είπε ο ναυτάκος, όταν βεβαιώθηκε ότι δεν θα τους ακούγανε.

Έβγαλε και του έδωσε ένα γαλλικό, ο Νίτσης του τα ‘χε χαρίσει. Ο ναυτάκος εντυπωσιάστηκε, το ‘βαλε στο τσεπάκι και ξερογλειφότανε.

«Εδώ είσαι», του είπε κάποια στιγμή κι άνοιξε την πόρτα.

Κοίταξε μέσα. Μια καμπίνα ποντικοπαγίδα. Και δεν ήταν μόνος. Ένας γέρος χωρίς πηγούνι, μόνο με τη φανέλα κι ένα παράξενο αφρικάνικο καπέλο περίμενε να του πουν.

«Θα μείνει εδώ», είπε ο ναυτάκος στο γέρο.
«Ούτε ‘γω δεν χωράω. Πού θα μείνει;»
«Το ‘πε ο Σαγιάς.»

Ο γέρος δεν απάντησε, μόνο χαμογέλασε με όση ειρωνεία μπορούσε, όταν άκουσε το όνομα. Ο Θάνος μπήκε μέσα κι ο ναυτάκος έφυγε ανάβοντας τη γαλλική τράκα.

«Καλωσόρισες στο μπαλαούρο της Κόλασης», είπε ο γέρος.
«Πώς θα κοιμηθούμε εδώ;»
«Κοιμήσου εσύ. Εγώ έχω βάρδια. Κι όταν γυρίσω θα την πέσω στην καρέκλα μου. Δεν θα ‘ναι πρώτη φορά.»

Ο Θάνος ακούμπησε το σάκο του στο κρεβάτι κι έβγαλε ν’ ανάψει τσιγάρο. Δεν είχε όρεξη ούτε να συστηθεί.

«Συ ‘σαι, λέει, ο λόγος που φεύγουμε άρον άρον;»
«Μακάρι να ‘μουν ο λόγος για οτιδήποτε.»
«Καλά, μη στεναχωριέσαι τόσο. Δεν είσαι ο μόνος που δυστυχεί.»
«Δεν με παρηγορεί αυτό. Αν δυστυχώ εγώ τι με νοιάζει πόσοι ακόμα;»

Ο γέρος γέμισε ένα ποτήρι τζιν σκέτο κι έσταξε μέσα πέντε στάλες αγκοστούρα. Πήγε και κλείδωσε την πόρτα, λίγο προτού ανάψει την πίπα του. Τη στούμπωσε με καπνό και πασπάλισε από πάνω πράσινο κιφ μαροκινό.

Έβαλε στο φωνογράφο Έντισον έναν κύλινδρο να παίζει. Πάνω στον κύλινδρο έλεγε: Κάμντεν, Νέα Υέρσεη, Γιώργος Κατσαρός, 1909. Ένας Έλληνας μετανάστης μόλις που είχε βρεθεί στην Αμερική ηχογράφησε έναν μπουρνοβαλιό μανέ, παραδοσιακό κομμάτι.

«Τζιν πίνεις;» ρώτησε το Θάνο ο γέρος, αφού τράβηξε την πρώτη τζούρα..
«Δεν έχω δοκιμάσει.»
«Εντάξει. Πρώτη φορά στη θάλασσα, πρώτη φορά τζιν.»
«Πού το κατάλαβες;»
«Περπατάς με κλειστά πόδια», είπε ο μαρκονιστής.

Από το φωνόγραφο ακουγόταν η φωνή του Κατσαρού:
«Της θάλασσας κρατώ κακιά – αμάν αμάν,
Του βαποριού αμάχη
Που πήρε την αγάπη μου – αμάν αμάν
Και την εχαίρονται άλλοι.»

«Πώς σε λένε, συγκρατούμενε;»
«Θάνο.»
«Λοιπόν, Θάνε και Θάνατε. Εμένα με λεν Νικόλα, σαν τον άγιο, αλλά χωρίς αγιοσύνη. Κι είμαι στα καράβια από τότε που υπάρχει θάλασσα. Κρύφτηκα εδώ, στ’ αμπάρια της ζωής. Ξέρεις γιατί; Επειδή αγαπώ τους ανθρώπους. Τους αγαπώ, μα δεν τους αντέχω.»

Έβαλε περισσότερη φωτιά στο τσιμπούκι του, ο καπνός μοσχοβόλησε σαν άγιο θυμίαμα.
Κι ο Κατσαρός τραγουδούσε: «Ανάθεμα την ώρα
Όπου σε πρωτογνώρισα.»

«Τους έχω γνωρίσει όλους, τόσα χρόνια, τόσα λιμάνια. Για λίγο, μόνο για λίγο. Και δεν τους καταλαβαίνω. Δεν σας καταλαβαίνω εσάς τους στεριανούς που κοιμάστε σε κάμαρες κλειστές. Σαν αγαπώ, αλλά δεν σας αντέχω.»
«Και ποιον αντέχεις τελικά;» του είπε ο Θάνος, που είχε πάρει λίγο θάρρος απ’ την αψάδα του τζιν.

Ο Νικόλας κάπνισε την πίπα του και κοίταξε στο πλάι, σαν να ‘ψαχνε την απάντηση στο πάτωμα.
Τελικά είπε: «Αντέχω τον εαυτό μου. Λίγο είναι;»

Άδειασε το ποτήρι του και ζήτησε λίγο ακόμα. Του το ‘φτιαξε θαλασσινό και πάλι, βάζοντας λίγο παραπάνω αγκοστούρα, το ροζ τζιν που έπιναν μόνο όσοι έχουν περάσει μια φορά τουλάχιστον τον Ατλαντικό. Ήπιε άλλα δύο ο Θάνος, μέχρι που ξεκίνησε να εξομολογείται όσα τον βαραίνανε. Είπε τι τον έστελναν να κάνει, είπε τι φοβόταν.

«Πώς είναι η κοπέλα αυτή;» είπε ο Νικόλας.
«Σαν γοργόνα.»
«Το ‘ξερα. Κι εγώ έτσι την πάτησα κι έμεινα στο μπαλαούρο. Αυτές οι γοργόνες.»

Κι ο Θάνος ξεκίνησε να λέει για το σώμα της, για τα μαλλιά της, για το περπάτημα της, για τα χέρια της, για το βλέμμα της, για το βλέμμα ξανά. Ο Νικόλας τον έκοψε.

«Κάτσε! Εσύ είσαι τρελός μαζί της. Και πας να τη σκοτώσεις;»
«Θα σκοτώσουν τη μάνα μου αλλιώς.»
«Ε, ας τη σκοτώσουν. Έτσι κι αλλιώς θα πέθαινε.»

Ο Θάνος τσαντίστηκε και πήγε να σηκωθεί. Αλλά ήταν ήδη ζαλισμένος.

«Αν ρωτούσες τη μάνα σου, τι θα σου έλεγε;» είπε ο Νικόλας.
«Μη λες για τη μάνα μου», έκανε ο Θάνος.

Ο Νικόλας ρούφηξε λιγάκι ακόμα κιφ κι έπιασε να γελάει σαν αλλόφρονας.

«Να ξέρεις» του είπε σαν επανήλθε. «Σου μιλάω μόνο και μόνο επειδή πίνουμε. Σε βαρέθηκα με την πρώτη γνωριμιά. Είσαι σαν τους άλλους.»
«Τι είμαι;»
«Βαρετός. Άνθρωπος.»
«Κι εσύ τι λογίζεσαι δηλαδή;»
«Εγώ είμαι ποιητής.»

Ήταν η σειρά του Θάνου να γελάσει.
«Τα μαύρα σου τα χάλια είσαι. Ένας γέρος που αργοπεθαίνει στο αμπάρι. Σου σηκώνεται, γέρο;»
«Ρώτα τη μάνα σου.»

Ο Θάνος όρμηξε πάνω στο γέρο να τον πνίξει. Έτσι όπως τον έριξε κάτω χτύπησε τον φωνογράφο που κόλλησε κι έπαιζε σ’ επανάληψη τη φράση του Κατσαρού: «Που πήρε την αγάπη μου, αμάν αμάν, που πήρε την αγάπη μου, αμάν αμάν, που πήρε την αγάπη μου, αμάν αμάν»

Κι ενώ του έσφιγγε το λαιμό να τον στραγγαλίσει άκουσε εκείνη την επανάληψη και του ήρθανε γέλια. Τον άφησε κι έπεσε στο πλάι, ρίχνοντας κάτω την καρέκλα. Το πιο αστείο ήταν ότι κι ο γέρος το ίδιο γελούσε.

«Δεν υπάρχει καμιά σωτηρία, ε;» ρώτησε ο νέος τον γέρο.
«Μόνο μία. Αν σου τύχει μην τη χάσεις.»
«Τι;»

Ο Νικόλας του έκανε νόημα ν’ ακούσει τη φωνή του Κατσαρού: «Που πήρε την αγάπη μου, αμάν αμάν.»

36

Στην Τουλούζη, στο κάρο του Αυτόλυκου, η Τενερίφη είχε πιει μισό μπουκάλι αψέντι ακούγοντας την ιστορία του φίλου της. Είχε μεθύσει, αλλά περισσότερο είχε στεναχωρηθεί.

