Η Γιωταλία με τ’ άσπρα μαλλιά (6. Φως και Δαίμονες)

0
479

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι megaira-1024x630.jpg

Μπορείτε να διαβάσετε τα προηγούμενα μέρη της ιστορίας εδώ https://sanejoker.info/category/giotalia

Εδώ μπορείτε να διαβάσετε το έκτο κεφάλαιο σε pdf

 

Ευχαριστώ τη Λίνα Ντ. για τα στοιχεία σχετικά με το μαγικό στην αρχαία Ελλάδα.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

7

Ο Φοίβος ήταν το πιο άσχημο αγόρι που είχε γεννηθεί –και το όνομα του έκανε χειρότερα τα πράγματα. Γιατί αν τον έλεγαν Αίσωπο θα το είχε πάρει απόφαση. Ποιος γονιός δίνει στο παιδί του το όνομα του Θεού του Φωτός; Ένας νεκρός γονιός είναι η απάντηση. Το είχε ζητήσει η μητέρα του –και δεν πρόλαβε να τον δει.

Η αλήθεια είναι ότι ο Φοίβος δεν ήταν τόσο άσχημος όσο πίστευε. Αλλά δεν θα τον έλεγες και όμορφο. Αυτό που ενέτεινε την έλλειψη αυτοπεποίθησης ήταν η πρώτη απόρριψη, στην πρώτη προσπάθεια να προσεγγίσει ένα κορίτσι, στην τρυφερή ηλικία των δεκατριών Μουνιχίων –ο Φοίβος ήταν στο βαβυλωνιακό ζώδιο Ταύρος, που έχει για προστάτη την Ιννάνα ή Ιστάρ, τη θεά της ομορφιάς και του έρωτα.

Ο Φοίβος είχε ερωτευτεί την Έρση, που ήταν σαν την πρωινή δροσιά –εξωτερικά μόνο, γιατί εσωτερικά ήταν σαν το ζόφο της μεγαλύτερης νύχτας.

Της είχε πάει λουλούδια, κρινάκια της άμμου και ασφόδελους. Εκείνη δεν τα πήρε καν. Γέλασε και του γύρισε την πλάτη.

«Γιατί;» είπε ο Φοίβος.
«Επειδή είσαι το πιο άσχημο αγόρι που έχει γεννηθεί», του είπε η καύτρα Έρση.

Αν είχε μητέρα θα μπορούσε να πάει να κλάψει στον κόρφο της και να παρηγορηθεί. Αλλά η μάνα του πέθανε στη γέννα, πριν καν να προλάβει να τον κρατήσει. Είχε ζητήσει από πριν να το ονομάσουν Φοίβο ή Φοίβη, γιατί ήξερε ότι δεν θα άντεχε, ήταν ασθενική. Το παιδί της θα ήταν ο Ήλιος, το Φως που θα συνέχιζε όταν εκείνη θα χανόταν.

Η μάνα του είχε χαθεί, ποτέ δεν τη γνώρισε, και σίγουρα δεν μπορούσε να ζητήσει παρηγοριά απ’ τον πατέρα του. Εκείνος τον κατηγορούσε για το θάνατο της γυναίκας του. Όχι με βλέμματα και σιωπή, ούτε με μισόλογα. Δεν καταλάβαινε από τέτοιες ευαισθησίες, σφαγέας ήταν, δεν ήταν ποιητής.

Όχι, δεν το ‘κρυβε μέσα του, το ‘λεγε ξεκάθαρα. Δεν τον φώναζε Φοίβο, τον φώναζε Φονιά.

«Φονιά, τράβα φέρε τον ξεντερωτή.»
«Φονιά, ακόνισε τα μαχαίρια.»

Και δεν αστειευόταν, έστω αρρωστημένα, σφαγέας ήταν, δεν ήταν κωμικός. Το έλεγε με μίσος: «Φονιά!»

Κι αν δεν τον είχε διώξει, κι αν δεν τον είχε σφάξει σαν κατσίκι, ήταν γιατί χρειαζόταν παραγιό, και προτιμούσε να μην τον πληρώνει ούτε να τον ταΐζει. Στο παιδί του άλλου πρέπει να φέρεσαι καλά. Το δικό σου το κάνεις ό,τι θέλεις, σε ποιον θα διαμαρτυρηθεί;

~~

Το φυσιολογικό θα ήταν να είχε αποκτήσει πολλά ψυχολογικά προβλήματα ο Φοίβος. Δεν είναι εύκολο και συνηθισμένο να σε κατηγορούν για μητροκτονία από μωρό. Κι ο Ορέστης έφτασε σε κάποια ηλικία πριν σκοτώσει τη μάνα του.

Όμως ο Φονιάς, συγνώμη, ο Φοίβος, ήταν παράξενο παιδί. Έμοιαζε να μην έχει Αχίλλειο Φτέρνα, σαν τίποτα να μην μπορούσε να τον πλήξει, τίποτα να τον καταβάλλει.

Δεν ήταν αλήθεια αυτό, κανείς άνθρωπος δεν είναι έτσι. Τον πλήγωναν τα λόγια του πατέρα του, κάθε φορά που άκουγε να τον φωνάζει Φονιά, το ένιωθε σαν να σκοτώνει τη μητέρα του. Αλλά είχε ισχυρή βούληση. Σκεφτόταν πάντα ότι η μητέρα του πέθανε για να ζήσει εκείνος. Οπότε δεν ήθελε να χαραμίσει δυο ζωές. Τη δική του και τη δική της, με τύψεις και κλάματα. Δεν ήταν σκληρός σαν πέτρα, ήταν δυνατός σαν νερό. Το νερό είναι το πιο ισχυρό στοιχείο. Πάντα υποχωρεί και πάντα νικάει. Έτσι έκανε. Όλα ήταν μια πρόκληση, έπρεπε να βρίσκει τρόπο να ξεπεράσει τα εμπόδια. Κι όταν μαθαίνεις ν’ αντιστέκεσαι σε ό,τι σου συμβεί, δεν υπάρχει τίποτα που να μπορεί να σε νικήσει.

Είχε κάνει εξάσκηση δεκατρία χρόνια, ν’ ακούει τον πατέρα του να τον αποκαλεί φονιά. Έτσι όταν η Έρση του είπε ότι ήταν το ασχημότερο κορίτσι δεν το έβαλε κάτω. Ακριβώς το αντίθετο.

~~~

Περπάτησε με τα λουλούδια και την πληγωμένη του αξιοπρέπεια μέχρι το δάσος. Πήγε στην Πηγή του Υάκινθου. Εκεί υπήρχαν πολλές μικρές λίμνες με νερό, κανονικοί καθρέφτες. Γονάτισε πάνω απ’ τον καθρέφτη, αλλά πριν κοιταχτεί μέσα του το ακούμπησε με το δάκτυλο να το ξυπνήσει. Γιατί έτσι έλεγε ο μύθος: Αν κοιταχτείς σε νερό που κοιμάται θα σε ρουφήξει μέσα του.

Όταν έγειρε από πάνω του κατάλαβε ότι η Έρση ήταν λιγάκι υπερβολική, αλλά είχε και λίγο δίκιο. Δεν ήταν όπως όμορφος, όπως ο Ενιπέας, με τα κορακίσια μαλλιά και τα μαύρα μάτια τ’ άγρια κι εκείνη τη μύτη την αετίσια. Ο Φοίβος έμοιαζε πιο πολύ με κορίτσι –κι άσχημο κορίτσι.

Αλλά δεν ήταν άνθρωπος που το έβαζε κάτω. Ορκίστηκε εκεί, πάνω απ’ τα νερά, που είναι διάμεσος για τον Άδη, οπότε ορκίστηκε και στη νεκρή του μάνα, ότι θα γινόταν ο πιο ελκυστικός άντρας που είχε γεννηθεί –κι ότι θα τον ερωτεύονταν όλες οι γυναίκες.

Για να το κάνει αυτό έπρεπε να βρει το σωστό δάσκαλο. Κι ήταν σίγουρος ότι ένας άντρας του χωριού δεν θα μπορούσε να του πει. Οι άντρες εκεί ήταν πιο μονοκόμματοι κι απ’ τις πέτρες. Έκαναν ό,τι τους είχαν πει πως έπρεπε να κάνουν, χωρίς να σκέφτονται αν είναι σωστό ή λάθος.

«Ένας άντρας πρέπει να κάνει αυτό που ένας άντρας πρέπει να κάνει.» Αυτή η ταυτολογία ήταν το αγαπημένο απόφθεγμα του πατέρα του, ήταν όλη η βάση της αντρίκειας συμπεριφοράς. Τόσο απλό, τόσο δωρικό, τόσο ηλίθιο.

Κι ίσως να έπιανε για τον Ενιπέα, κι ίσως να έπιανε για τον πατέρα του, αλλά δεν μπορούσε να λειτουργήσει για το Φοίβο. Γιατί εκείνος αποφάσισε εκείνη τη μέρα ν’ αλλάξει τους κανόνες του παιχνιδιού.

~~~~

Περπάτησε πίσω στην πόλη και σκεφτόταν. Ο Φοίβος είχε δυνατό μυαλό και το μεγαλύτερο ταλέντο του ήταν η συγκέντρωση –και η εμμονή επίλυσης. Είχε μάθει ν’ αφήνει απέξω όλους τους εξωτερικούς κι εσωτερικούς θορύβους (ΦΟΝΙΑ) και να εστιάζει στο θέμα που τον ενδιέφερε. Δεν ήταν μεγαλοφυής σαν τον Αρχιμήδη και δεν τα πήγαινε καθόλου καλά με τα μαθηματικά. Αλλά η συγκέντρωση του ήταν απόλυτη –και πάντα πετύχαινε στόχο.

Είχε κάνει πάνω από εκατό φορές το γύρο της Αγοράς, κόντευε να νυχτώσει πια. Τότε, καθώς έσβηνε το φως, του ήρθε η ιδέα. Δεν ήταν ωραίος, το είχε δει. Έπρεπε να κερδίζει τις γυναίκες αλλιώς, όχι με την όψη του, στο σκοτάδι. Ποια θα μπορούσε να του το διδάξει αυτό; Μια τυφλή.

Γύρισε προς τον ναό. Εκεί είχε δει να κάθεται μια τυφλή γριά που επαιτούσε.

«Θέλω να με βοηθήσεις σε κάτι», της είπε.
«Να σου βρω τη μπάλα σου που την ψάχνεις τόση ώρα; Νομίζω πως την είδα από κει», είπε η γρια και ξεκαρδίστηκε. Τα μισά της δόντια ήταν χρυσά.
Αλλά ήταν το λευκό των ματιών της, μόνο λευκό, που του προκάλεσε τρόμο. Οι τυφλοί είχαν δυνάμεις. Είτε ποιητές είτε μάντεις.

«Πρέπει να σε ρωτήσω κάτι», της είπε.
«Πώς τα βλέπω τα πράγματα;»

Πάλι γέλια. Για γριά, ζητιάνα και τυφλή το διασκέδαζε μια χαρά.

«Θέλω να μου πεις τι κάνει μια γυναίκα να ερωτευτεί έναν άντρα», είπε ο Φοίβος.

Η γριά σταμάτησε να γελάει.
«Πόσων χρονών είσαι;» του είπε.
«Δεκατρία.»
«Σαν πολύ δε βιάζεσαι με τις γυναίκες; Τώρα βρες έναν άντρα, πριν βγάλεις μουστάκι.»
«Δεν θέλω άντρα. Θέλω να μπορώ να προκαλώ έρωτα στις γυναίκες.»
«Παράξενο παιδί είσαι», του είπε η γρια. «Μήπως γιος μάγισσας;»
«Δεν τη γνώρισα. Ορφανός είμαι. Από μάνα.»
«Μόνο από μάνα ορφανεύει το παιδί. Ο πατέρας είναι βοηθητικός.»