«Ξέρεις τι σκέφτομαι;» του είπε.
«Τη μικρή.»
«Ναι, τη Ζήνα. Γιατί αν εσύ τα βρήκες τόσο ζόρικα, τότε τι θα έχει πάθει αυτή;»
«Ήταν δυνατή μάγισσα.»
«Η δυνατότερη που έχω δει. Τρομαχτική σχεδόν. Αλλά χωρίς καθοδήγηση… Πού είναι;»
«Δεν την νιώθεις;»
«Το μόνο μαγικό πλάσμα εδώ κοντά είσαι εσύ. Κι εκείνη η γάτα λιγάκι.»
«Δεν μπορεί από μόνη της η Ζήνα να…»

Η Τενερίφη του εξήγησε στα γρήγορα. Κι εκείνη όταν ήταν παιδούλα είχε περάσει απ’ την Κόλαση. Γιατί είχε δυνάμεις, αλλά δεν είχε δασκάλα, να της εξηγήσει τι είναι, τι μπορεί να κάνει. Πιο πολύ φοβόταν, το έκρυβε, όπως φοβήθηκε όταν της ήρθε πρώτη φορά περίοδος.

Την πάντρεψε ο πατέρας της μ’ ένα μεσήλικα χήρο, τον μπακάλη του χωριού. Αφού τη βίασε μερικές φορές του ‘χωσε ένα ψαλίδι στο σβέρκο, σαν να ‘τανε βόδι. Πήρε το μουλάρι του χήρου κι έφυγε όσο πιο μακριά μπορούσε. Έγινε γητεύτρα, χωρίς σπουδαίες μαγείες.

«Κι η αδελφή σου, η Φουέρτε;»
«Εκείνη ήταν η ωραία της οικογένειας. Πήρε μεγάλη προίκα ο πατέρας, τη μοσχοπούλησε σε άρχοντα, όχι σε μπακάλη.»

Ο Αυτόλυκος πήγε κι έφερε άλλα δυο μπουκάλια. Καπνίζανε και πίνανε, μέχρι να βρεθεί λύση. Η Τενερίφη δεν θα έφευγε από εκεί μόνη. Κι εκείνος δεν ήθελε να φύγει. Της είπε ξανά και ξανά ότι ζούσε για πρώτη φορά ελεύθερος.

«Στους Κόκκινους Βάλτους δεν ήσασταν ελεύθεροι;»
«Ελεύθεροι κυνηγημένοι. Εδώ δεν κρύβομαι. Είμαι…»
«Η ατραξιόν του τσίρκου τεράτων.»
«Έστω. Αλλά είμαι ένα τέρας αποδεχτό.»
«Ποτέ δεν θα είσαι αποδεχτός. Δεν τους μοιάζεις. Είσαι μοναδικός.»
«Έστω. Πες το όπως θες. Εγώ ξέρω ότι δεν φοβάμαι.»
«Οπότε θ’ αφήσεις τους άλλους στη μοίρα τους. Ωραία ιδανικά έχεις, προσαρμόστηκες γρήγορα στον κυνικό καινούριο κόσμο.»
«Δεν άκουσες τίποτα απ’ όσα σου ‘πα;»
«Τ’ άκουσα. Τ’ άκουσα όλα και τα θυμάμαι. Εσύ δεν θυμάσαι. Πώς λεγόταν εκείνος που έγραψε στους τοίχους;»
«Ορέστε.»
«Ναι, θυμάσαι τον Ορέστη; Δεν σε βοήθησε;»
«Μ’ έσωσε», είπε ο Αυτόλυκος που ανατρίχιασε ολόκληρος, καθώς αναβίωσε τον τρόμο της Βολτέρα.

Η Τενερίφη δεν του είπε τίποτα. Άναψε ένα ακόμα τσιγάρο. Είχε εθιστεί ήδη, τα λάτρευε.

«Και τι σημαίνει αυτό; Τι μου λες;» έκανε ο Αυτόλυκος που δεν είχε καταλάβει ακόμα ότι η μάγισσα της υποβολής τον πήγαινε εκεί που ήθελε.
«Κάποιος σ’ έσωσε. Κάποιον πρέπει να σώσεις. Αλλιώς χάνεται η ισορροπία του κόσμου.»
«Αυτά είναι δεισιδαιμονίες των αρχαίων.»
«Κι εσύ πότε γεννήθηκες; Αρχαίος είσαι.»
«Ήμουν.»

Έτριξε τα δόντια, σηκώθηκε όρθιος, έπιασε τη γυάλινη πίπα να καπνίσει λίγη ηρωίνη. Αλλά ήταν πολύ αναστατωμένος για να κάνει οτιδήποτε.

«Προσαρμόστηκα, Τενερίφη, προσαρμόστηκα.»
«Συμβιβάστηκες.»
«Πες το όπως θες. Είμαι ελεύθερος.»
«Είσαι ένας δούλος του χειρότερου είδους. Δούλος χωρίς αφέντη.»

Ο Αυτόλυκος πήγε ν’ αρχίσει να φωνάζει. Μόλις τότε κατάλαβε τι γινόταν. Η μάγισσα τον καθοδηγούσε.

«Τι θες να κάνω;» της είπε ήρεμα.
«Να γίνεις πάλι ελεύθερος άνθρωπος. Αυτεξούσιος. Υπεύθυνος. Περήφανος. Σπουδαίος. Θυμάσαι τον Άβαρι;»

Θυμόταν, όσο κι αν προσπαθούσε να το ξεχάσει. Το έβλεπε στον ύπνο του, όσες φορές κι αν το προσπερνούσε. Τότε δεν έτρωγε ωμό κρέας σε μια παράσταση. Ούτε πασαλειβόταν με τα σκατά του. Ήταν ο αρχηγός στην επίθεση ενάντια στον πιο ισχυρό άντρα της Ελλάδας. Οι σύντροφοι του, οι ληστές, τον ακολουθούσαν χωρίς καμία αμφιβολία. Σκοτώθηκαν και του έλεγαν, την ώρα που πέθαιναν, ότι ήταν τυχεροί που πέθαναν μαζί του. Δεν ήταν εύκολη ζωή, ήταν σπουδαία ζωή. Μόνο τότε ήταν πραγματικά ελεύθερος, όταν αψηφήσανε με τους συντρόφους του τον ίδιο το θεό, το θάνατο. Δεν υπάρχει άλλο μεγαλείο σαν κι αυτό, να μη φοβάσαι να πεθάνεις.

«Τι ζητάς;» είπε ο Αυτόλυκος.
«Να πάμε στη Μασσαλία. Να βρούμε τη Ζήνα πρώτα. Και τον άλλο, τον έξυπνο βλάκα, τον Φοίβο. Κι αν μπορέσουμε να σώσουμε την κόρη της Φουέρτε και το Αβγό της Ευρυνόμης, καλό θα ήταν. Σου φαίνονται πολλά;»
«Να σώσουμε τον κόσμο;»
«Δεν χρειάζεται να περατώσουμε το έργο, αλλά δεν μπορούμε να παραιτηθούμε απ’ αυτό.»

Ο Αυτόλυκος δεν απάντησε. Είχε πειστεί, αλλά δεν ήθελε να το πει. Ξεφύσησε κι άναψε ένα ακόμα Γκωλουάζ, καινούριο πακέτο. Του ζήτησε κι η Τενερίφη.

«Πώς λέγεται αυτό;» του είπε αφού απόλαυσε την πρώτη τζούρα.
«Σιγαρέτο. Το φυτό το έφεραν απ’ την Αμερική.»
«Τι ‘ναι η Αμερική;»
«Η αναδυόμενη Ατλαντίδα», είπε ο Αυτόλυκος και γέλασε, μετά από πολύ ώρα περισυλλογής και δακρύων.
«Το ‘ξερα ότι υπάρχει», είπε η Τενερίφη και ρούφηξε μια δυνατή τζούρα.

~~

Καθώς οι τολύπες του καπνού ενώνονταν με την ειρωνική διάθεση του Αυτόλυκου, ακούστηκε χτύπημα στην πόρτα. Ήταν ο Σιμόν, ο κονφερασιέ. Πίσω του στέκονταν οι δυο σιαμαίες, ξεχωριστά, χωρίς τίποτα κοινό πέρα απ’ την ομοιότητα και τα ρούχα.

Ζήτησε την άδεια να μπει και είπε ότι είχε τη λύση στο πρόβλημα τους. Ανέβηκε κι εξήγησε στον Αυτόλυκο ότι όλοι είχαν ακούσει τι έλεγε με την Τενερίφη. Όλοι είχαν ακούσει, αλλά οι σιαμαίες που ήταν μόνο δίδυμες, είχαν Ελληνίδα μάνα. Οπότε κατάλαβαν τι είχαν πει και το μετέφεραν στον Σιμόν.

«Υπάρχει λύση, όπου θα βγείτε και οι δύο κερδισμένοι χωρίς να κάνετε καμιά παραχώρηση», του είπε ο Σιμόν.
«Πώς να γίνει κάτι τέτοιο;»
«Είναι απλό. Η κυρία θέλει να πάτε στη Μασσαλία. Εσύ θες να μείνεις μαζί μας. Γιατί να μην τα κάνουμε και τα δύο; Το Αναρχικό Τσίρκο θα πάει στη Μασσαλία.»

Ο Αυτόλυκος δεν χρειάστηκε να το σκεφτεί πολύ. Ξεκίνησε να γελάει, ανάλαφρος μετά από τόση ώρα βαρύτητας, κι έδωσε το χέρι στον κονφερασιέ. Εξήγησε στην Τενερίφη το σχέδιο. Της φάνηκε τέλεια ιδέα. Θα ήταν δύσκολο να πάνε ως εκεί μόνοι τους, ένας λυκάνθρωπος και μια ξένη. Έδωσε κι εκείνη το χέρι της στον εμπνευστή του σχεδίου. Τσούγκρισαν κι ήπιαν από ένα γεμάτο σφηνάκι.

Έπειτα ο Σιμόν, μεταξύ σοβαρού κι αστείου, όπως φαινόταν απ’ το θεατρινίστικο τρόπο εκφοράς, ξεκίνησε να μιλάει γαλλικά πιο γρήγορα.