Η γριά έβηξε χωρίς να χρησιμοποιήσει μαντίλι. Ένα φλέμα εκτοξεύτηκε προς τον ουρανό.

«Και γιατί καίγεσαι τόσο πολύ για τις γυναίκες;»
«Γιατί είμαι άσχημος.»
«Δεν κρύβεις λόγια βλέπω. Μπράβο. Ειδικά απ’ τον εαυτό σου δεν πρέπει να κρύβεις την αλήθεια. Λες ό,τι θες να πεις.»
«Επειδή θέλω να μάθω.»
«Σίγουρα είσαι δεκατρία; Έλα, βοήθα με να σηκωθώ.»

Την τράβηξε. Η γριά στάθηκε απέναντι του και άγγιξε το πρόσωπο του.

«Δεν έχεις κάποια παραμόρφωση», του είπε.
«Όχι, αλλά είμαι άσχημος.»
«Κι εγώ τυφλή.»
«Αλλά βλέπεις. Βλέπεις με τα χέρια σου, βλέπεις με τ’ αυτιά σου. Αυτό θέλω να κάνω.»
«Να αντικαταστήσεις την έλλειψη με άλλες αρετές.»
«Ναι!»
«Υπάρχει και κάτι καλύτερο που μπορείς να κάνεις.»
«Τι πράγμα;»
«Να μετατρέψεις το ελάττωμα σου σε προτέρημα.»
Τα μάτια της γυάλιζαν.
«Κάνε την αδυναμία σου δύναμη. Κάνε τις γυναίκες ν’ αγαπήσουν την ασχήμια σου.»

8

Εκείνη τη μέρα ο Φοίβος έφυγε απ’ το σπίτι του για πάντα. Δεν πήγε ν’ αποχαιρετίσει τον πατέρα του, γιατί να το κάνει άλλωστε; Αλλά ούτε πήγε να μαζέψει τα ρούχα του. Δεν είχε τίποτα άλλο από κουρέλια.

Το μόνο που ήθελε το είχε πάντα μαζί του, ένα ενθύμιο της μητέρας του. Όχι κάποιο μενταγιόν ή δαχτυλίδι, τίποτα αξίας. Ήταν μια τούφα απ’ τα μαλλιά της, μέσα σ’ ένα μικρό γυάλινο μπουκάλι. Την είχε κόψει την τελευταία πανσέληνο πριν γεννήσει –και πεθάνει. Την είχε αφήσει στο λίκνο του. Μάλλον το είχε καταλάβει ότι δεν θα γυρνούσε σπίτι με το μωρό και του άφησε το φυλαχτό.

Η μητέρα του ήταν κόρη εταίρας, πρώην Ιέρειας. Ο Φοίβος δεν το ξερε αυτό.

~~

Με τα ρούχα που φορούσε πήγε στο σπίτι της γριάς. Δεν περίμενε να δει αυτό που είδε. Ζούσε σ’ ένα μικρό παλάτι. Η τυφλή είχε χρησιμοποιήσει την τυφλότητα της ως προτέρημα. Έβγαζε περισσότερα λεφτά από δέκα σφαγείς.

Πώς το έκανε; Είχε βαθιά γνώση της ανθρώπινης ψυχολογίας. Δεν εκλιπαρούσε. Οι άνθρωποι δεν αντέχουν εκείνους που κλαίνε, το ήξερε. Προτιμούν όσους τους προκαλούν χαρά.

Αυτό έκανε λοιπόν. Χρησιμοποιούσε την απώλεια όρασης για να υπενθυμίζει στους περαστικούς τη χαρά της ζωής.

Γελούσε, τραγουδούσε κι έλεγε πράγματα όπως: «Τι ωραίος ήλιος σήμερα! Δεν τον βλέπω, αλλά με ζεσταίνει και τον αγαπώ. Αν έχεις ήλιο και αγάπη, τι άλλο να ζητήσεις;»

Η γριά εκμεταλλευόταν την αδυναμία της, τονίζοντας τη δύναμη των άλλων. Οι άνθρωποι θέλουν να νιώθουν ανώτεροι, τους αρέσει.

Και το παγκάρι της γριάς γέμιζε.

«Κατάλαβες τι πρέπει να κάνεις;» του είπε η γριά μετά από μερικές μέρες κοντά της.
«Το ‘χω», είπε ο Φοίβος.
«Τόχο; Τι σημαίνει τόχο; Γιατί μιλάτε έτσι εσείς οι νέοι;»
«Κατάλαβα, αυτό εννοώ, το ‘χω.»
«Πάλι τόχο;»

Δεν μπορείς να μάθεις έναν γέρο σκύλο νέα κόλπα. Η γριά δεν καταλάβαινε, αλλά ο Φοίβος το ‘χε.

~~~

Για να μάθει δούλεψε αρκετό καιρό κοντά στη γριά. Εκείνη του πρότεινε να κάνει τον τυφλό ή τον κουτσό, για να ζητιανεύει. Αυτός βρήκε κάτι καλύτερο: Θα έκανε τον άσχημο.

Ντυνόταν όσο χειρότερα μπορούσε, ανακάτευε τα άλουστα μαλλιά του, έβαζε καταπλάσματα στο πρόσωπο για να κοκκινίσει και να βγάλει σπυράκια.

Αλλά δεν οικτιρούσε τον εαυτό του. Έπαιζε ρόλο. Γελούσε και τραγουδούσε ερωτικά ποιήματα της Σαπφούς.

«Μπορεί να μην είμαι όμορφος», έλεγε, «αλλά θα βρω έναν άνθρωπο να αγαπήσω. Όπως θα βρείτε κι εσείς. Και μέχρι τότε θα τραγουδώ.»

Και το παγκάρι του Φοίβου γέμιζε. Τα λεφτά που έβγαζε τα ξόδευε όλα για ν’ αγοράζει και να διαβάζει τα έργα των φιλόσοφων και των ποιητών.

~~~~

Δυο χρόνια μετά η γριά του είπε ότι του έμαθε όσα είχε να του μάθει. Οπότε ήταν καιρός να φύγει, γιατί του έπαιρνε και την πελατεία.

«Μα δεν μου έμαθες τίποτα για τον έρωτα», διαμαρτυρήθηκε ο Φοίβος.

«Είσαι τυφλός; Τυφλός ή βλάκας;» του είπε η γριά.
«Δεν είμαι τυφλός.»
«Τότε είσαι βλάκας.»

Τον έπιασε απ’ το χέρι και τον πήγε στην Αγορά. Ήταν πολύ παράξενο να βλέπεις έναν τυφλό να οδηγάει κάποιον που βλέπει, αλλά αυτό γινόταν τα τελευταία δύο χρόνια.

Στάθηκαν ψηλά, δέκα σκαλιά πάνω απ’ το πλήθος και τον ρώτησε τι βλέπει.

«Ανθρώπους να πηγαίνουν και να έρχονται», είπε ο Φοίβος.
«Μόνο αυτό; Κρίμα τα μάτια σου, χαράμι πάνε.»

Τον κατέβασε πέντε σκαλιά πιο χαμηλά.

«Αυτοί οι άνθρωποι που βλέπεις, πηγαίνουν τυχαία δεξιά κι αριστερά;»
«Όχι, μοιάζουν κάπου συγκεκριμένα να πηγαίνουν.»
«Πάλι καλά», είπε η γριά.

Κατέβηκαν τα τελευταία σκαλοπάτια. Στην Αγορά το μεσημέρι έβρισκες κάθε τύπο ανθρώπου. Απ’ τον πλανόδιο ραψωδό ως τους άρχοντες του Άρειου Πάγου. Παιδιά, νέοι και γέροι.

«Τι βλέπεις τώρα;»
«Όλοι έχουν κάποιο στόχο.»
«Όλοι αυτό πιστεύουν», του είπε η γριά. «Ο στόχος τους, το σημαντικότερο πράγμα.»

Ακόμα και τα μερμήγκια κάπου πάνε, αλλά οι άνθρωποι νομίζουν ότι επιλέγουν πού πάνε. Τελικά κάνουν μόνο που πρέπει να κάνουν. Και ποιος είναι ο απώτερος στόχος κάθε ανθρώπου; Η ευδαιμονία; Ο έρωτας; Η επιτυχία;

Όχι. Ο στόχος είναι η επιβεβαίωση των πεποιθήσεων. Οι άνθρωποι πιστεύουν κάποια πράγματα και δεν θέλουν ν’ αλλάξουν πίστη, θέλουν να την επιβεβαιώσουν.

Οπότε πρέπει να καταλάβεις τι θέλουν και να τους ενισχύσεις την πίστη.

«Και πώς διαλέγουν τι θα πιστεύουν;» ρώτησε ο Φοίβος.

Η γριά γέλασε.

«Αυτή είναι η καλύτερη ερώτηση. Περίμενε.»

Έμειναν για λίγο εκεί στην Αγορά χωρίς να κουνιούνται. Ο Φοίβος αναρωτήθηκε τι περίμεναν. Κάτι να γίνει; Πέρασαν λίγα λεπτά και δεν έγινε τίποτα. Μετά πέρασαν άλλα τόσα. Πάλι δεν έγινε τίποτα.

«Μήπως να…»
«Σσσσς, υπομονή», του είπε.

Περίμεναν έτσι σχεδόν μια ώρα. Ώσπου φύσηξε μια αύρα που ερχόταν απ’ τα βόρεια. Σκόνη σηκώθηκε στην Αγορά.

«Κοίτα!» του είπε η γριά.
«Τους ανθρώπους;»
«Όχι, τη σκόνη. Κάθε κόκκος νομίζει ότι είναι σημαντικός, νομίζει ότι ελέγχει τη μοίρα του κι ότι διαλέγει πού θα πάει. Όμως είναι ο τυχαίος άνεμος που κινεί τις ζωές τους.»
«Η σκόνη έχει ζωή;» είπε ο Φοίβος.

Η γριά χτύπησε το κούτελο της.
«Τελικά είσαι βλάκας. Φύγε και σκέψου αυτό που είδες. Ποιοι είναι οι κόκκοι της άμμου και τι είναι η κρυφή αρμονία του ανέμου.»

Ο Φοίβος είπε πως θα το σκεφτόταν, αν και είχε ήδη καταλάβει το νόημα. Την αποχαιρέτησε. Εκείνη δεν άντεξε να τον αφήσει έτσι να φύγει. Για πρώτη φορά άπλωσε το χέρι της και τον χάιδεψε. Το απόλαυσαν κι οι δύο, δάκρυσαν κι οι δύο. Εκείνη δεν είχε παιδί. Εκείνος δεν είχε μάνα.

Του έδωσε και αρκετά λεφτά για να έχει μέχρι να τακτοποιηθεί κάπου.

Το τελευταίο πράγμα που τον ρώτησε ήταν: «Είσαι σίγουρος ότι δεν είσαι μάγος;»

9

Ήταν πλέον δεκαπέντε χρονών κι είχε κάμποσα λεφτά. Έφυγε απ’ την πόλη και περπατούσε χωρίς να ξέρει πού πηγαίνει. Έτσι κι αλλιώς ο άνεμος ορίζει τη ζωή μας. Σκεφτόταν την ερώτηση της γριάς. Δεν ήταν μάγος, αλλά τίποτα δεν τον εμπόδιζε να γίνει.