«Τι λέει; Δεν καταλαβαίνω τόσο γρήγορα»,  είπε η Τενερίφη.
«Ότι», διακοπή για γέλια, «για να είσαι μαζί μας στο αναρχικό τσίρκο, το τσίρκο τεράτων», κι άλλα γέλια, «πρέπει να είσαι κι εσύ μέσα στην παράσταση. Δεν χρειαζόμαστε καθαρίστριες, καθαρίζουμε όλοι με τη σειρά μας.»
«Σιγά μη γινόμουν καθαρίστρια στο αχούρι σας.»

Ο Αυτόλυκος μετέφρασε αυτό που είπε η Τενερίφη. Άρεσε στο Σιμόν, που δεν μπορούσε τους υποταγμένους.

«Και τι θα είσαι;» της είπε.
Η Τενερίφη κατάλαβε τη μικρή πρόταση κι απάντησε καταπρόσωπο:
«Έχετε μάγισσα;»

~~~

Το επόμενο πρωινό, πριν να βγει ο ήλιος στην Τουλούζη, το καραβάνι ξεκίνησε για τη Μασσαλία, για το νότο. Θα έκαναν μια μονοήμερη στάση ενδιάμεσα, στο Μονπελιέ, για να παίξουν την παράσταση τους και να βγάλουν τα έξοδα τους, πριν συνεχίσουν για τη θάλασσα.

Την επομένη θα έφταναν στη Μασσαλία, όπου το Τσίρκο θα έκανε την παράσταση κανονικά, αλλά θα έψαχναν να μάθουν και στοιχεία για τους χαμένους συντρόφους των αρχαίων.

Ο Σιμόν ήταν πολύ ανοιχτόμυαλος άνθρωπος, πολύ πιο προχωρημένος απ’ όλους τους Γάλλους της περιοχής. Δεν πίστευε τίποτα ως απόλυτα αληθινό και γι’ αυτό δεν απέκλειε εξαρχής και το εντελώς απίθανο. Είχε μπροστά του έναν λυκάνθρωπο και μια γυναίκα παράξενη, που μιλούσαν ελληνικά. Δεν είχε πρόβλημα να δεχτεί ότι είχαν ταξιδέψει στο χρόνο. Γιατί όχι;

Ακριβώς επειδή εμπιστευόταν τους ανθρώπους είπε στην Τενερίφη ότι είχε το ελεύθερο να κάνει ό,τι ήθελε στην παράσταση της. Εκείνη ζήτησε περισσότερες πληροφορίες απ’ τα αναρχικά φρικιά, για το πώς μοιάζουν οι μάγισσες στον εικοστό αιώνα.

Το τριγωνικό καπέλο της άρεσε, ήταν εντυπωσιακό. Η σκούπα που πετάει της φάνηκε ηλίθια ιδέα. Αν μπορείς να πετάς, γιατί να κουβαλήσεις και τη σκούπα σου; Αλλά πιο πολύ εκνευρίστηκε με το παρουσιαστικό των μαγισσών: Γαμψή μύτη, φαφούτικο στόμα, κρεατοελιά στο πηγούνι, λιωμένο σώμα χωρίς καμπύλες.

Προσπαθούσε να καταλάβει γιατί ασχήμυναν τόσο οι μάγισσες, απ’ την τελευταία φορά που ήταν παντού. Μάλλον το έκαναν γιατί η γυναικεία σεξουαλικότητα τους έκανε να νιώθουν άβολα, ανίσχυροι. Πάντα ήταν πρόβλημα. Έπρεπε να κρυφτεί σε μπούρκες, να μείνει σπίτι, να μείνει παρθένα, να μείνει χωρίς κλειτορίδα.

Οπότε κι οι μάγισσες έπρεπε να είναι γριές και άσχημες, να μην εκφράζουν ερωτισμό. Η Τενερίφη σκέφτηκε την καλλονή αδελφή της. Αν εμφανιζόταν η Φουέρτε στον εικοστό αιώνα θα κατακτούσε τον κόσμο.

~~~~

Η πρώτη παράσταση της Τενερίφη δόθηκε στο Μονπελιέ. Πολλοί απ’ τους θεατές ήταν Γάλλοι υπήκοοι απ’ τις αποικίες και μουσουλμάνοι στο θρήσκευμα.

Ο Σιμόν, ως αναρχικός, ήταν άθεος. Όμως αποδεχόταν τις πεποιθήσεις των άλλων και προσπαθούσε να μην προσβάλλει τους θεατές. Είπε στη βοηθό του μάγου να φορέσει φούστα, αντί για το κολλητό κορμάκι που φορούσε.

Ζήτησε κι απ’ την Τενερίφη να είναι προσεκτική. Εκείνη ζήτησε περισσότερες πληροφορίες.

«Απλώς μην το παρακάνεις με την σεξουαλική ελευθεριότητα», είπε ο Σιμόν και μετάφρασε ο Αυτόλυκος.
«Τι σκατά θεούς έχουν;» είπε η Τενερίφη. «Οι άλλοι έχουν έναν σταυρωμένο, αυτοί έναν που δεν θέλει οι γυναίκες να δείχνουν το σώμα τους.»
«Μόνο πρόσεχε», της είπε ο Αυτόλυκος. «Έχουμε παίξει και στην Αφρική. Υπερβολές δεν χρειάζονται. Διασκεδαστές είμαστε.»

Η Τενερίφη εμφανίστηκε καβαλώντας μια σκούπα, ντυμένη και φτιαγμένη έτσι όπως έπρεπε να μοιάζει μια μάγισσα στον εικοστό αιώνα. Τα παιδιά και οι μεγάλοι γελούσαν, το είδαν σαν κωμικό διάλειμμα. Όμως η μάγισσα δεν άντεχε να γελάνε μαζί της.

Πέταξε τη σκούπα στο κεφάλι ενός θεατή. Γύρισε προς το κοινό κι άρχισε να λέει μαγικές λέξεις, ενώ έβγαζε τα ρούχα της. Τα παιδάκια έβαλαν τα κλάματα μόνο που είδαν το βλέμμα της. Οι ενήλικες που πήγαν να διαμαρτυρηθούν την είδαν να μεταμορφώνεται σε μια Μέγαιρα, με φίδια στο κεφάλι και φολίδες στο σώμα, με διχαλωτή γλώσσα και νύχια αρκούδας. Έφυγαν όλοι τρέχοντας.

Στο Σιμόν άρεσε αυτό. Τους είχε τρομάξει, οπότε ήταν καλή. Πήγε να τη συγχαρεί και να της πει ότι ήταν το καινούριο αστέρι. Βρήκε την Τενερίφη να ντύνεται.

«La comédie est finie», του είπε.
Αυτό ήταν το τέλος της καριέρας της ως διασκεδαστής.

~~~~~~

Το επόμενο πρωινό βρέθηκαν στη Μασσαλία. Ακόμα δεν ένιωθε το μαγικό στίγμα της Ζήνας. Περπάτησε στην ψαραγορά, το καλύτερο μέρος της Ευρώπης για ν’ αγοράσεις «φρούτα της θάλασσας», οι φωνές και οι μυρωδιές της θύμισαν τις αγορές στον τόπο της, στο χρόνο της μάλλον.

Πήγε πάνω ως το λόφο του Αγίου Μαρτίνου και κοίταξε την θέα από ψηλά. Κατέβηκε πίσω στο λιμάνι, το περπάτησε ολόκληρο, τίποτα.

«Δεν είναι εδώ», είπε στον Αυτόλυκο που βοηθούσε στο στήσιμο της τέντας.
«Καμία;»
«Κανένας. Ούτε ο Φοίβος. Κι εκείνος τι έγινε; Καλύτερα να είχα πάρει το μουλάρι μου μαζί.»
«Θα σου πω κάτι», έκανε ο Αυτόλυκος κι άφησε τον πιο δυνατό άντρα του κόσμου να κρατάει μόνος του το καδρόνι. «Δεν τον εμπιστεύομαι.»
«Τον εξυπνάκια;»
«Ναι. Νομίζω ότι κρύβει πράγματα. Δεν είναι εξυπνάκιας, όπως τον λες. Είναι σκοτεινός.»
«Ο Φοίβος; Εμένα μου φάνηκε σαν χαζός έξυπνος.»
«Αυτό ήθελε να μας κάνει να πιστέψουμε.»

Η Τενερίφη έκανε μια απαξιωτική κίνηση, ενώ σκεφτόταν ότι ο Αυτόλυκος μπορεί και να τον ζήλευε. Γύρισε τη συζήτηση εκεί που ήθελε, γιατί πάνω απ’ το Φοίβο, τη Γιωταλία και το Αβγό της Ευρυνόμης, πάνω κι απ’ τη διαφύλαξη της νομοτέλειας του Κόσμου, την ένοιαζε να βρει τη μικρή της Ζανζιβάρη.

«Κοίτα», είπε ο Αυτόλυκος, «ο Σιμόν είχε δίκιο. Είναι άνθρωπος δίκαιος, σωστός ηγέτης. Είμαστε στη Μαρσέιγ.»
«Το ξέρω, έβγαλα κάλους απ’ το περπάτημα.»
«Αν δεν βρούμε κανέναν σημάδι δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα άλλο.»
«Θα ψάξουμε.»
«Τενερίφη, ο κόσμος είναι πολύ μεγαλύτερος απ’ αυτό που ξέραμε. Υπάρχει μέχρι και νησί με το όνομα σου.»
«Αλήθεια;»
«Ναι, δεν θα τη βρεις ακόμα κι αν ψάχνεις όλη σου τη ζωή.»
«Τότε θα ψάχνω όλη μου τη ζωή.»

Η Τενερίφη άρπαξε το πακέτο Γκωλουάζ απ’ το τσεπάκι του κι άναψε. Ο Αυτόλυκος γέλασε.

«Αν δεν ήσουν στην ηλικία της γιαγιάς μου θα σ’ ερωτευόμουν», της είπε.

Εκείνη τον έβρισε σε άπταιστα γαλλικά και γύρισε προς το βαγόνι τους. Θα έφευγε το επόμενο πρωινό. Προς τα πού; Θα πήγαινε σε κείνο το καινούριο κράτος που λεγόταν Ελλάδα.