Τι καλύτερο για τον έρωτα από ένα φίλτρο; Αν μάθαινε να φτιάχνει τέτοια ή του έδειχναν πώς λειτουργεί το κοκαλάκι της νυχτερίδας, θα τον ερωτεύονταν όλες, χωρίς προσπάθεια.

Είχε ακούσει για τέτοια πράγματα , γητειές κι ερωτικά ξόρκια. Ο πατέρας ενός φίλου του είχε παρατήσει γυναίκα και τέσσερα παιδιά για να πάει να ζήσει με μια νεαρή σκλάβα. Θυμόταν τη μητέρα του φίλου του να βγαίνει στην αυλή και να φωνάζει: «Του έκανε μάγια. Τον έδεσε με ξόρκι.»

Όλα τα παιδιά της την παρακαλούσαν να μπει μέσα και να σταματήσει. Εκείνη συνέχισε μέχρι που εξαντλήθηκε και σωριάστηκε. Τότε την τράβηξαν μέσα όπως τα μερμήγκια τραβάνε έναν γρύλο.

Έπρεπε, λοιπόν, να γίνει μαθητευόμενος μάγος. Όμως δεν υπήρχαν πολλοί, το ήξερε αυτό. Σπάνια άντρας γινόταν, σχεδόν ποτέ.

Ο πατέρας τους κορόιδευε κι έλεγε ότι οι μάγοι είναι κίναιδοι. Έτσι πίστευε ο απλός κόσμος. Γιατί η μαγεία ήταν δύναμη της Ευρυνόμης, της Μεγάλης Θεάς. Για να την έχει ένας άντρας έπρεπε να είναι περισσότερο θηλυκό, παρά αρσενικό, όπως οι κίναιδοι.

Τους κορόιδευαν, όμως τους φοβόντουσαν.

Ο πιο γνωστός μάγος ήταν ο Άβαρις, ο Υπερβόρειος. Για εκείνον έλεγαν ότι μπορούσε να πετάει, να ελέγχει τον καιρό και να διώχνει –ή να στέλνει- λοιμούς. Κάθε ηγέτης και τύραννος τον ήθελε δίπλα του, για σύμβουλο, γιατί ενίσχυε την εξουσία του με δαιμονικούς και όχι μόνο τρόπους.

Δεν ήξερε αν ήταν κίναιδος, αλλά συνειδητοποίησε ότι ένας τέτοιος μάγος αποκλείεται να του έλεγε για τον έρωτα. Μπορεί να του μάθαινε πώς να εξοντώνει όλους τους πολιτικούς αντίπαλους με δηλητήρια ή πώς να κάνεις τον ήλιο να σβήνει για λίγο, αλλά για τον έρωτα μάλλον δεν θα είχε διάθεση να του μάθει.

Δεν ήταν ο Άβαρις η λύση.

~~

Ο Φοίβος θυμήθηκε τη γριά και τον άνεμο. Αποφάσισε ν’ αφεθεί στην κρυφή αρμονία, να τον οδηγήσει όπου εκείνη ήθελε. Έτσι κι αλλιώς αυτό θα γινόταν, γιατί να ζορίζεται.

Περπάτησε λίγες μέρες χωρίς στόχο, μέχρι που έφτασε στην Ήλιδα, τη σημαντικότερη Πόλη-Κράτος της Ηλείας. Μπήκε για να βρει κάτι νόστιμο να φάει, ακολούθησε το στομάχι του.

Κοντοστάθηκε μπροστά σ’ ένα λουλουδάδικο, όπου προετοιμάζονταν για τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Μια γυναίκα έχωνε βολβούς ιώδους υάκινθου στις γλάστρες της. Το έκανε με τόση άνεση και χάρη, που ο Φοίβος έμεινε πολλή ώρα να κοιτάζει.

«Τι ψάχνεις, αγόρι;» του είπε κάποια στιγμή η ανθοπώλισσα, χωρίς να σηκώσει τα μάτια.
«Ποιο λουλούδι κάνει τις γυναίκες να σε ερωτεύονται;» ρώτησε ο Φοίβος.
«Το πιο ακριβό», ακούστηκε μια αντρική φωνή μέσα απ’ το μαγαζί.

Ο κάτοχος της φωνής βγήκε γελώντας. Ήταν ένας ευτραφής μεσήλικας, κοκκινομάγουλος.

«Το πιο ακριβό. Τι ρωτάς; Ποιο δαχτυλίδι; Ποιο σπίτι; Ποιο φόρεμα; Το πιο ακριβό», συνέχισε ο άντρας.
«Δεν είναι αλήθεια», είπε η ανθοπώλισσα. «Εγώ τότε γιατί προτίμησα εσένα απ’ τον χασάπη; Αυτός έχει καλύτερο σπίτι.»
«Γιατί είμαι πιο όμορφος», είπε ο άντρας και γέλασε.
«Φτου σου, να μη σε ματιάξω.»

Γελάσανε τόσο πολύ που ξεχάσανε το Φοίβο. Τους άφησε στη χαρά τους κι έφυγε. Είχε δυο στοιχεία. Τα λεφτά. Το γέλιο.

~~~

Συνέχισε να περιπλανιέται. Το στομάχι του φώναζε πια. Έκατσε σ’ έναν πάγκο για να φάει. Ζήτησε ψωμί με μάραθο και το αγαπημένο του έτνος, λιωμένα κουκιά με ελαιόλαδο. Έτρωγε ήσυχα.

Δίπλα του κάθονταν τρεις άντρες, χειρωνάκτες, φαινόταν απ’ τα λερωμένα ρούχα τους και τις ροζιασμένες παλάμες τους. Έτρωγαν κάνοντας θόρυβο και κάθε τόσο ζητούσαν κρασί απ’ την ταβερνιάρισσα.

Ένας απ’ αυτούς δοκίμασε τον σκόμβρο, που τον είχαν ψήσει στα κάρβουνα, κι έκανε ήχους ερωτικούς, σαν να είχε οργασμό.

«Ταπούτι, τι σκουμπρί είναι αυτό που έφτιαξες; Να το ξέρεις. Θα πνίξω τη γυναίκα μου στον Πηνειό και θα παντρευτώ εσένα.»
«Πρέπει να πνίξεις και τον άντρα μου», είπε η Ταπούτι και πλησίασε σκουπίζοντας τα χέρια με μια πετσέτα. Ήταν από την Περσία, ξένη, γι’ αυτό μαγείρευε για άντρες. «Η γυναίκα σου δε μαγειρεύει;»
«Πλάκα κάνεις; Μόνο αυγά φτιάχνει! Κι αυτά τα καίει!»
Γέλασαν όλοι.
«Κακώς», είπε η Ταπούτι. «Ο έρωτας περνάει απ’ το στομάχι, αυτό το ξέρουμε εμείς στη Βαβυλώνα.»

Ο Φοίβος, που άκουγε με ενδιαφέρον, πετάχτηκε στη μέση.
«Κυρία Ταπούτι!» τη φώναξε. «Αυτό με τον έρωτα και το φαΐ, ισχύει και για τις γυναίκες;»

Οι χειρωνάκτες τον κοίταξαν κι άρχισαν να σκουντιούνται συνθηματικά, είχαν όρεξη για πλάκες. Εκείνος που είχε μιλήσει στη μαγείρισσα, και φαινόταν να ‘ναι πιο διαχυτικός, πήγε κι έκατσε δίπλα του.

«Να σου πω, μικρέ, τι θέλουν τα κορίτσια;» του είπε δήθεν συνωμοτικά, αλλά αρκετά δυνατά για ν’ ακούνε όλοι.
«Τι θέλουν;»
«Μέλι και σύκα.»
«Μέλι;»
«Ναι, γλυκά θέλουν. Μην τους πας κρέατα και ψάρια. Πήγαινε τους ωραία γλυκάκια. Αυτό θέλουν. Και κάτι ακόμα θέλουν να τους κάνεις.»

Ετοιμάστηκε να του δείξει κάτι πρόστυχο, αλλά η Ταπούτι τον χτύπησε με την πετσέτα στο κεφάλι. Μετά είπε στο Φοίβο να πάει σπίτι του, δεν ήταν παρέα για αγόρια εκείνη.

~~~~

Ο Φοίβος περπάτησε λίγο ακόμα. Σπίτι δεν είχε να πάει, αλλά είχε αρκετή ζέστη να κοιμηθεί έξω. Πήγε και ξάπλωσε στις όχθες του Πηνειού, να χωνέψει το φαγητό του.

Είχε μπερδευτεί. Με την τυφλή όλα ήταν ξεκάθαρα. Μόλις έφυγε άκουσε τόσα που μπερδεύτηκε. Οι εργάτες έλεγαν για το μέλι. Το φαΐ έπαιζε ρόλο, το είχε πει κι η μαγείρισσα. Μετά είχε το γέλιο. Η ανθοπώλισσα γελούσε πολύ με τον άντρα της. Αλλά δεν έπρεπε ν’ αφήσει απέξω κι αυτό που είχε πει εκείνος για το χρήμα.

Ξάπλωσε πίσω στο χορτάρι και κοίταξε τον ουρανό. Ήταν σαν τα μάτια της Έρσης. Αποκοιμήθηκε.

~~~~~

Ξύπνησε απότομα απ’ τον ύπνο. Είχε δει ένα όνειρο. Ήταν ο μέγας μάγος, ο Άβαρις, και μαγείρευε καρδιές γουρουνιών σε μια τεράστια χύτρα γεμάτη αίμα.

«Ξέρεις πώς να μαγειρέψεις την καρδιά ενός γουρουνιού;» τον ρώτησε ο Άβαρις. «Πρέπει να τη ρίξεις στο πηγάδι. Στο πηγάδι πρέπει να τη ρίξεις.»

Ο Φοίβος δεν τρόμαξε. Είχε δει πολλές σφαγές και αίμα με τον πατέρα του. Είχε κουβαλήσει πολλές συκωταριές και καρδιές.

Ο Μάγος τσαντίστηκε κι έριξε κάτω τη χύτρα. Κράτησε μόνο μια καρδιά, που ακόμα χτυπούσε.
[Μη φοβάσαι]
Του την έδειξε και του είπε:
«Αυτή είναι η καρδιά της μάνας σου, Φονιά!»

Τότε είδε ότι ο Μάγος δεν ήταν ο Άβαρις,
[Όνειρο είναι, μη φοβάσαι]
ήταν ο πατέρας του.
Άνοιξε τα μάτια.

~~~~~~

Ένα κοριτσάκι στεκόταν από πάνω του. Ήταν πολύ μικρό, ούτε πέντε.

«Μη φοβάσαι», του είπε ξανά. «Όνειρο είδες, μη φοβάσαι.»

Ο Φοίβος ανακάθισε. Η μητέρα του κοριτσιού, που φαινόταν να είναι εταίρα, στεκόταν λίγο παραπέρα. Τη φώναξε. Είχε παράξενο όνομα.

«Τώρα, έρχομαι, μην ανησυχείς», της είπε η μικρή. Μετά ξαναγύρισε στον Φοίβο. «Μην αφήνεις τους εφιάλτες σου να σε οδηγήσουν», του είπε. «Μπορείς να δημιουργείς τα όνειρα. Εγώ τα κάνω ό,τι θέλω. Έτσι βλέπω κάθε βράδυ Πήγασους. Αν πάει να εμφανιστεί καμιά Έχιδνα της λέω τα λόγια και τη σβήνω.»
«Ποια λόγια;» είπε ο Φοίβος.
«Τα ξόρκια. Δεν μπορώ να στα πω, είναι μαγικά.»
«Γιατί δεν μπορείς;»
«Δεν είσαι κορίτσι. Μόνο τα κορίτσια μπορούν να ξέρουν.»
«Μπορεί και να ‘μαι.»
«Δεν φοράς γυναικεία», του είπε η μικρή με το παράξενο όνομα. «Μοιάζεις λίγο με κορίτσι στο πρόσωπο. Αλλά δεν είσαι βαμμένος και τα μαλλιά σου είναι αλλιώς και δεν φοράς πέπλο.»

Ο Φοίβος πετάχτηκε πάνω, έπιασε το κορίτσι με το παράξενο όνομα και το φίλησε.

«Σ’ ευχαριστώ», της είπε κι έφυγε τρέχοντας για την πόλη.

Η μητέρα της μικρής πλησίασε. Δεν φαινόταν ανήσυχη. Μόλις ο Φοίβος άγγιξε την κόρη της, η μητέρα είχε ανοίξει τη χούφτα της έτοιμη να δώσει σφάκελο στον ξένο.

«Ποιος ήταν αυτός;» ρώτησε την κόρη της όταν την πλησίασε.
«Ένα αγόρι που θέλει να γίνει κορίτσι.»

~~~~~~~

Πήγε πρώτα για ρούχα. Είπε στο μαγαζάτορα ότι ήθελε να ψωνίσει για την αδελφή του. Κι ότι ήταν ίδιο ύψος, ίδιο βάρος. Εκείνος δεν παραξενεύτηκε. Του έδειξε μερικά κομμάτια με χρώματα που ήταν ταιριαστά για κορίτσια.

Ο Φοίβος αγόρασε τα πιο σεμνά και ουδέτερα. Δεν ήθελε να φαίνεται πολύ, δεν έπρεπε να τραβάει την προσοχή.

Κρύφτηκε σ’ ένα σοκάκι κι άλλαξε. Τα παλιά τα πέταξε. Κοιτάχτηκε σ’ ένα μπρούτζινο κάτοπτρο. Είχε γίνει ένα άσχημο κορίτσι μ’ αγορίστικα μαλλιά. Πήγε στην τριχοβάτρια για να φτιάξει τα μαλλιά της. Εκείνη φάνηκε να απελπίζεται σαν είδε την τρίχα του. Τον έλουσε με ελαιόλαδο, μπουμπούκια δάφνης και κέδρου. Μετά τον ρώτησε αν ήθελε να του τα βάψει.

Το ξανθό ήταν το πιο δημοφιλές χρώμα, αλλά είχε μεγάλη διαδικασία για να γίνει, χρειαζόταν μια μέρα για να ξανοίξουν τα μαλλιά. Η πιο γνωστή και αγαπημένη ήταν η βαφή με χέvνα πασπαλισμένη με χρυσό.

«Το πιο γρήγορο;» ρώτησε ο Φοίβος, χωρίς ν’ αλλάξει τη φωνή του. Η τριχοβάτρια τον κατάλαβε, αλλά δεν ήταν πρώτη φορά που θα έφτιαχνε τα μαλλιά ερμαφρόδιτου.
«Το πιο γρήγορο είναι είτε μπλε μυρτιά είτε κόκκινη κιννάβαρη.»
«Ποιο είναι πιο γυναικείο;» είπε ο Φοίβος.
«Εσένα σου ταιριάζει το κόκκινο», του είπε η τριχοβάτρια. «Είναι λίγο πιο ακριβή, αλλά θα σου κάνω δώρο την αποτρίχωση.»

Του έβαλε τη βαφή στα μαλλιά και μέχρι να κοκκινίσουν έπιασε το ξυράφι και το λυχνάρι. Τις τρίχες στο πρόσωπο τις ξύρισε. Τις τρίχες στο σώμα τις έκαψε με το λυχνάρι. Ο Φοίβος κατάλαβε ότι οι γυναίκες υπέφεραν για να είναι όμορφες.

~~~~~~~~

Βγήκε απ’ το τριχοβατρείο σαν γυναίκα. Ήταν τόσο απλό, απορούσε πώς δεν το είχε σκεφτεί νωρίτερα. Αλλά έτσι συμβαίνει με όλες τις καλές ιδέες. Μόνο όταν σου έρχονται σου φαίνονται απλές. Κι είχε βοηθήσει και το κοριτσάκι που εμφανίστηκε μετά τον ύπνο του, λιγάκι σαν ονειρομαντεία ήταν.

Δεν μπορούσε να πάει σε μάγο σαν τον Άβαρι. Ακόμα κι αν εκείνος τον δεχόταν για μαθητευόμενο, δεν θα του έδειχνε το είδος της μαγείας που ήθελε να μάθει ο Φοίβος. Τι μπορεί να ήξερε ο Υπερβόρειος για τον έρωτα;

Αλλά, αυτή ήταν η μεγάλη ιδέα, μπορούσε να πάει σε μάγισσα. Εκείνες κατείχαν τα μυστικά του έρωτα. Και πλέον θα τον δεχόντουσαν γιατί ήταν κορίτσι.

Το πρόβλημα ήταν ότι έπρεπε να βρει μια ισχυρή μάγισσα, όχι καμία γητεύτρα της πλάκας. Έπρεπε να γίνει πιο ερωτεύσιμος κι απ’ τον Πάρη. Αυτή ήταν μια καινούρια ιδέα, που του ήρθε ουρανοκατέβατη, και σίγουρα ήταν σημαντική.

Θυμήθηκε την ιστορία του Πάρη και της Ωραίας Ελένης. Πώς κατάφερε να κατακτήσει την ομορφότερη γυναίκα; Το Μήλο της Έριδος. Οι τρεις θεές είχαν προσφέρει στο νεαρό πρίγκιπα κάτι διαφορετικό. Η θεά Ήρα του είχε προσφέρει εξουσία πάνω σ’ όλα τα κράτη. Η θεά Αθηνά του είχε προσφέρει σοφία, μεγαλύτερη από κάθε άλλον άνθρωπο. Η θεά Αφροδίτη του είχε μιλήσει για τον έρωτα. Κι ο Πάρης τι είχε διαλέξει;

«Έρωτα ακατανίκητε», όπως έλεγαν και στο θέατρο.

Οπότε ο Φοίβος έπρεπε να έχει για δασκάλα μια ιέρεια της Αφροδίτης. Δεν ήξερε πως η οργιαστική λατρεία της είχε αντικατασταθεί από πιο ήπιες γυναικείες λατρείες, που κάποια στιγμή θα έφταναν στην αποθέωση της παρθενίας.

Σταμάτησε έναν περαστικό για να τον ρωτήσει πού θα έβρισκε ιέρεια της Αφροδίτης.

«Ιερόδουλη;» είπε εκείνος και κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω το κορίτσι που του είχε κάνει την ερώτηση.

«Να ξέρει τα κόλπα του έρωτα», είπε ο Φοίβος χωρίς να ντρέπεται.
«Α, καλά, εταίρα θες. Τράβα στη Φεά, στο λιμάνι. Εκεί θα τις βρεις.»

Του έδειξε το δρόμο προς τη θάλασσα.

10

Εκείνη την εποχή η Φουερτεβεντούρα δεν είχε πάρει ακόμα την αρχηγία της Συνοικίας. Η Μέγαιρα που την έλεγχε, ήταν μια γυναίκα καθόλου ερωτική, αλλά εξόχως αδίστακτη.

Όποια κοπέλα από εκείνες που δούλευαν στη Φεά τολμούσε να διεκδικήσει μεγαλύτερο ποσοστό, της έκοβε τα πόδια. Κυριολεκτικά. Της έκοβε τα πόδια απ’ τον μηρό, χειρουργικά για να μην πεθάνει. Ύστερα την έστελνε πάνω σ’ ένα καροτσάκι να ζητιανεύει. Έτσι οι άλλες ήξερες τι έχουν να διαλέξουν.

Η Μέγαιρα έπαιρνε το ογδόντα τοις εκατό απ’ τα κέρδη τους κι έφτιαξε το παλάτι της, το ναό που δεν ήταν ναός. Όλοι ξέρουν ότι τα μνημεία έχουν χτιστεί πάνω στα κόκαλα δούλων και πόρνων.

Για να τα έχει καλά με την αντρική εξουσία λάδωνε. Ήταν ένα είδος μαγείας κι αυτό, να ξέρεις να διαχειρίζεσαι το χρήμα για να βγάζεις περισσότερο.

Η Συνοικία της Παρθένου τότε ήταν απ’ τις πιο υποβαθμισμένες. Οι εταίρες που σέβονταν τον εαυτό τους έφευγαν μυστικά για την Κόρινθο και την Αθήνα. Αν προλάβαιναν.

Η Φουέρτε είχε βρεθεί εκεί τυχαία, και δεν της άρεσε καθόλου αυτό που συνέβαινε. Εκείνη πίστευε ότι οι γυναίκες πρέπει να είναι αυτοδύναμες και να συνεργάζονται. Το να έχεις για πορνοβοσκό άντρα ή γυναίκα δεν έκανε διαφορά.

Η Μέγαιρα νοιαζόταν μόνο για τον εαυτό της. Η Φουέρτε ήθελε να τη βγάλει απ’ τη μέση. Αλλά υπήρχε πρόβλημα.

Τα μάγια δεν έπιαναν σ’ εκείνη γιατί είχε συνάψει σχέσεις με τον Κάτω Κόσμο και τους δαίμονες. Δεν ήταν μάγισσα, ήταν Καβειρίτισσα, ήξερε τις Σκοτεινές Τέχνες. Έλεγαν ότι επικοινωνούσε με τους νεκυοδαίμονες, νεκρούς που είχαν βίαια ή είχαν μείνει άταφοι. Αυτοί μπορούσαν να επανέρχονται στον κόσμο, αν κάποιος τους καλούσε και τους τάιζε αίμα. Η Μέγαιρα μπορούσε να πεθάνει, όπως κάθε θνητός, αλλά είχε προβλεφτεί ότι θα πέθαινε μόνο μ’ έναν τρόπο. Οι κατάρες κι οι αρρώστιες, το μαχαίρι κι η φωτιά δεν μπορούσαν να την αγγίξουν. Όμως μπορούσε να πνιγεί. Μόνο έτσι θα σκοτωνόταν: Με νερό.

Αυτό ήταν το πρόβλημα της Φουέρτε: Πώς θα ξεγελούσε τη Μέγαιρα για να την πάει σε μια λίμνη, στον Πηνείο, στο πέλαγος.

Τότε ήταν που της χτύπησε την πόρτα το παράξενο κορίτσι.

~~

Ο Φοίβος είχε μπει στο Οικισμό της Παρθένου κι είχε απογοητευτεί. Δεν υπήρχε τίποτα όμορφο εκεί. Παρακμή, δυσωδία, αρουραίοι. Η τυφλή δασκάλα του ζούσε μύριες φορές καλύτερα.

Δεν τον σταμάτησε κανείς, γιατί ήταν σαν κορίτσι. Μόνο κάνα δυο φορές τον φώναξαν κάποιοι μεθυσμένοι στρατιώτες να πάει μαζί τους, να το διασκεδάσουν. Τους αγνόησε. Ωράριο δεν είχαν οι εταίρες τότε, ούτε κάποια προνόμια. Αρκούσε να βγάζουν αρκετά λεφτά για να δίνουν στη Μέγαιρα.

Περπατούσε σαν χαμένος πάλι. Πώς θα μπορούσε να μάθει για τον έρωτα μέσα σε τόση ασχήμια;

Ήταν τυχερός και πάλι. Στο δρόμο του βρέθηκε ένας άλλος τυφλός, ένας ραψωδός με το ραβδί του, που πήγαινε ν’ απαγγείλει σε κάποιο καταγώγι. Ο Φοίβος τον ρώτησε ποια είναι η πιο όμορφη γυναίκα στη συνοικία.