~~~~~~~

Τη σταμάτησε ο Σιμόν που μόλις είχε γυρίσει απ’ το λιμάνι και τα χαμαιτυπεία, εκεί όπου βρωμούσε μπύρα, αίμα και σκατά, και τα πατώματα έτριζαν απ’ τις λιμανίσιες κατσαρίδες. Είχε κατέβει να μαζέψει πληροφορίες. Τον ενδιέφερε να βοηθήσει τους δύο Έλληνες, ακόμα κι αν έτσι θα έκανε κακό στο Αναρχικό Τσίρκο. Δεν ήταν επιχειρηματίας, ήταν ιδεολόγος τσιρκολάνος.

«Έμαθα νέα», είπε στην Τενερίφη και την τράβηξε πιο κοντά στον Αυτόλυκο.

Στο λιμάνι πήγαινε από καταγώγι σε μπουρδέλο, κι από μπιστρό σε ταβέρνα, κερνούσε ποτά και ρωτούσε για περίεργα περιστατικά, μαγείες και τα συναφή. Άκουσε πάλι τα ίδια, για την Ingis Fatus στους βάλτους του Ροδανού και για τη Φάτα Μοργκάνα στα στενά της Μεσσίνας, τη λευκή φάλαινα, τον Λεβιάθαν στον Ατλαντικό, τα παράξενα δισκοειδή φώτα που πετούσαν πάνω απ’ την έρημο, τις συνηθισμένες ονειροφαντασίες των ναυτικών.

Κι ενώ ήταν έτοιμος να γυρίσει πίσω τον φώναξε ένας λαθρέμπορας. Τον ρώτησε αν ήξερε τη Γοργόνα, το Περιπλανώμενο Νησί.

«Σου μοιάζω με τον Γκυ ντε Μωπασάν;» του είπε ο Σιμόν. «Δεν κάνω έρευνα για διηγήματα. Όλοι το ξέρουν το νησί σας.»
«Ναι, αλλά έγινε κάτι άλλο εκεί», είπε ο λαθρέμπορας και παρήγγειλε περισσότερη μπύρα.

~

«Τι καινούριο δηλαδή;» είπε ο Αυτόλυκος, που δεν πίστευε λέξη.
«Συμμερίζομαι τη δυσπιστία σου, κι εγώ το ίδιο θα έλεγα. Κι αν τον είχατε δει… Ο ναυτικός ήταν ρεμάλι ολκής, πιο μεθυσμένος απ’ όλους τους μεθυσμένους της Μαρσίγιας, κι αυτό να ξέρετε είναι πολύ.»
«Τι σου είπε;» τον έκοψε η Τενερίφη.
«Ότι υπάρχει κάτι παράξενο μ’ ένα κορίτσι πάνω σ’ ένα πλοίο.»
«Τι παράξενο έχει; Μη μιλάς σαν μεθυσμένος κι εσύ.»
«Αυτό είναι το θέμα. Το παράξενο δεν το έχει το κορίτσι, το έχει το πλοίο.»

Ο Αυτόλυκος πήγε να φύγει, ενώ έλεγε για τους μεθυσμένους του λιμανιού. Τον άρπαξε απ’ το μαλλί η Τενερίφη.

«Νιώθω ότι κάτι υπάρχει», του είπε. «Πού είναι το πλοίο;» ρώτησε τον Σιμόν.
«Θα έρθουν προς Μασσαλία κάποια στιγμή, λαθρέμποροι είναι, εδώ πουλάνε.»
«Τι παράξενο έχουν;»

Ο Σιμόν δίστασε για λίγο. Ήταν άθεος κι ορθολογιστής, δεν του ταίριαζαν τα μεταφυσικά. Έστριψε ένα τσιγάρο. Δεν του άρεσαν τα έτοιμα.

«Το πλοίο είναι καταραμένο.»
«Τι κατάρα έχει;»
«Είναι πλοίο φάντασμα.»

Η Τενερίφη χτύπησε με δύναμη το χέρι της στον πάγκο.

«Αυτό είναι! Βρήκαμε την κόρη της Φουέρτε. Ποιος άλλος θα ερχόταν με καταραμένο πλοίο;»

37

Η Γιωταλία περίμενε ν’ ανοίξουν όλα τα πανιά για ν’ αναπτύξουν ταχύτητα. Ο Άλμπατρος ήταν ο καλύτερος πλοηγός ανατολικά της Αμερικής. Αντί να φύγει προς τη Μασσαλία και το βορρά, όπως πηγαίναν και τ’ άλλα λαθρεμπορικά γύρισε νότια. Είχε τραμουντάνα που τους εκσφενδόνισε προς την Αφρική. Η Γιωταλία χρειάστηκε να πιαστεί για να μην πέσει προς τα πίσω. Οι ναύτες πανηγύρισαν για τον Άλμπατρος.  Κανένας δεν θα τους έφτανε με τέτοια ταχύτητα.

«Προς τα πού πάμε;» ρώτησε η Γιωταλία τον Κουίγκ.
«Τώρα δεν πάμε. Τώρα το σκάμε.»

Τους παρατήρησε πώς δούλευαν όλοι με τόση χαρά και τόσο καλή διάθεση. Μάλλον τους άρεσε η ζωή του πειρατή. Κι ενώ χαμογελούσε ακόμα παρατήρησε έναν ακόμα απ’ τους χαμένους στη θάλασσα. Ήταν εκείνος που είχε ‘δει να τον αρπάζει σαν να ‘τανε η Χάρυβδη. Καταραμένος; Μάλλον ευλογημένος ήταν.

Έμεινε για λίγο στην πλώρη να χαρεί με τον άνεμο. Η Νέδα είχε βγάλει το κεφάλι της μέσα απ’ τη θυρίδα κι έγλειφε τον αέρα που της ερχόταν στη μούρη. Η Γιωταλία κρατούσε την κουκούλα με τα δύο χέρια, για να μην βγουν τα μαλλιά και τα ματσαλιάσει ο άνεμος. Σκεφτόταν πως θα μπορούσε να τα βάψει καστανά, όπως έκανε η Λάιλα Λου για τις γκρίζες, ασημένιες τις έλεγε εκείνη, τρίχες. Χρειαζόταν τσόφλια από καρύδια.

~~

Εκεί τη βρήκε ο Ισμαήλ. Τη σκούντηξε και της είπε ότι ήταν καλεσμένη.
«Ο καπετάνιος κι αφέντης;»
«Όχι, όχι, δική μου καλεσμένη. Δική μας. Έλα κάτω στο τραπέζι να φάμε όλοι μαζί.»

Τον ακολούθησε χωρίς καθόλου να πεινάει. Κατέβηκαν σκάλες, καταπακτές και καταπέλτες, έσκυψε να περάσει απ’ τις μπουκαπόρτες. Ήταν παράξενο πόσο μεγάλο ήταν εσωτερικά το Έσσεξ. Όταν το έβλεπες απέξω δεν το καταλάβαινες. Μα σαν έμπαινες, σαν να διάβαζες βιβλίο, ανοίγονταν νέοι δρόμοι και σημασίες, λαβύρινθοι και διάδρομοι ποιητικοί σχεδόν.

Άκουσε τη φασαρία και μύρισε το φαγητό πολύ προτού μπουν στην τραπεζαρία. Σαν έσκυψε και πέρασε την τελευταία πόρτα έγινε σιγή.

Ήταν ένα μακρόστενο δωμάτιο με καρέκλες δεξιά κι αριστερά, είκοσι τέσσερις καρέκλες γεμάτες με όλες τις φυλές του Ισραήλ. Πάνω στο τραπέζι φαγιά και ποτά. Περισσότερα ποτά παρά φαγιά.

«Εδώ γίνεται η γιορτή;» τους ρώτησε η Γιωταλία. «Ήρθε η καλεσμένη.»

Αντί γι’ απόκριση ένας κοκκινομούρης απ’ την άλλη μεριά του τραπεζιού ξεκίνησε να παίζει ένα ιρλανδέζικο χορευτικό σκοπό με το …, μια μικρή χάλκινη φλογέρα. Κι ένας Μαυριτανός σηκώθηκε και ξεκίνησε να χορεύει.