Εκείνος γέλασε με την ερώτηση.
«Αγόρι, με εμπαίζεις;»
«Όχι, κύριε. Η δασκάλα μου βλέπει όσο κι εσείς.»
«Οπότε ξέρεις ότι βλέπουμε περισσότερα.»
«Ακριβώς. Γι’ αυτό ρωτάω εσάς.»
«Καλά κάνεις. Ξέρω ποια είναι η πιο όμορφη. Δεν την έχω δει, αλλά έχει φωνή θεάς. Και κάτι ακόμα: Μυρίζει ολύμπια. Πρέπει να είναι το ίδιο όμορφη στην όψη.»

Έτσι του είπε και του έδωσε οδηγίες για να βρει το σπίτι της Φουέρτε.

~~~

Εκείνη τον κατάλαβε πριν καν του ανοίξει την πόρτα. Απ’ τα βήματα και μόνο.

«Σου αρέσει να ντύνεσαι γυναικεία;» του είπε μέσα απ’ το σκοτάδι.

Ο Φοίβος δεν μπορούσε να τη δει, αλλά κατάλαβε γιατί ο ραψωδός εγκωμίασε τη φωνή της. Κάτι τέτοιο πρέπει ν’ άκουσε και στο νησί των Σειρήνων ο Οδυσσέας. Πήγε πιο κοντά στη μισάνοικτη πόρτα και μύρισε τ’ άρωμα της. Ζαλίστηκε κι ερεθίστηκε.

«Δεν θα με πείραζε», της είπε. «Τα πάντα θα έκανα για να πετύχω το σκοπό μου.»
«Και ποιος είναι ο σκοπός σου, ερμαφρόδιτε;»
«Να μάθω τα μυστικά του έρωτα.»
«Να σαγηνεύεις τους άντρες;»
«Όχι, δεν θέλω άντρες, ούτε νέους ούτε δάσκαλους. Θέλω να γοητεύω τις γυναίκες.»
«Γιατί; Την γυναίκα την παντρεύεσαι κι είναι σκλάβα σου. Δεν χρειάζεται να τη γοητεύσεις. Να την αγοράσεις απ’ τους γονείς της πρέπει.»

Ο Φοίβος χαμογέλασε πλατιά.

«Αυτή είναι η διαφορά. Εγώ θέλω να τις τρελαίνω, σαν τον Πάρη.»
«Μαγικά;»
«Με κάθε τρόπο.»
«Και τι είσαι διατεθειμένος να κάνεις γι’ αυτό;»
«Τα πάντα.»
«Και να σκοτώσεις;»
«Τα πάντα.»
«Καλώς όρισες τότε.»

Η Φουέρτε άνοιξε την πόρτα για να μπουν, ο Φοίβος και το φως. Και οι δυο διστάσανε. Ωραία τα ‘λεγε ο ραψωδός, αλλά σαν είδε και την όψη της του κόπηκαν τα γόνατα. Ξέχασε την Έρση και κάθε άλλη γυναίκα που είχε δει.

«Θα μπεις ή όχι;» του είπε και του γύρισε την πλάτη. Πήγε προς το ανάκλιντρο που είχε στην άλλη μεριά του δωματίου. Ο Φοίβος ακολούθησε θαυμάζοντας τη θέαινα.

~~~~~

«Ποιον θα σκοτώσω;» της είπε σαν έκατσαν.

Δεν ήταν εύκολο, σχεδόν αδύνατο, να έχεις απέναντι την πιο όμορφη γυναίκα, μια Καλυψώ, και να μπορείς να σκεφτείς, είτε άντρας ήσουν είτε γυναίκα.

Όμως ο Φοίβος είχε αυτό το χάρισμα. Μπορούσε να συγκεντρωθεί σ’ εκείνο που τον ενδιέφερε. Είχε απόλυτο αυτοέλεγχο. Η Φουέρτε είχε εντυπωσιαστεί ήδη. Δεν την κοίταζε με κόρες διεσταλμένες και σάλια να τρέχουν, πράγμα που πάθαιναν οι περισσότεροι άντρες ακόμα και μεγαλύτερης ηλικίας.

Σκέφτηκε να το δοκιμάσει και να το κάνει πιο δύσκολο. Άνοιξε τον πέπλο της έτσι ώστε έλαμψαν τα δίδυμα φεγγάρια, δύο μαστοί ὡς δύο νεβροὶ δίδυμοι δορκάδος, έτσι όπως έλεγε και το Άσμα Ασμάτων, τέλεια, αρμονικά, τριζάτα, λαμπερά.

Είδε μια φευγαλέα λάμψη στα μάτια του αγοριού που ‘χε ντυθεί κορίτσι. Μια λάμψη που αμέσως κρύφτηκε από εκεί που είχε έρθει.

«Θα σκοτώσω. Αλλά θα με διδάξεις πώς θα σαγηνεύσω.»
«Κάθε γυναίκα, το είπες.»
«Όχι, μια γυναίκα σαν κι εσένα. Αν το καταφέρω αυτό τότε μπορώ να καταφέρω οποιαδήποτε.»

Η Φουέρτε χάρηκε. Της άρεσε ο μικρός, είχε ισχυρή θέληση.

«Δεν είναι άντρας», του είπε.
«Παιδί;»
«Όχι.»
«Γυναίκα; Γιατί να θες εσύ να σκοτώσεις γυναίκα;» τη ρώτησε ο Φοίβος. «Δεν νομίζω ότι έχεις κάποια που μπορεί να σε ανταγωνιστεί.»
«Ούτε γυναίκα. Είναι δαίμονας.»
«Πώς πεθαίνουν οι δαίμονες;»

Δεν είχε διστάσει ούτε δευτερόλεπτο.

«Ο καθένας αλλιώς», του είπε. «Κάποιοι καθόλου, μόνο τους ξορκίζεις. Αυτή πεθαίνει μ’ έναν τρόπο: Πρέπει να την πνίξουμε σε νερό.»
«Θα το κάνω. Ποια είναι;»
«Η Μέγαιρα.»
«Η γνωστή;»
«Αυτή. Και το ξέρει ότι μόνο έτσι πεθαίνει. Γι’ αυτό αποφεύγει να βγει απ’ τον ναό. Θα μπορέσεις εσύ να μπεις στον ναό, να την απαγάγεις, και να την πας σε νερό. Για πες, μικρέ.»

Ήταν κάτι πολύ δύσκολο, σχεδόν αδύνατο. Η Μέγαιρα είχε για φύλακες τους πιο σκληρούς άντρες του κόσμου, τους Άλφα. Στο χέρι τους είχαν ένα άλφα, που κάποιοι έλεγαν ότι σήμαινε Άναξ, αλλά ο κόσμος τους φώναζε Άλφα ή Αρπαγμένους κοροϊδευτικά. Τους έλεγαν έτσι γιατί τους είχαν αρπάξει απ’ την οικογένεια τους όταν ήταν μωρά ακόμα.

Τους είχαν μεγαλώσει με σπαρτιάτικη πειθαρχία, αλλά χωρίς πατρίδα, χωρίς οικογένεια, χωρίς θεό, χωρίς αγάπη. Ήταν πολεμικά ζώα, ζώα άνθρωποι. Δέκα από τους Άλφα είχε στην προσωπική της φρουρά η Μέγαιρα.

Ο Φοίβος σηκώθηκε κι άρχισε να περπατάει πέρα δώθε στο δωμάτιο. Το περπάτημα τον βοηθούσε να σκέφτεται. Συγκεντρώθηκε στο πρόβλημα, χωρίς καθόλου να υπολογίζει απίθανες λύσεις και από μηχανής θεούς. Δεν μπορούσε να νικήσει δέκα Άλφα. Ούτε έναν καν. Δεν μπορούσε ν’ απαγάγει τη Μέγαιρα, που είχε μαγικές σχέσεις με τους νεκροζώντανους. Εκείνος δεν ήξερε ούτε καν να προσεύχεται.

Συγκεντρώθηκε περισσότερο. Η Φουέρτε, που τον παρακολουθούσε να πηγαίνει και να σκέφτεται, ένιωσε μια παράξενη αλλαγή στο μαγικό πεδίο. Δεν ήταν μαγεία η επιρροή, αλλά ήταν κάτι που επιδρούσε το ίδιο ισχυρά. Ίσως και περισσότερο από απλή μαγεία. Ο Φοίβος δεν είχε μαγικές δυνάμεις, όμως αυτό που έκανε με το μυαλό του άλλαξε τις συνθήκες και την αρμονία.

Σταμάτησε και χαμογέλασε. Η αύρα του φωτίστηκε, ειδικά γύρω απ’ το κεφάλι του.

«Εύρηκα!» είπε στη Φουέρτε. «Αφού δεν μπορούμε να πάμε τη Μέγαιρα στη θάλασσα, θα πάμε τη θάλασσα στη Μέγαιρα.»

Η Φουέρτε έγειρε το κεφάλι στ’ αριστερά για να τον κοιτάξει καλύτερα. Είχε αρχίσει να την γοητεύει αυτό το παράξενο αγόρι.

11

Το να ‘χεις μια ιδέα είναι ένα πράγμα. Να βρεις πώς θα την εφαρμόσεις είναι κάτι άλλο. Κι ενώ η ιδέα απαιτεί την έκλαμψη, έναν κεραυνό στο νου, η εφαρμογή της χρειάζεται ολόκληρη ηλεκτρική καταιγίδα.

Πώς θα το κατάφερναν να πλημμυρίσουν τον ναό; Ο έλεγχος των καιρικών φαινομένων ξεπερνούσε τις δυνάμεις της Φουέρτε και των περισσότερων μαγισσών. Μόνο σε μύθους υπήρχαν τέτοιες αφηγήσεις, για άτομα με θεϊκή καταγωγή, που μπορούσαν να προστάξουν τον ουρανό να βρέχει για σαράντα μέρες. Κάποιοι έλεγαν ότι μπορούσε να το κάνει κι ο Άβαρις, ο Υπερβόρειος, που ήταν απόγονος του Απόλλωνα -αλλά κανείς δεν είχε δει να γίνεται κάτι τέτοιο.

Έπρεπε να το κάνουν με έξυπνο τρόπο, όχι με μαγικό.

«Το μυαλό είναι το πιο δυνατό εργαλείο», είπε ο Φοίβος.
«Εγώ θα έλεγα το σώμα», του απάντησε η Φουέρτε.
«Όχι το μυαλό είναι. Κι εσύ το μυαλό σου χρησιμοποιείς. Θυμάσαι το Σίσυφο; Είχε καταφέρει να ξεγελάσει τον ίδιο τον Θάνατο και να τον δέσει τρεις μέρες σε μια καρέκλα. Κι ο γιος του, ο πολυμήχανος Οδυσσέας, πήρε την Τροία με την εξυπνάδα του.»

Η Φουέρτε έβαλε λίγο υδρόμελι να πιει. Του πρότεινε κι εκείνου. Δεν ήθελε.

«Όμως», έκανε η Φουέρτε κι έγλειψε τα χείλη της. «Θυμάσαι τι έπαθε ο Σίσυφος;»

Ναι, θυμόταν. Είχε καταδικαστεί να σπρώχνει αιώνια έναν βράχο, χωρίς λύτρωση.