Η Γιωταλία ξεκίνησε να χτυπάει παλαμάκια, γέλια παντού, τσουγκρίσματα και τραγούδια. Είναι ωραία η ζωή του πειρατή.

~~~

Της έφεραν μια καρέκλα για να κάτσει, δίπλα στον Κουίγκ και στον Νταγκού, έναν γιγάντιο Αιθίοπα. Ο Ισμαήλ της έδωσε ένα ποτήρι και της είπε ότι ήταν η καλύτερη μπύρα.

Η Γιωταλία πήγε να πιει, αλλά τη σταμάτησε ο Κουίγκ.
«Μην πιεις», της είπε αυστηρά κι άγρια.
«Εσύ πίνεις. Κι ο ψηλός δίπλα πίνει.» Ο Νταγκού άδειαζε τις πίντες σαν να ήτανε φλιτζανάκια. «Δεν είμαι κοριτσάκι.»
«Ο καπετάνιος δεν πίνει», της είπε ο Κουίγκ
«Εγώ δεν είμαι…»
«Δεν θες να γίνεις σαν κι εμάς.»
«Τι εσάς; Τι είστε;»
«Τι ήμασταν είναι η σωστή ερώτηση.»

Σούφρωσε τα μούτρα της κι άφησε το ποτήρι. Πάλι είχε αρχίσει να μιλάει με γρίφους ο γέρος. Κοίταξε να δει αν ήταν κοντά η Νέδα, για παρηγοριά. Εκείνη είχε μείνει έξω.

Δεν την άρεσε το γλέντι πια. Όλοι ήταν μεθυσμένοι, εκτός απ’ αυτήν. Και τον Κουίγκ. Άπλωσε κι έπιασε να φάει κάτι. Τότε μόνο κατάλαβε ότι όλα τα πιάτα ήταν ανέγγιχτα. Έτσι όπως τα είχε σερβίρει ο μάγειρας, έτσι είχαν μείνει. Και φαίνονταν νόστιμα. Οι ναύτες μόνο έπιναν, κανείς δεν έτρωγε, ούτε μια μπουκιά.

Έπιασε και κοίταξε την μπύρα στο ποτήρι της.
«Τι έχει μέσα;» ρώτησε τον Κουίγκ.

Της είπε ότι υπάρχουν φυτά σ’ όλη την υφήλιο που μπορούν να σου αλλάξουν την ψυχή. Πέρα απ’ τα χασίσια, τα μανιτάρια και τις πρέζες, υπήρχαν άλλα πιο ψυχοτρόπα. Κάκτοι που φυτρώνανε στο Μεξικό και λουλούδια που φύτρωναν στην Αρκτική την άνοιξη, δέντρα στα τροπικά δάση και στις Άνδεις της Αμερικής. Ουσίες που όταν τις πίνεις σταματάς να είσαι άνθρωπος.

«Και τι γίνεσαι;»
«Λωτοφάγος», είπε ο Κουίγκ κι έδειξε τους ναύτες που χόρευαν και τραγουδούσαν στα σωθικά του Έσσεξ.
«Τι είναι ο λωτοφάγος;» ρώτησε η Γιωταλία.
«Είναι ένας άνθρωπος που έχει ξεχάσει το πιο σημαντικό.»
Την άφησε να περιμένει. Αλλά δεν θα της εξηγούσε αλλιώς, έπρεπε να ρωτήσει.
«Τι είναι το πιο σημαντικό;»
«Να ξέρει πότε πρέπει να πεθάνει.»

Ο Άλμπατρος, κι όλοι οι άλλοι που τους είχε καταπιεί η θάλασσα το πρωί, γλεντούσαν χωρίς καμιά αμφιβολία και δίχως στοχασιά.

«Όμως… Το πρωί φοβόσασταν. Αν είστε αθάνατοι…»
«Τίποτα δεν είναι αθάνατο. Ακόμα και ο θεός πεθαίνει, μαζί με τον κόσμο που έφτιαξε. Όλα τελειώνουν κάποτε.»
«Δεν πεθαίνετε.»
«Έχουμε ξεχάσει να πεθαίνουμε. Αλλά το χειρότερο είναι…»

Αργά και ύπουλα, μέσα απ’ τα μαδέρια και τις τζαβέτες, τις βίδες που ενώνουν τα ξύλα, πέρασε ο ήχος απ’ το βιολί του κάπτεν Μπαντ, το ίδιο ατονικό και φάλτσο όπως πάντα. Το γλέντι κι η φασαρία σταμάτησε. Κι οι είκοσι τέσσερις στράφηκαν στη Γιωταλία.

«Μάλλον να φεύγω», είπε εκείνη.
«Θα σε πάω εγώ», είπε ο Κουίγκ.

~~~~

Άρχισε πάλι η διαδρομή του λαβύρινθου, με αντίστροφη φορά, προς τα έξω, σαν ρολόι που γυρνάει ανάποδα.

«Δεν ξέρουν ότι έχουν πεθάνει, ε;» του είπε η Γιωταλία.
«Το νιώθουν, γι’ αυτό γλεντάνε τόσο τη ζωή, γι’ αυτό φοβούνται τόσο γι’ αυτή.»
«Δεν κατέβηκαν απ’ το πλοίο στη Γοργόνα.»
«Δεν μπορούμε να κατέβουμε.»
«Δεν μπορείτε; Αυτό δεν είναι ζωή.»
«Ακριβώς.»

Πέρασαν μερικά ακόμα στενά κι άλλες τόσες πόρτες, στρίβοντας πάντα προς τ’ αριστερά. Αυτός είναι ο τρόπος να βγεις απ’ το λαβύρινθο, έτσι όπως το είπε ένας τυφλός Αργεντίνος.

«Εσύ είσαι διαφορετικός», είπε η Γιωταλία στον Κουίγκ.
«Ναι, έχω αυτό.» Της έδειξε το τατουάζ σε σχήμα σπείρας στο πηγούνι του. Έτσι ήταν κι όλο του το σώμα ζωγραφισμένο.

Όσο παράξενο κι αν της φάνηκε στην αρχή, μετά το πίστεψε. Υπήρχε θλίψη στη φωνή του Κουίγκ. Μόνο εκείνος ήταν θλιμμένος, όλοι οι άλλοι, οι λωτοφάγοι, ήταν πανευτυχείς.

«Τα σχήματα των προγόνων μου είναι που με προστατεύουν απ’ τη λήθη. Αλλά δεν με σώζουν απ’ την κατάρα», είπε ο Κουίγκ. «Είμαι ο πιο δυστυχισμένος. Γιατί μόνο εγώ το ξέρω ότι είμαι καταραμένος. Και δεν μπορώ να κάνω τίποτα.»

Καθώς το είπε αυτό άνοιξε την τελευταία καταπακτή, εκείνη που έβγαζε στο κατάστρωμα. Είχε ήλιο έξω, είχε κι άνεμο. Κι η μυρωδιά της θάλασσας, αλμυρή όπως πάντα, έκανε τα μάτια τους ν’ ανοίξουν, τα ρουθούνια τους να ρουφήξουν αέρα. Η Νέδα έτρεξε κι έπεσε στα πόδια της. Η ζωή των πειρατών είναι ωραία. Βάλτε να πιούμε.

Κι όπως όλα έμοιαζαν όμορφα εκεί έξω, ακούστηκε το βιολί του καπετάνιου, να ζητάει αυτό που του όφειλαν. Η Γιωταλία πήγε προς την πόρτα του. Έσκυψε στο αυτί του Κουίγκ την τελευταία στιγμή.

«Ποιο είναι το χειρότερο; Δεν μου είπες το χειρότερο.»
«Δεν έχουμε υπάρξει.»

~~~~~

Έξω από την πόρτα του καπετάνιου το βιολί ακουγόταν πιο εφιαλτικό από ποτέ. Καθώς άνοιγε την πόρτα ο ήχος ξεκίνησε να διαφοροποιείται. Κι όταν μπήκε μέσα άκουσε μια εξαιρετική μελωδία.

Ο καπετάνιος ήταν εκεί, πλάτη στην πόρτα, δίπλα στο βιβλίο του, κι έπαιζε το Τρίλια του Διαβόλου, καλύτερα κι απ’ τον Παγκανίνι. Η Γιωταλία έκανε δυο βήματα πίσω, βγήκε έξω κι έκλεισε την πόρτα. Η μουσική έγινε πάλι φάλτση κι ανατριχιαστική.

Μπήκε μέσα και του φώναξε:

«Ποιος είσαι;»
«Ο πατέρας σου», είπε ο κάπτεν Μπαντ.

Η Γιωταλία παραπάτησε. Δεν θυμόταν το πρόσωπο του.

«Αλήθεια; Εσύ είσαι;»
«Όχι», είπε ο κάπτεν Μπαντ, χωρίς να χαμογελάει.

Ξεκόλλησε το βιολί από το μάγουλο και το έβαλε στη θήκη του. Ήπιε λίγο ακόμα κρασί.

«Μακάρι να ήταν όλα τόσο εύκολα κι αριστοτελικά. Αλλά μερικές φορές η επική αφήγηση είναι πιο κοντά στην αλήθεια.»
«Τι σκατά λες;»
«Δεν είμαι ο πατέρας σου, ούτε ξέρω πού βρίσκεται. Ήταν… αστείο.»
«Δεν βλέπω κανέναν να γελάει. Η μάνα μου, ξέρεις πού είναι;»
«Δεν την ξέρω καν. Τι σου λένε τα όνειρα σου;»
«Τα όνειρα μου;»
«Ναι, κάποιες φορές με τα όνειρα μπαίνουμε βαθιά μέσα στην δυσαρμονία του σύμπαντος, κάτι που δεν κάνουμε ξύπνιοι.»

Ακούμπησε τη σφαίρα Τέσλα κι ο ηλεκτρισμός εκτονώθηκε στο δάκτυλο του.

«Ξέρεις γιατί όλα πάνε κατά διαόλου;» της είπε μετά. «Γιατί μας έπεισαν ότι είμαστε λογικά όντα. Όπως μας έπεισαν κι ότι ο Δημιουργός είναι ο Αληθινός Θεός.»
«Τι έχεις κάνει στους ναύτες σου;»
«Δεν έχουν σημασία αυτοί.»
«Ποιος έχει; Μόνο εσύ;»
«Εγώ κι η φάλαινα. Κοίτα τι λέει το Βιβλίο», είπε και το σήκωσε απ’ το αναλόγιο. «Αυτή είναι η μεγαλύτερη σύγκρουση κι αέναη σύγκρουση. Ο ελεύθερος άνθρωπος ενάντια σε όλα. Ενάντια και στον ψεύτικο θεό τους. Εγώ είμαι ο άνθρωπος που διαπράττει ύβρη συνειδητά, γνωρίζοντας τις συνέπειες. Ο άνθρωπος είναι μεγαλύτερος απ’ όλα, όταν αψηφά τη μοίρα του, το θεό, το θάνατο.»

Ο καπετάνιος συνέχισε να μιλάει, αλλά η Γιωταλία δεν τον άκουγε πια. Δεν ήταν δύσκολο να καταλάβει ότι ήταν παράφρονας. Αυτός ήταν ο καταδικασμένος στ’ αλήθεια, κλεισμένος στην καμπίνα του, μόνος. Οι ναύτες του το διασκέδαζαν. Εκείνος είχε αφοσιωθεί στην κατάρα του σαν να ήταν η αποστολή του.

Τον άφησε να μιλάει και βγήκε έξω.