«Νομίζω ότι ο Σίσυφος είναι ευτυχισμένος», της είπε ο μικρός.
«Πώς κι έτσι;»
«Γιατί τόλμησε να εξεγερθεί ενάντια στους θεούς. Δεν το ήξερε ότι θα χάσει; Το ήξερε. Αλλά τόλμησε να ζήσει και να κάνει πράγματα που κανείς άλλος δεν έκανε. Θα ήταν καλύτερο αν είχε ζήσει μια απλή βαρετή ζωή και μετά γινόταν μια σκιά στον Άδη;»

Αυτά τα είπε χωρίς πολύ να τα σκεφτεί. Του βγήκαν από μέσα του πολύ εύκολα.

«Έχεις μαθητεύσει σε κάποιον σοφιστή;» τον ρώτησε η Φουέρτε.
«Μόνο δίπλα σε μια τυφλή ζητιάνα, που έβλεπε περισσότερα απ’ αυτούς που βλέπουν, γιατί…»

Δεν τον άφησε να ολοκληρώσει. Του έκανε τη μεγάλη ερώτηση.

«Έχεις κάνει ποτέ έρωτα με γυναίκα;»
«Ούτε με άντρα.»
«Θες να το κάνουμε;»
«Πότε; Τώρα;»
«Μόνο το τώρα υπάρχει.»
«Δεν έχω αρκετά χρήματα.»
«Ποιος μίλησε για χρήματα;»

Σηκώθηκε και στάθηκε μπροστά του. Τον κοίταξε ίσια στα μάτια και του χάιδεψε το μάγουλο.

«Προκαταβολή θα είναι. Αν καταφέρεις να πνίξεις τη Μέγαιρα θα πάρεις και τα υπόλοιπα.»

Ο Φοίβος και η Φουέρτε είδαν το γυναικείο ρούχο του να σηκώνεται. Της γύρισε την πλάτη.

«Μην ντρέπεσαι», του είπε. «Είναι το πιο φυσικό πράγμα του κόσμου. Θα σου χαρίσω περισσότερη ηδονή απ’ όση μπορούσες ότι μπορεί να υπάρξει.»
«ΌΧΙ», φώναξε ο Φοίβος κι έφυγε μακρά της, στην άλλη άκρη, για να ηρεμήσει την καρδιά του, και να χαλαρώσει, γιατί ήταν έτοιμος να τελειώσει έτσι, σαν ονείρωξη.

«Προτιμώ να μην το σκέφτομαι τώρα. Έχω άλλο στόχο.»
«Ξέρεις κάτι;» του είπε η Φουέρτε. «Λίγο με τσάντισες. Είσαι ο πρώτος, άντρας ή γυναίκα, που μου αρνιέται. Αλλά μου αρέσει για τη δουλειά μας. Έχεις δύναμη.»

Ο Φοίβος κοιτούσε τον τοίχο και σκεφτόταν μια μέρα που είχε δει τη γριά γυμνή. Ο ερεθισμός του χάθηκε.

«Ξέρεις κάθε πότε πηγαίνουν νερό στο ναό;»  τη ρώτησε για να ξεχαστούν τα προηγούμενα.
«Τώρα που το λες… Δεν έχω δει να κουβαλάνε υδρίες οι δούλοι.»
«Χαχα! Τι σημαίνει αυτό; Είτε πηγαίνουν νερό με τον κοχλία του Αρχιμήδη είτε έχουν νερό εκεί μέσα.»
«Επικοινωνεί με νεκυοδαίμονες», είπε η Φουέρτε. «Η σύνδεση με τον Κάτω Κόσμο γίνεται με ποτάμια, λίμνες ή…»

Το είπαν μαζί: «Πηγάδια.»

«Στο ναό υπάρχει πηγάδι» είπε ο Φοίβος με σιγουριά.

~~

Ωραίες οι εικασίες, αλλά έπρεπε να βεβαιωθούν. Ρώτησαν στο Συνοικισμό. Κανείς δεν ήξερε, αφού δεν επιτρέπονταν οι πολλές βόλτες στο ναό. Όλοι συμφώνησαν ότι δεν κουβαλούσαν νερό με υδρίες. Και δεν φαινόταν να υπάρχει κάπου απέξω ο κοχλίας του Αρχιμήδη, για να φέρνει νερό από αλλού. Οπότε υπήρχε νερό μέσα, ή πηγή ή πηγάδι. Έπρεπε να το ελέγξουν.

Η ίδια η Φουέρτε δεν μπορούσε να πάει. Η Μέγαιρα ήξερε ότι εκείνη ήταν η ανερχόμενη αντίπαλος. Κι αν δεν την είχε βγάλει ακόμα απ’ τη μέση ήταν τα ξόρκια που ‘χε γύρω της η μάγισσα.

Θα πήγαινε ο Φοίβος, ντυμένος κορίτσι. Αλλά θα έπρεπε να βρει και κάποιο λόγο, για να την αφήσουν να πλησιάσει, να μπει. Δεν μπορούσε απλώς να ζητήσει ακρόαση, η Μέγαιρα δεν νοιαζόταν για τέτοιες διαδικασίες.

«Πρέπει να καταλάβουμε το μυαλό της», είπε ο Φοίβος. «Σε τι πιστεύει;»
«Στο χρήμα.»
«Τι φοβάται;»
«Δεν φοβάται.»
«Ποιος είναι ο μεγαλύτερος εχθρός της;»
«Δεν έχει εχθρούς. Έχει λαδώσει τους μισούς κι έχει εξοντώσει τους άλλους. Οι υπόλοιποι απλώς φοβούνται.»
«Σκέφτεσαι τοπικά», της είπε ο Φοίβος. «Δεν έχει εχθρούς εδώ. Αλλά ο κόσμος είναι μεγάλος. Υπάρχουν κι άλλα ισχυρά άτομα, πιο ισχυρά απ’ την Μέγαιρα.»
«Σαν ποιον;»
«Ο Άβαρις, ο Υπερβόρειος.»
«Ο Μάγος;»

Της Φουέρτε δεν της άρεσαν οι μάγοι, το κατάλαβε απ’ τη φωνή της. Ήταν σπάνιο να γεννηθεί άντρας μάγος, αλλά όταν συνέβαινε ανέβαινε την κλίμακα πολύ πιο γρήγορα. Το όνομα του μάγου γινόταν εκατό φορές πιο γνωστό απ’ της μάγισσας. Δεν είχε σημασία αν ήταν καλός στις τέχνες του, αρκούσε να ‘ναι άντρας.

Ο Άβαρις, πέρα απ’ τις ικανότητες του, που σίγουρα ήταν εντυπωσιακές, είχε και ιδιαίτερη πολιτική σκέψη. Κάθε ηγεμόνας πόλης, κάθε βασιλιάς και κάθε τύραννος προσπαθούσε να τον έχει για σύμβουλο.

Λέγεται ότι είχε συμβουλεύσει τον τύραννο της Κορίνθου να εξοντώσει ομαδικά όλους τους πολιτικούς αντίπαλους. Και πράγματι εκείνος τους κάλεσε σε δείπνο και τους δηλητηρίασε. Αφού πρώτα σκότωσε στο ξύλο τη γυναίκα του που ήθελε να προδώσει το σχέδιο του, κι εξόρισε το γιό του.

Ο Άβαρις πίστευε ότι μόνο έτσι μπορεί να κυριαρχήσει κάποιος, με τον φόβο και το φόνο. Ήταν αδίστακτος, οπότε ήταν κατάλληλος εχθρός για τη Μέγαιρα.

«Και θ’ ασχολιόταν ο Άβαρις με τη Μέγαιρα;» είπε η Φουέρτε.
«Αυτό είναι το καλύτερο», είπε εκείνος. «Είναι τόσο εγωκεντρική και μεγαλομανής, που θα το πιστέψει. Φυσικά ο μεγαλύτερος μάγος και δολοπλόκος θα τα βάλει μαζί της. Γιατί; Γιατί είναι κι εκείνη μεγάλη.»

Η Φουέρτε έκανε ένα βήμα πίσω και παρατήρησε το αγόρι με τα γυναικεία ρούχα, που γελούσε.

«Είσαι βέβαιος ότι δεν είσαι μάγος;» του είπε.
«Είναι αριστοτέλεια λογική, τίποτα παραπάνω.»

~~~

Διαλέξανε να περιμένουν μερικές μέρες, για να πάει τη νύχτα της μπλε πανσέληνου. Ήταν σημαντική βραδιά. Όλοι οι αστρολόγοι και οι μάντεις είχαν πει ότι εκείνη τη μέρα, με το μπλε φεγγάρι, θα μάθαινες πράγματα σημαντικά για τον εχθρό σου και για τον αγαπημένο σου.

«Εκμεταλλεύσου τις περιστάσεις», έκανε ο Φοίβος.
«Ερμή θα έπρεπε να σε λένε.»

Είχε πάρει καινούρια ρούχα, πιο ακριβά και πιο ταιριαστά στο σωματότυπο του, με πιο φανταχτερά χρώματα. Ανέλαβε να τον βάψει η ίδια η Φουέρτε, που ήταν μεγάλη δασκάλα σε κάθε ερωτική τέχνη, όπως κι εκείνη των ψιμυθίων. Όταν τέλειωσε του είπε να κοιταχτεί στον καθρέφτη.

Τον είχε κάνει τόσο ωραίο, τόσο γυναίκα, που ερεθίστηκε κοιτώντας την εικόνα του. Ήταν εντελώς ερμαφρόδιτος εκείνη τη στιγμή, γυναίκα και άντρας μαζί.

«Πάω λοιπόν», είπε στη Φουέρτε.
Εκείνη κοντοστάθηκε να τον παρατηρήσει.
«Είναι παράξενο», του είπε. «Νιώθω για σένα ερωτική έλξη, αλλά νιώθω και μητρική αγάπη. Μ’ έχεις μπερδέψει.»
«Κάτι παρόμοιο νιώθω κι εγώ. Κάπως σαν τον Οιδίποδα.»
«Δεν είμαι τόσο μεγάλη!» έκανε η Φουέρτε και γέλασε.

Μετά θυμήθηκε το κορίτσι που είχε αφήσει.

Ο Φοίβος πήγε στην πόρτα.
«Αν δεν γυρίσω…» ξεκίνησε να λέει.
«Θα γυρίσεις», του είπε και του χάιδεψε τα μαλλιά.

Αλλά δεν άντεξε και του έδωσε ένα φιλί. Ο Φοίβος έφυγε πετώντας προς τον ήλιο, χωρίς να τον νοιάζει αν θα ζήσει ή θα χαθεί.

~~~~

Στην είσοδο του ναού τον σταμάτησε ένας απ’ τους Άλφα. Δεν ήταν υπερβολικά μυώδης ούτε ψηλός. Μικρόσωμος, αδύνατος κι ευκίνητος. Δεν έκανε παγκράτιο, ούτε ήταν παλαιστής, ήταν δολοφόνος. Δεν τον ένοιαζε να εγκλωβίσει τον εχθρό, να τον ρίξει κάτω, να τον εξουδετερώσει. Μόνο να τον σκοτώσει κι όσο πιο γρήγορα γινόταν.

Για τις μακρινές αποστάσεις χρησιμοποιούσαν τόξο. Για τις πιο κοντινές είχαν κάτι μεταλλικούς αιχμηρούς δίσκους, σε σχήμα τριπλού μαιάνδρου, που τους πετούσαν. Πιο κοντά σπαθί κι εκ του σύνεγγυς μαχαίρι.

Αν κατάφερνες ν’ αντιμετωπίσεις Άλφα και να επιβιώσεις είτε πολύ τυχερός ήσουν είτε πολύ ψεύτης –κι αυτό ήταν το πιο συνηθισμένο. Πώς θα έφευγε δεν το είχε σκεφτεί, άλλωστε δεν σκόπευε να κάνει το φόνο εκείνη τη μέρα. Μόνο να δει αν υπήρχε πηγάδι.

Ο Άλφα του έκλεισε το δρόμο. Δεν του μίλησε, δεν τον ρώτησε πού πάει και γιατί. Και να ήθελε δεν μπορούσε. Δεν είχε γλώσσα.

Αυτό ήταν το πρώτο που έκαναν στα αρπαγμένα παιδιά. Τους έκοβαν τη γλώσσα. Οι πολεμιστές δεν χρειαζόταν να μιλάνε. Μεταξύ τους, στη μάχη, επικοινωνούσαν με κάποιες κωδικές άναρθρους ήχους και με νοήματα. Αλλά μόνο στη μάχη. Τι άλλο να πουν;

«Πρέπει να δω τη Μέγαιρα», του είπε ο Φοίβος με τη φωνή του λιγάκι αλλοιωμένη. Η Φουέρτε του είχε κάνει ένα ξόρκι για ν’ ακούγεται περισσότερο σαν κορίτσι.

Ο Άλφα δεν κούνησε ούτε βλέφαρο.

«Της φέρνω πληροφορίες.»

Ο Άλφα ακίνητος.

«Κινδυνεύει η μεγάλη Μέγαιρα, θέλουν να τη σκοτώσουν. Κι ας μη πει: Ἐς αὔριον τά σπουδαῖα. Γιατί σαν τον Αρχία θα πεθάνει κι εκείνη.»

Μόνο τότε ο Άλφα γύρισε να τον κοιτάξει. Το βλέμμα του ρωτούσε μια λέξη: «Ποιος;»

«Ο Άβαρις, ο Υπερβόρειος. Την έβαλε στη λίστα του επόμενου τραπεζώματος.»

Κι όταν έλεγες σ’ έχω στη λίστα για τραπέζωμα, σήμαινε ετοιμάσου να σε σκοτώσω. Ακόμα κι ο Άλφα το ήξερε αυτό.

Του έκανε νόημα να περιμένει. Έγραψε σ’ ένα χαρτί ΚΑ, που σήμαινε είκοσι ένα. Χτύπησε την πόρτα. Άνοιξε μια μυστική θυρίδα στο ύψος του ματιού. Έδωσε το χαρτί. Ο Άλφα μέσα το διάβασε. Έκλεισε τη θυρίδα. Ο έξω Άλφα στάθηκε όπως πριν. Πέτρινο πρόσωπο.

Ο Φοίβος δεν άντεξε. Του γύρισε την πλάτη και προσποιήθηκε ότι έκλασε. Του φάνηκε τόσο αστείο όλο αυτό.

Απέναντι έβλεπε την ήσυχη Αγορά, τα φωτισμένα παράθυρα σε κάποια σπίτια. Και πάνω, στο στερέωμα, η μπλε πανσέληνος με το γυναικείο της πρόσωπο θλιμμένο. Πλαισιωμένο από αστέρια.

Υπήρχε ένα ολόκληρο σύμπαν, υπήρχαν οι Μοίρες κι οι Θεοί, υπήρχαν οι ήρωες κι οι μύθοι, τα ζώα και μαγικά μέρη, υπήρχαν κι οι άνθρωποι, φιλόσοφοι, χειρωνάκτες, ιστορικοί, στρατιώτες, ποιητές και ποιήτριες, υπήρχαν όλα αυτά κι εκείνος προσπαθούσε να σκοτώσει μια άγνωστη.

Κι όλο αυτό ήταν αστείο. Γιατί ήταν παροδικό, εφήμερο. Κι ο χρόνος μια ονειροφαντασία μια σκιά, κι ο άνθρωπος σκιάς όναρ.

Ο Φοίβος, που ήταν ντυμένη Φοίβη, ανατρίχιασε μέχρι το κέντρο του νου. Κι ήταν έτοιμος να φύγει εκείνη τη στιγμή, να φύγει απ’ τη Φεά κι απ’ τον κόσμο, να γίνει αναχωρητής, να πάει να πεθάνει σε κάποια ερημιά.

Εκείνη τη στιγμή άνοιξε η πεντάβαρη ξύλινη θύρα του ναού.

Ο Άλφα που ήταν μέσα, κι έμοιαζε τόσο με τον Άλφα που ήταν έξω, του έκανε νόημα ν’ αφήσει τη Φοίβη. Ο Άλφα που ήταν έξω έκανε νεύμα αποδοχής στον μέσα και γύρισε στη Φοίβη.

Ο Φοίβος/Φοίβη μπήκε μέσα χωρίς καθόλου να φοβάται. Γιατί είχε πιάσει την άκρη του νήματος του νοήματος της ζωής. Και είχε ξηλωθεί.

12

Ο Άλφα του έδειξε το δρόμο για να πάει μπροστά κι ακολούθησε. Πότε δεν έστρεφαν τα νώτα τους σε κανέναν, ακόμα κι αν ήταν ένα κορίτσι. Το πιο παράξενο ήταν ότι καθώς ο Φοίβος περπατούσε ένιωθε σαν να μην υπήρχε κανείς πίσω του. Δεν άκουγε τα βήματα του, αλλά υπήρχε μια γενική έλλειψη, σαν να τον ακολουθούσε το φάντασμα της Ευριδίκης. Ούτε βάρος ούτε μυρωδιά ούτε σκιά ίσως.

Δυο φορές γύρισε για να δει. Δυο φορές είδε τον Άλφα να τον ακολουθεί και να του κάνει νόημα να κοιτάξει μπροστά.

Τότε κατάλαβε γιατί τους θεωρούσαν τόσο σπουδαίους δολοφόνους. Θα σε σκότωνε χωρίς να καταλάβεις τι έγινε. Για μια στιγμή αναρωτήθηκε μήπως αυτό ήταν το σχέδιο, η εκτέλεση του εκεί μέσα. Δεν είχε σημασία να το σκέφτεται. Αν αυτό του έμελλε δεν μπορούσε να το αποφύγει πλέον.

Προχώρησε μέχρι που έφτασε σε μια δρύινη πόρτα, εκείνη που οδηγούσε στην κεντρική αίθουσα. Είχαν συναντήσει κι άλλες πόρτες, μικρότερες, δεξιά κι αριστερά στο διάδρομο, καθώς και σκάλες που κατέβαιναν. Δεν του είχε δοθεί η ευκαιρία να κατέβει για να ελέγξει. Αλλά ήταν εύκολο να το καταλάβεις, πως αν υπήρχε πηγάδι θα ήταν στο υπόγειο.

Στάθηκε μπρος στη δρύινη πόρτα κι ετοιμάστηκε να χτυπήσει. Εκείνη άνοιξε αυτόματα. Εντυπωσιάστηκε. Είχε ακούσει ότι γινόταν κάτι τέτοιο σε κτίρια της Αλεξάνδρειας.

~~

Η αίθουσα ήταν πολύ πιο λιτή απ’ ό,τι περίμενε. Ούτε χρυσελεφάντινα αγάλματα, ούτε χορεύτριες κι αυλητρίδες, ούτε τεράστια τραπέζια γεμάτα φαγητά. Ακριβώς το αντίθετο. Απόλυτη έλλειψη κάθε πολυτέλειας. Μόνο ένας μικρός θρόνος στη μέση του δωματίου και δύο ράφια ψηλά, γεμάτα παπύρους.

«Πού το ξέρεις ότι θέλει να με σκοτώσει;» είπε η γυναίκα που καθόταν στο θρόνο.

Δεν έμοιαζε απειλητική. Ούτε είχε φίδια για μαλλιά, όπως έλεγαν κάποιοι, ούτε νύχια γρύπα, όπως έλεγαν οι περισσότεροι. Μια κανονική γυναίκα, τόσο κανονική που αν την έβλεπες στην Αγορά δεν θα την ξεχώριζες, δεν θα θυμόσουν το πρόσωπο της.

Κι όμως. Όταν έκανε την ερώτηση, την πρώτη ερώτηση, χωρίς χαιρετισμό, ο Φοίβος κατάλαβε ότι μπορούσε να είναι κι η τελευταία που θα έκανε, η τελευταία που θα άκουγε. Υπήρχε μια κολοσσιαία απειλή σ’ εκείνη την παρουσία, σ’ εκείνη τη φωνή. Χωρίς απειλές, χωρίς θυμό.

Ο Άλφα στεκόταν ακόμα πίσω του. Δεν τον έβλεπε, αλλά η πόρτα ήταν ανοικτή, δεν είχε φύγει. Περίμενε ένα βλέμμα απ’ την Αφέντρα. Ο Φοίβος έπρεπε να είναι το ίδιο ολιγόλογος κι άμεσος με τη Μέγαιρα. Δεν της άρεσαν οι φλυαρίες, φαινόταν, ούτε είχε χρόνο να διαθέσει.

«Είναι εραστής μου», της είπε. «Τους αρέσουν οι ιδιαιτερότητες.»

Η Μέγαιρα δεν πείστηκε. Ήταν έτοιμη να κάνει νόημα στον Άλφα. Τι το ιδιαίτερο μπορούσε να έχει εκείνο το άσχημο κορίτσι; Ο Φοίβος την πρόλαβε. Έβγαλε την πόρπη και ο πέπλος έπεσε στο πάτωμα.

Η Φουέρτε είχε φροντίσει με τα μάγια της να του φουσκώσει τα βυζιά και να τα κάνει γυναικεία. Όχι ώριμης γυναίκας, πιο πολύ σαν κορίτσι στην αρχή της ήβης. Αυτό ταίριαζε περισσότερο με την ύπαρξη πέους. Και η απόλυτη αποτρίχωση βοηθούσε.