~~~~~~

Η Νέδα πήγε να της γλείψει τα χέρια. Τη χάιδεψε. Ήταν το μόνο που της είχε μείνει απ’ την παλιά ζωή. Το μόνο ζωντανό. Το σκυλί κι οι αναμνήσεις. Δεν την πονούσε. Δεν ήθελε να δει το Φάρο. Κι η Λάιλα Λου ήταν νεκρή.

Γύρισε προς το τιμόνι. Ο Άλμπατρος ήταν εκεί, όπως πάντα. Δεν τον είχε δει κάτω, στο γλέντι. Κοιτούσε ανήσυχος πάνω απ’ το δεξί του ώμο, πίσω του στη θάλασσα. Σφύριξε κάτι, που έμοιαζε με συνθηματικό. Ο Ισμαήλ κι άλλοι δύο ναύτες εμφανίστηκαν σχεδόν την ίδια στιγμή. Και οι τρεις μαζί, με επιδεξιότητα μαϊμούς σκαρφάλωσαν στα κατάρτια.

Έγινε μια στιγμή ανήσυχης παύσης, καθώς κοιτούσαν προς το μέρος που τους είχε υποδείξει ο Άλμπατρος.

Έπειτα φώναξαν, αν όχι ταυτόχρονα, τότε με αστραπιαία διαδοχή: «Κορβέτα, ρώσικη. Μας φτάνει.»

Ο Άλμπατρος έσφιξε τα δόντια. Ύστερα σφύριξε τρεις διαφορετικές νότες, άλλο συνθηματικό. Οι ναύτες βγήκαν απ’ τα σωθικά του πλοίου σαν πιτσιγκόνια, έτοιμα να δαγκώσουν. Άνοιξαν και τα πλαϊνά πανιά, τέντωσαν τα μεγάλα όσο άντεχαν, για να κερδίσουν κόμβους.

Μέσα σ’ ένα λεπτό ο Άλμπατρος μέτρησε με το μάτι την απόσταση και την ταχύτητα των δύο πλοίων. Θα χρειάζονταν πολύπλοκοι μαθηματικοί υπολογισμοί για κάποιον άλλον. Εκείνος, χωρίς να ξέρει πρόσθεση, κατάλαβε ότι δεν μπορούσαν να ξεφύγουν. Έπεσε μ’ όλη του τη δύναμη στο τιμόνι κι έκανε στροφή εκατόν ογδόντα μοιρών. Αντί να τρέχεις να ξεφύγεις απ’ τον κυνηγό σου, καλύτερα να πας να τον συναντήσεις.

Οι ναύτες στο κατάστρωμα άρχισαν τα «Ουρέι!» και τις πολεμικές κραυγές.  Πήραν σειρά για το οπλοστάσιο, ν’ ανεβάσουν ό,τι ντουφέκια και σπαθιά είχαν. Είναι ωραία η ζωή του πειρατή.

Σε λίγο ακόμα κι η Γιωταλία μπορούσε να δει αυτό που τους κυνηγούσε. Ήταν μια κουκίδα στον ορίζοντα που όλο μεγάλωνε. Αλλά δεν τους κυνηγούσε πλέον, πήγαιναν για κατά μέτωπο σύγκρουση. Περίμενε ν’ ακούσει το βιολί του καπετάνιου. Τίποτα.

«Καλύτερα να μπεις στην καμπίνα σου», της είπε ο Ισμαήλ. «Θα γίνει μάχη. Αυτοί έχουνε κανόνια σίγουρα.»
«Δεν πρόκειται να πεθάνω στο σκοτάδι σαν σκουλήκι.»
«Ε, τότε θα πεθάνεις στο φως.»

Έφυγε για να πάρει θέση. Η κουκίδα όλο και μεγάλωσε. Πλέον μπορούσε να δει τα τρία μεγάλα ιστία. Σκεφτόταν ποιο ξόρκι να χρησιμοποιήσει. Δεν τα ‘χε βάλει ποτέ με κανόνια, αλλά είχε νικήσει τη θάλασσα.

«Τι σου είπε ο καπετάνιος;» την ρώτησε ο Κουίγκ, που ήταν ο πιο ήρεμος απ’ όλους. Κρατούσε ένα παράξενο σπαθί, με ίσιες γραμμές.
«Είναι τρελός.»
«Μακάρι να ήταν. Τότε θα ‘μασταν κι εμείς όλοι.»
«Είπε ότι κυνηγάει μια φάλαινα και τον θεό μαζί.»

Ο Κουίγκ ξεφύσησε.

«Στο ‘πα. Μόνο εγώ γνωρίζω τι συμβαίνει. Αν είσαι καταραμένος και δεν το ξέρεις είσαι ευλογημένος. Αν είσαι καταραμένος και το ξέρεις;»

Η κορβέτα πλησίαζε όλο και πιο γρήγορα.

«Τους βλέπεις αυτούς;» είπε κι έδειξε το πολεμικό πλοίο. «Είναι ευλογημένοι. Σύντομα δεν θ’ ανησυχούν για τίποτα πια. Δεν είναι ωραίο αυτό; Να υπάρχει ένα τέλος στα βάσανα;»

Ακούστηκε ένα ακόμα σφύριγμα του Άλμπατρος.

«Αρχίζει», είπε ο Κουίγκ κι ανέβηκε δίπλα στο τιμόνι.

Η Γιωταλία κοίταξε στη θάλασσα. Πλέον μπορούσε να δει τους ναύτες του άλλου πλοίου. Τους εχθρούς. Θα έλεγε το ξόρκι του θανάτου, αυτό που είχε πει στο Φάρο και σκότωσε τον Καρπόφ –μαζί με τη Λάιλα Λου. Πάνω στο Έσεξ δεν είχε τέτοιο πρόβλημα.  Όλοι ήταν νεκροί.

38

Ο Θάνος ξύπνησε αγκαλιά με το Νικόλα. Όλο το βράδυ έπιναν παρέα, μέχρι που ξεράθηκαν μαζί πάνω στο στενό κρεβάτι. Τον πονούσε ο σβέρκος του, αφού είχε πέσει στραβά και δεν είχε κουνηθεί τόσες ώρες, αναίσθητος σχεδόν. Ο Νικόλας ροζάλιζε κι απ’ το μισάνοικτο στόμα του έσταζαν σάλια, κεχριμπαρένια απ’ το τζιν με την αγκοστούρα. Ο κύλινδρος στο φωνόγραφο χοροπηδούσε στο τέλος κι ακουγόταν ένα μονότονο χτύπημα, σαν σήματα μορς.

Παραδόξως ένιωσε οικεία κι ευχάριστα. Από τότε που πρωτόφυγε απ’ το σπίτι του δεν είχε αγκαλιάσει άνθρωπο. Θυμόταν την τελευταία αγκαλιά της μάνας του, θυμόταν το γρέζι στη φωνή της, τα μάτια κουρασμένα.

Τον κρατούσε σφιχτά και του ‘λεγε ευχές στ’ αυτί, στη μητρική της γλώσσα, τ’ αρβανίτικα, που μιλούσαν οι μισοί απ’ τους γέρους στο χωριό. Δεν είχε προσπαθήσει να του τη μάθει, γιατί τ’ αρβανίτικα ήταν άχρηστα στον έξω κόσμο.

Όμως έπιανε μερικές λέξεις. Την άκουσε να του λέει ντιάλι, που σήμαινε αγόρι, μούμα, που ήταν η μάνα, νταρσέμ, που ήταν ο γάμος. Αλλά πιο πολύ του έλεγε ντασούρι, ντασούρι, και δεν θυμόταν ο Θάνος τι είναι το ντασούρι.

Τη φίλησε και βγήκε απ’ την αγκαλιά της. Έκανε δυο βήματα και κοντοστάθηκε. Η σχολή χωροφυλακής ήταν στην Τρίπολη και θα έμενε εκεί μέσα. Δεν ήθελε να πάει. Γύρισε να το πει στη μάνα, να τον κρατήσει κοντά της.

Η Αρβανίτισσα του ‘χε γυρίσει την πλάτη. Ήταν σκληρή γυναίκα, σκληρή και δίκαιη. Έγινε σκληρή γιατί έμεινε χήρα με τρία βάιζα, κορίτσια κι ένα ντιάλι, αγόρι. Δίκαιη ήταν γιατί έτσι της είχαν μάθει οι δικοί της, να έχει μπέσα.

Ο Θάνος ήταν ο χαϊδεμένος του σπιτιού και του δώσανε τ’ όνομα του πατέρα του. Τέσσερις γυναίκες τον φρόντιζαν. Μία μία παντρεύτηκαν οι αδελφές του κι έμεινε με τη γριά μάνα. Πενήντα πέντε χρονών ήταν, αλλά φορούσε μαύρα για είκοσι χρόνια, και το πρόσωπο της ο Θάνος δεν το ‘χε δει να χαμογελάει. Σκληρή γη, σκληρή ζωή, σκληροί άνθρωποι.

Την αγκαλιά, τη μυρωδιά του πατέρα του, δεν τη θυμόταν. Όχι ότι συνήθιζαν οι πατεράδες ν’ αγκαλιάζουν τα παιδιά τους, αλλά ο δικός του δεν μπορούσε. Είχε πάει εθελοντής στην Επανάσταση της Κρήτης και δεν γύρισε ποτέ. Τους έστειλαν φιρμάνι: «Ηρωικῶς μαχόμενος ἔπεσεν ὡς νέος Λεωνίδας…»

Της το διάβασε ο δάσκαλος του χωριού, ο κυρ Τάκης. Εκείνη το ‘ξερε ότι δεν θα γυρνούσε, δεν έκλαψε. Ευχαρίστησε το δάσκαλο, πήρε το γράμμα, το τύλιξε σε όσο μικρότερα τετράγωνα μπορούσε να το τυλίξει και το ‘βαλε στο κουτί με τα στέφανα.

Μέχρι εκείνη τη μέρα δεν είχε βάλει μαύρα, για να μην πάει γρουσουζιά. Από εκείνη τη μέρα δεν έβαλε άλλο ρούχο από μαύρα.

Έτσι μαυροφορεμένη την είδε για τελευταία φορά ο Θάνος. Μόνο την πλάτη της. Της φώναξε, «μούμα, μούμα», αλλά εκείνη δεν γύρισε. Έπρεπε να τον αφήσει να φύγει, να πετάξει, να πάει ν’ αγαπήσει.

Την πλάτη της είδε, αλλά ήξερε ότι έκλαιγε. Και θυμήθηκε τι σημαίνει ντασούρι.
Αγάπη.

~~

Εκεί όπου ξύπνησε, στα σωθικά της κορβέτας, αγκαλιά με το γερο-Νικόλα, ένιωσε καλά. Δεν ήθελε να κουνηθεί, μην τυχόν και του χαλάσει τον ύπνο. Έπαιξε σιγά με το κεφάλι του, για να ξεπιαστεί ο σβέρκος.

Τότε ακούστηκαν μπότες να πλησιάζουν την καμπίνα. Δεν πρόλαβε να ξεκουνήσει το γέρο. Η πόρτα άνοιξε και φάνηκε η ορντίναντσα του πλοιάρχου. Το χείλι του έσκασε μισό χαμόγελο, θα ‘χε κουτσομπολιά να πει στους άλλους. Αλλά στάθηκε καλάμι κι είπε σοβαρά: «Ο πλοίαρχος σας περιμένει, αυθωρεί και παραχρήμα.»

Ο Νικόλας ανακάθισε αγουροξυπνημένος.

«Εμένα;»
«Όχι εσένα. Τι να σε κάνει εσένα; Τον επισκέπτη χωροφύλακα.»

Ο Θάνος σηκώθηκε κι είπε:
«Δώστε μου μόνο λίγο χρόνο, να…»
«Δεν υπάρχει χρόνος.»
«Ε, καλά, τότε θα χέσω στην καμπίνα του πλοιάρχου.»

Η ορντινάντσα δεν το περίμενε αυτό. Οι ναύτες δεν έφερναν ποτέ αντιρρήσεις. Κόλλησε το κουτάκι του μυαλού του, μην ξέροντας τι έπρεπε να πει, τι να κάνει.

«Περίμενε απόξω μέχρι να χέσει», του είπε ο Νικόλας.

Πράγματι, ο υπαξιωματικός βγήκε κι έκλεισε την πόρτα πίσω του.

~~~

«Θες αλήθεια να χέσεις;» του είπε ο γέρος.
«Όχι.»
«Ευτυχώς, γιατί δεν έχω καθίκι.»

Ο Νικόλας γέλασε κι έπιασε το μπουκάλι με το τζιν. Έβαλε δυο ποτήρια.

«Πρωινιάτικα;»
«Μια τρίχα απ’ το σκύλο που σε δάγκωσε, έτσι λένε στη Νέα Ορλεάνη. Ο καλύτερος τρόπος να συνέλθεις απ’ το μεθύσι. Άσπρο πάτο.»

Ο Θάνος είχε σηκωθεί ζαλισμένος. Με το ποτηράκι τζιν ξύπνησε για τα καλά και του ‘φυγε σχεδόν ο πονοκέφαλος.

«Άλλη μια τρίχα», είπε ο γέρος και γέμισε χωρίς να ρωτήσει.

Το δεύτερο τον ξύπνησε τελείως.

«Αν με δει μεθυσμένο ο καπετάνιος», ξεκίνησε να λέει ο Θάνος.
«Άκου, παλικάρι. Όπως και να σε δει ο πλοίαρχος είσαι σκουπίδι γι’ αυτόν. Για εκείνον οι μόνοι που έχουν σημασία είναι οι ανώτεροι του, ο ναύαρχος κι ο βασιλιάς. Αυτό πάει να πει καραβανάς. Πάντα υπό. Γιατί νομίζεις βρέθηκα εδώ; Σχολή αξιωματικών τέλειωσα, αλλά δεν άντεχα στο στρατό.»
«Γιατί δεν πήγες στο εμπορικό;»
«Γιατί δεν πήγα… Ενταφιασμός. Ξέρεις τι σημαίνει ενταφιασμός; Το ναυτικό πληρώνει καλά και σίγουρα. Παντρεμένος δεν ήμουν, ευτυχώς για εκείνη, αλλά έστελνα λεφτά στη μάνα μου στο Αϊδίνι. Και συνήθισα. Η ζωή εν τάφω», είπε κι έδειξε την καμπίνα του.

Κι όπως τ’ άκουσε αυτά ο Θάνος θυμήθηκε τη μάνα του. Όλοι όσοι ήξερε ζούσαν ενταφιασμένοι. Αυτή ήταν η μοίρα των ανθρώπων που γεννιούνταν φτωχοί. Μόνο η γοργόνα έμοιαζε να ‘ναι αλλιώς.

«Βάλε άλλο ένα λοιπόν», είπε ο Θάνος.

Τσουγκρίσανε, το κατέβασαν, κι έφτιαξε τα ρούχα στο μικρό καθρέφτη της πόρτας.

«Πάω, μπάρμπα. Δως μου την ευχή σου.»
Ο Νικόλας γέλασε.
«Σιγά, μωρέ, δεν πας και στον πόλεμο. Θα σε περιμένω να τα πιούμε.»

Ο Θάνος χαιρέτησε, βγήκε κι ακολούθησε την ορντινάντσα.

~~~~

Μόλις βγήκαν στο κατάστρωμα τον ξάφνιασε η δύναμη του ανέμου. Κι όταν κατάλαβε ότι ερχόταν από μπροστά τον ξάφνιασε η ταχύτητα. Όπως όλοι οι στεριανοί νόμιζε ότι ένα ιστιοφόρο δεν μπορούσε να πλεύσει πιο γρήγορα απ’ τον άνεμο. Κατάλαβε ότι έκανε λάθος. Το πλοίο πήγαινε πολύ πιο γρήγορα. Ακουγόταν το χτύπημα της πλώρης στο νερό κάθε τόσο κι ενδιάμεσα το Πάτρα βρισκόταν στον αέρα.

Κοίταξε πάνω, τον ήλιο. Είχε κοιμηθεί περισσότερο απ’ όσο νόμιζε, γι’ αυτό είχε πιαστεί ο σβέρκος του. Η ορντινάντσα του έκανε νόημα ν’ ανέβει στη γέφυρα. Εκεί στέκονταν δύο αξιωματικοί με το ματοκιάλι τους και κοιτούσαν προς την ίδια κατεύθυνση. Πίσω τους ο πλοίαρχος, με τα χέρια διπλωμένα στο στήθος. Έκανε μια γκριμάτσα απογοήτευσης σαν είδε το χωροφύλακα.

«Βλέπω ότι ταιριάξατε με τον μπεκρή του ναυτικού», είπε στο Θάνο.
«Εσείς με στείλατε εκεί.»

Τα μάτια όλων γύρισαν στον αυθάδη. Ο πλοίαρχος, ατάραχος κι ανέγγιχτος, Ολύμπιος σχεδόν, φάνηκε να μην έχει ακούσει καν.

«Θα ήθελα να τον πετάξω στη θάλασσα, αλλά το απαγορεύει το ναυτικό δίκαιο, να πετάμε σκουπίδια.»

Οι υπόλοιποι αξιωματικοί γέλασαν, ήσυχα. Ο πλοίαρχος έκανε νόημα στο Θάνο να πάει κοντά του. Του έδειξε το χάρτη.

«Περάσαμε απ’ τα στενά της Μεσσίνας για να κερδίσουμε χρόνο. Γνωρίζαμε ότι οι λαθρέμποροι θα πήγαιναν στο Περιπλανώμενο Νησί. Εκεί θα βρούμε αυτό που ζητάει ο εργοδότης σας.»
«Κι ο δικός σας.»
«Εμείς υπακούμε μόνο στο ναύαρχο και στο βασιλιά.»
«Τους οποίους πληρώνει ο Καρπόφ.»

Σίγουρα δεν θα έλεγε όλα αυτά, αν δεν είχε πιει τρία τζιν πριν. Ο πλοίαρχος εκνευρισμένος που πρόσβαλε τους ανώτερους ένας χωροφύλακας πήγε και στάθηκε μπροστά του. Μύρισε την ανάσα του.

«Φυσικά. Είστε μεθυσμένος. Τι περίμενα;»

Τον άφησε εκεί να περιμένει κι έδωσε οδηγίες στους αξιωματικούς του. Ύστερα έκανε νόημα με τα μάτια στον Θάνο να τον ακολουθήσει.

~~~~~

Μπήκαν στην καμπίνα που χρησιμοποιούσε ως γραφείο. Έκατσε στην καρέκλα του κι άφησε τον Θάνο όρθιο. Τακτοποίησε τα μολύβια κι όλα τα αντικείμενα πάνω στο γραφείο, να είναι ακριβώς παράλληλα και ζυγιασμένα, όλα σε απόλυτη τάξη.

«Καθίστε», είπε μετά στο Θάνο.
Εκείνος γύρεψε καρέκλα. Δεν υπήρχε.
«Θα μείνω όρθιος.»

Ο πλοίαρχος έβγαλε μια κόλλα χαρτί απ’ το συρτάρι και σχημάτισε κάτι πάνω του με λίγες μολυβιές. Το γύρισε να το βλέπει ο χωροφύλακας.

«Ξέρετε τι είναι αυτό;»
«Το άλφα μέσα σε τετράγωνο;»
«Δυστυχώς δεν είστε ηλίθιος, είστε αδαής.»

Σήκωσε το μανίκι απ’ το πουκάμισο, στο δεξί χέρι κι έδειξε ένα τατουάζ, όπως αυτό που είχε ζωγραφίσει.

«Οι ηλίθιοι παραμένουν ηλίθιοι, ό,τι και να γίνει. Οι αδαείς μαθαίνουν, αλλά είναι αργά.»
«Τι είσαι; Μασώνος;»
«Τους μασώνους τους έχουμε γι’ αντιπερισπασμό, αλλά δεν τραβάνε την προσοχή πλέον», είπε ο πλοίαρχος καθώς έφτιαχνε το μανίκι του. «Τα πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών τα ξέρετε;»
«Κάτι έχω ακούσει.»
«Οι Εβραίοι θέλουν να κατακτήσουν τον κόσμο και λοιπά και λοιπά. Ναι, πρέπει να δίνεις στους ανθρώπους έναν εχθρό, κάποιον κοντά του, και κάνουν τα πάντα. Είδατε τι έγινε με τον Ντρέυφους. Το μασωνικό δεν πάει καλά, ποντάρουμε στον αντισημιτισμό. Τα φυλετικά λειτουργούν καλύτερα. Ο εθνικισμός, μαζί μ’ έναν εσωτερικό εχθρό, βοηθάει ν’ αρμόσουμε τον κόσμο στα σχέδια μας.»

Ο τρόπος που μιλούσε θύμισε στο Θάνο έναν καθηγητή της σχολής. Κανείς τους δεν είχε ευφυΐα άνω του μετρίου. Είχαν απομνημονεύσει αυτά που έπρεπε να λένε και τα επαναλάμβαναν μηχανικά. Έτσι μιλούσε κι ο πλοίαρχος. Σαν να είχε μάθει το μάθημα του απέξω.

«Ο Καρπόφ είναι ο αρχηγός;»
«Είναι πολύ σημαντικός στην Ελλάδα, αλλά η χώρα μας, όπως θα ξέρετε από εκεί που μεγαλώσατε, είναι έθνος κατσικοκλεφτών.»
«Δεν πιστεύεις στη χώρα σου;» του είπε ο Θάνος χαμογελώντας.
«Πιστεύω σε κάτι μεγαλύτερο, παγκόσμιο, οικουμενικό, αιώνιο», του είπε και του έδειξε το Άλφα στο τετράγωνο.

«Δεν είμαστε εθνικιστές, είμαστε ανθρωπιστές. Πιστεύουμε στον Άνθρωπο. Μόνο που πρέπει να διορθώσουμε κάποιες παθογένειες ανθρωπικές, για να φτιάξουμε την ιδανική και οριστική κοινωνία των Ανθρώπων. Είμαστε οραματιστές, επαναστάτες.»

Ο πλοίαρχος τα ‘λεγε αυτά και χαμογελούσε σαν αυτόματο την ίδια στιγμήλες και κάποιος είχε κλείσει το διακόπτη των συναισθημάτων κι άφηνε το πρόσωπο κενή μάσκα.

«Γιατί μου τα λες όλ’ αυτά; Δεν νομίζω να είναι κάλεσμα για να μπω στους Άλφα σου.»
«Δεν λέγονται άλφα, αλλά ναι, δεν μπορείτε να μπείτε;»
«Τότε; Τι μου τα λες;»
«Γιατί μ’ αρέσει. Μ’ αρέσει να βλέπω στο πρόσωπο των μικρών τη συνειδητοποίηση της μικρότητας τους. Το ξέρω ότι είναι ελάττωμα, αλλά το απολαμβάνω.»
«Και πώς ξέρεις ότι δεν θα το διαδώσω;»

Ο πλοίαρχος γέλασε κι έδειξε πού βρίσκονταν.

«Δεν μπορείτε να φύγετε, κύριε Γκάτζο. Πού θα πάτε; Ήρθατε οικειοθελώς στην καλύτερη παγίδα, στην καλύτερη φυλακή.»
«Θα με σκοτώσετε;»
«Αφού καταστρέψουμε το στόχο. Ο κύριος Καρπόφ είπε να περιμένουμε μήπως μας βοηθήσετε σε κάτι. Αλλά δεν χρειάζομαι τη βοήθεια σας για να καταστρέψω ένα πειρατικό καραβάκι. Έπειτα θα σας ρίξουμε κι εσάς στη θάλασσα.»

«Δεν καταλαβαίνω κάτι ακόμα.»
«Ορίστε, πείτε μου.»
«Γιατί μου μιλάς στον πληθυντικό;»
«Η ευγένεια σκοτώνει, κύριε Γκάτζο.»

Ο πλοίαρχος χτύπησε ένα κουδούνι και μπήκαν δυο οπλισμένοι ναύτες.

«Χρειάζεται;» έκανε ο Θάνος. «Ξέρω το δρόμο, πάω και μόνος μου.»
«Δεν θα πάτε στον μπεκρή», είπε ο πλοίαρχος. «Λυπάμαι που δεν θα παρακολουθήσετε την καταστροφή του πειρατικού, αλλά το μπαλαούρο είναι πολύ κάτω.»
«Κι είστε σίγουρος ότι θα τα καταφέρετε;»
«Αγαπητέ μου. Αν χάσουμε και μας βυθίσουν, εσείς πάλι θα πεθάνετε. Οπότε μην έχετε άγχος. Προσευχηθείτε, αν πιστεύετε σε κάποιον απ’ τους θεούς.»

~~~~~~

Τον τράβηξαν έξω. Το πλοίο είχε στρίψει λιγάκι, ο ήλιος ήταν στην άλλη πλευρά. Οι άντρες έστηναν τα κανόνια, ετοίμαζαν τα πυρομαχικά. Τους είδε να ετοιμάζουν και τα Μαξίμ πολυβόλα, τέσσερις άντρες για το καθένα. Είχε διαβάσει ότι μπορούσαν να ρίχνουν εξακόσιες σφαίρες το λεπτό, δέκα το δευτερόλεπτο. Ο κόσμος είχε προοδεύσει.

Δεν τον άφησαν να χαζεύει, τον πήραν κάτω. Όλο και κατέβαιναν, όλο και κατέβαιναν. Έφτασαν μπρος στην καμπίνα του Νικόλα. Εκείνος στεκόταν έξω, περίμενε.

«Ένα λεπτό μου δίνετε;» είπε ο Θάνος στους ναύτες. Εκείνοι δεν φάνηκαν διαθέσιμοι. Έβγαλε απ’ το τσεπάκι τα Γκωλουάζ που του είχε δώσει ο Νίτσης. Κράτησε ένα κι έδωσε το πακέτο στους ναύτες. «Ένα τελευταίο τσιγάρο για τον μελλοθάνατο», τους είπε.

Εκείνοι το πήραν κι έκαναν δυο βήματα πίσω να καπνίσουν.

«Ξέρεις τι γίνεται;» είπε ο Θάνος.
«Ξέρω. Δεν υπάρχει ελπίδα. Γι’ αυτό έχω κλειστεί εδώ κάτω, τι νομίζεις;»
«Πάντα υπάρχει ελπίδα.»
«Μικρέ, στήνουν ένα πόλεμο που δεν έχει ξαναδεί παρόμοιο ο κόσμος. Είναι έτοιμοι. Θα γίνει σφαγή.»
«Πάντα γίνονταν σφαγές.»
«Όχι τόσο οργανωμένες. Πλέον είναι επιστημονική σφαγή χωρίς καμία ηθική.»

Οι δύο ναύτες σκούντηξαν τον Θάνο. Εκείνος στάθηκε να πει κάτι ακόμα.

«Όπως και να πάει, σ’ ευχαριστώ.»
«Για ποιο πράγμα; Δεν μπορώ να σε βοηθήσω.»
«Ήθελα να ‘χω μεθύσει μια φορά με τον πατέρα μου, να πιαστούμε στα χέρια, να κοιμηθούμε αγκαλιά. Μόνο μία. Το ‘κανα μαζί σου. Ευχαριστώ.»

Οι ναύτες τράβηξαν βίαια το Θάνο, ενώ ο Νικόλας μπήκε μέσα για να μην τον ακούσουνε να κλαίει.

Τον κατέβασαν άλλο ένα πάτωμα, στο πάτο της πηγάδας. Το μπαλαούρο ήταν ένα τρίγωνο μακρινάρι πάνω απ’ την τρόπιδα, το κατώτερο μέρος του πλοίου. Το μεγαλύτερο μέρος το χρησιμοποιούσαν για αποθήκη, αλλά ένα κομμάτι, δυο μέτρα όλο κι όλο, το είχαν για μπαλαούρο, κρατητήριο.

Τον έριξαν εκεί μέσα, τον ανάγκασαν να ξαπλώσει, κι έκλεισαν την καταπακτή από πάνω του. Δεν έμπαινε καθόλου φως εκεί.

Ο Θάνος ακούμπησε πίσω το κεφάλι κι ακούμπησε τα χέρια στο στήθος. Ενταφιασμός.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