«Ερμαφρόδιτος», είπε η Μέγαιρα κι έκανε νόημα στον Άλφα να φύγει. Η πόρτα έκλεισε πίσω του.

~~~

«Είσαι καιρό ερωμένη του;» τον ρώτησε η Μέγαιρα και του έκανε νόημα να ντυθεί.
«Απ’ όταν άρχισαν να μεγαλώνουν αυτά», είπε κι έδειξε τα βυζιά της.
«Πόσο είσαι τώρα;»
«Δεκατρία. Έχει αρχίσει να με βαριέται. Οπότε θέλω να κερδίσω κάτι.»

Κάθε κουβέντα που έλεγε ήταν μελετημένη. Ήθελε να δείξει ότι είχε κάποιο κίνητρο. Εκδίκηση. Και χρήμα.

«Ανάλογα μ’ αυτό που θα μου πεις θα σε πληρώσω. Ή όχι», της είπε η Μέγαιρα.

Θα την πλήρωνε όσα ήθελε, δεν μπορούσε να παζαρέψει. Δεν θα τολμούσε να το κάνει άλλωστε.

«Ξέρει μόνο ότι με νερό πεθαίνεις», της είπε.
«Πώς θα το κάνει;»
«Ελέγχει τον καιρό», είπε ο Φοίβος. «Τον είδα μια φορά να διώχνει τα σύννεφα, με μια λέξη.»

Η Μέγαιρα κοίταξε το ταβάνι. Είχε τρύπες για να μπαίνει το φως το ήλιου, αλλά ήταν έτσι σκεπασμένες ώστε να μένει η βροχή απέξω. Μόνο σε μεγάλες καταιγίδες τύχαινε να μπει λίγο νερό μέσα. Αστοχία του αρχιτέκτονα.

«Γιατί θέλει να με σκοτώσει;»

Ο Φοίβος αντιλήφθηκε ότι απέφευγε να προφέρει το όνομα του.

«Ο Άβαρις θέλει τα κέρδη απ’ την πορνεία. Απ’ όλες τις πόλεις.»

Δεν είχε ακουστεί αρκετά παρανοϊκό, έπρεπε να βάλει δύναμη στην ιστορία του.

«Θέλει να ενισχύσει οικονομικά το μεγάλο του σχέδιο: Μια ενωμένη Ελλάδα, με πολίτες όλους όσοι μιλούν ελληνικά και τηρούν τα ελληνικά έθιμα. Όλες τις αποικίες απ’ την Κερασούντα ως την Μασσαλία.»

Η Μέγαιρα εντυπωσιάστηκε. Αυτό ήταν ένα εγχείρημα που δικαιολογούσε την απόπειρα εναντίον της.

«Όλοι οι Έλληνες μ’ έναν στρατό, μια νομοθεσία», συνέχισε ο Φοίβος.
«Σαν να θες να αδειάσεις τη θάλασσα. Κι αυτός θα γίνει Αγαμέμνονας;»
«Ο Άβαρις θα είναι σκιώδης ηγεμόνας.»
«Γιατί τους άνακτες, τους βασιλιάδες, τους τυράννους, αυτούς τους σκοτώνουν», έκανε η Μέγαιρα.

Της άρεσε το σχέδιο του, θα ήθελε να μπορούσε να συμμετέχει. Αλλά το θέμα ήταν ποιος θα προλάβαινε να εξοντώσει ποιον.

«Πότε θα τον ξαναδείς;»
«Στο θερινό ηλιοστάσιο.»
«Σωστά, οι Ολυμπιακοί Αγώνες.»

Η Μέγαιρα έμεινε για λίγο να το σκέφτεται. Μετά άνοιξε ένα κουτί και μέτρησε δέκα χρυσούς στατήρες. Μια μικρή περιουσία.

«Αυτά για τώρα», είπε στο Φοίβο. «Αν κάνεις ό,τι σου πω άλλα ενενήντα.»
«Για να τον σκοτώσω;»
«Όχι εσύ. Έχω τους προστάτες μου. Έλα μαζί.»

Δεν τον ρώτησε αν ήθελε να το κάνει. Προχώρησε προς μια κλίμακα που πήγαινε κάτω. Ο Φοίβος μάζεψε τα νομίσματα κι ακολούθησε.

~~~~

Κατέβηκαν σκάλες πολλές, μπήκαν μέσα στη γη. Είχαν φύγει απ’ τον ναό, δεν υπήρχαν μάρμαρα. Ήταν ένα σπήλαιο, ένα άδυτο όπως αυτό στο μαντείο των Δελφών. Ο Φοίβος κρατιόταν για να μην αρχίσει να πανηγυρίζει. Τα βρύα κι οι λειχήνες στα τοιχώματα καταδείκνυαν ότι υπήρχε νερό εκεί μέσα, πολύ νερό.

Η Μέγαιρα περπατούσε χωρίς να μιλάει, έκανε υπολογισμούς, έριχνε κατάρες.

Ο Φοίβος ξεκίνησε ν’ ανησυχεί όταν κατάλαβε ότι όσο πιο βαθιά κατέβαιναν στο σπήλαιο, κι όσο πιο μέσα πήγαιναν, δεν επικρατούσε ησυχία, όπως θα περίμενε κάποιος.

Αρχικά ήταν ένα μακρινό βούισμα, σαν να πλησίαζαν σε κυψέλη. Μερικά λεπτά μετά πίστεψε ότι δεν ήταν έντομα, αλλά ζώα αυτά που ακούγονταν. Θυμήθηκε το σφαγείο του πατέρα του. Του πήγαιναν τα κατσικάκια για σφάξιμο. Τα έβαζαν όλα μαζί στην αυλή κι ένα ένα τα σκότωνε. Το βέλασμα τους ήταν ό,τι πιο ανατριχιαστικό για τον Φοίβο.

Κατέβηκαν κι άλλες σκάλες και κατάλαβε ότι δεν ήταν ούτε ζώα. Εκείνες οι φωνές ήταν ανθρώπινες, γιατί ανάμεσα στα ουρλιαχτά και στα κλάματα ακούγονταν λέξεις. Κι όταν έφτασαν στο κατώτερο επίπεδο άκουσε και είδε: Δεν ήταν ούτε άνθρωποι. Όχι πια. Ήταν νεκροί.

~~~~~

Η Φουέρτε κι ο Φοίβος είχαν κάνει λάθος. Δεν υπήρχε πηγάδι ούτε πηγή. Ήταν μια ολόκληρη υπόγεια λίμνη εκεί κάτω. Στους τοίχους ανάμεσα στους σταλακτίτες έκαιγαν δάδες. Εκεί κοντά έβλεπε. Η άκρη της λίμνης χανόταν στο σκοτάδι. Όμως οι οιμωγές δεν ακούγονταν απ’ το σκοτάδι.

Κοντοστάθηκε λίγο, τρομαγμένος. Η Μέγαιρα του είπε ν’ ακολουθήσει. Πήγαν σε μια εσοχή του σπηλαίου, κι όσο πλησίαζαν δυνάμωναν οι φωνές. Εκεί στάθηκαν πάνω απ’ τον Άδη.

Ήταν μια καταβόθρα. Έμοιαζε να μην έχει πάτο. Η Μέγαιρα φόρεσε ένα στεφάνι ελιάς κι έδεσε ένα κόκκινο πανί στη μέση. Ήταν μυημένη στα Καβείρια Μυστήρια, πιστοί των παλιών Μεγάλων Δαιμόνων, των Καβείρων. Και μέσα στην καταβόθρα ήταν παγιδευμένες οι δαιμονικές και σαρκοφάγες ψυχές των νεκυοδαιμόνων, των νεκροζώντανων.

Ο Φοίβος ένιωσε ότι είχε μπλέξει σε καταστάσεις που ήταν πολύ πιο πάνω απ’ τις δυνάμεις του. Πώς θα μπορούσε να διαχειριστεί κάτι τέτοιο; Το ξεπέρασε και χαμογέλασε, σαν θυμήθηκε το νόημα του νήματος της ζωής.

Η Μέγαιρα έβγαλε μια πλάκα από κερί. Την πέρασε πάνω απ’ τη φωτιά της δάδας που κρατούσε, μέχρι που μαλάκωσε.

«Κράτα!» είπε στο Φοίβο, του έδωσε τη φωτιά και ξεκίνησε να πλάθει το κερί, ενώ τραγουδούσε λόγια δαιμονοφόρα.

Είχε κλειστά τα μάτια κι έπλαθε. Καθώς μιλούσε τα βογγητά κι οι κραυγές απ’ την καταβόθρα δυνάμωναν, σαν να πλησίαζαν οι νεκροί. Και το χειρότερο ήταν ότι πραγματικά πλησίαζαν. Μπορούσε πλέον να δει κίνηση μέσα στο νερό, κάτι σαν σκοτεινές σκιές που καίγονταν σε ρευστή μάζα.

Η Καβειρίτισσα  συνέχισε να πλάθει και να ψέλνει. Έφτιαξε ένα ανθρώπινο ομοίωμα. Δεν είχε χαρακτηριστικά, αλλά ήταν σίγουρα άνθρωπος: Κεφάλι, χέρι, πόδια.

Πήρε ένα καρφί απ’ τον τοίχο κι ενώ υμνωδούσε χάραξε κάτι στην κοιλιά του ομοιώματος. Ο Φοίβος είδε τι είχε γράψει: Άβαρις

Έμπηξε το καρφί στο κεφάλι του ομοιώματος και φώναξε στο Φοίβο να το κάψει με τη φωτιά. Το έκανε, καίγοντας μαζί και το χέρι της. Η Μέγαιρα φώναξε κάτι που δεν ήταν λέξη ανθρώπου, δεν την είχαν χρησιμοποιήσει άνθρωποι για πολλά χρόνια κι αιώνες, έσκυψε και βούτηξε το ομοίωμα, μαζί με το τσουρουφλισμένο χέρι της στο νερό της καταβόθρας.

Βγήκαν καπνοί και μέσα απ’ το νερό υψώθηκαν τρεις μορφές που θα έκαναν τον Φοίβο να χάσει τον ύπνο για πολύ καιρό.

Ήταν άνθρωποι, αλλά ήταν νεκροί. Είχαν λιώσει τα σώματα τους κι είχαν ξαναγίνει, αλλά όχι έτσι όπως θα έπρεπε. Κι οι τρεις είχαν σημάδια απ’ το βίαιο θάνατο πάνω τους. Ήταν νεκροί, αλλά ζούσαν. Κι ήταν έτοιμοι να βγουν έξω, όταν η Μέγαιρα τράβηξε το ομοίωμα απ’ το νερό.

«Αυτό θα το αφήσεις κάτω απ’ το στρώμα του», είπε στο Φοίβο. «Και καλύτερα να μην κοιμηθείς μαζί του εκείνη τη νύχτα. Αν θες να δεις το φως της επόμενης μέρας.»

Ο Φοίβος έκανε να πάρει την κέρινη κούκλα.

«Όχι ακόμα», είπε η Καβειρίτισσα. «Πρέπει να τη βαφτίσουμε τρεις φορές.»

Ξεκίνησε να ψέλνει πάλι. Πήρε ένα δεύτερο καρφί και το έχωσε στο στομάχι, το κέντρο της ψυχής. Έκανε το ίδιο τελετουργικό. Οι νεκυοδαίμονες πετάχτηκαν πάλι έξω κι αυτή τη φορά ήταν καλύτερα σχηματισμένοι. Τελευταία στιγμή τράβηξε την κούκλα και τους ξανάβαλε μέσα.

Ξεκίνησε να ψέλνει για τρίτη φορά κι έχωσε ένα καρφί ανάμεσα στα πόδια της κούκλας. Καθώς έσκυβε πάνω απ’ το νερό ο Φοίβος κατάφερε να συγκεντρωθεί πάλι στην αποστολή του. Ο αέρας είχε φυσήξει τη σκόνη. Κάθε κόκκος ήταν στη θέση του.

Μόλις η Μέγαιρα γονάτισε για να βυθίσει την κούκλα ο Φοίβος μάζεψε όλη του τη δύναμη κι όλο το κουράγιο και την χτύπησε με τη δάδα στο πίσω μέρος του κρανίου. Ακούστηκε κόκαλο να σπάει, αλλά αυτό δεν θα έφτανε να πεθάνει η Καβειρίτισσα. Μόνο να πνιγεί μπορούσε. Ο Φοίβος την κλώτσησε να πέσει στην καταβόθρα.

Το νερό έμοιαζε να βράζει. Μεγάλη αναταραχή. Ο Φοίβος δεν πρόλαβε ν’ απομακρυνθεί αρκετά. Η Μέγαιρα πετάχτηκε από εκεί μέσα. Αλλά δεν ήταν όπως πριν. Είχε καεί ολόκληρη, το δέρμα της είχε ξεκολλήσει. Το πιο έντονο στοιχείο ήταν ότι φοβόταν. Φαινόταν στα μάτια της. Πήγε να βγει. Ο Φοίβος έκανε μια τελευταία προσπάθεια και τη χτύπησε στο κούτελο ανάμεσα στα μάτια. Η Καβειρίτισσα τον κοίταξε με απεριόριστο μίσος καθώς έφευγε προς τα πίσω πάλι, μέσα στο νερό. Οι τρεις νεκυοδαίμονες την άρπαξαν και την πήραν κάτω, μέχρι που να πνιγεί και να γίνει μία από εκείνους. Μια καταραμένη νεκροζώντανη, που δεν μπορούσε να ξεχάσει τη ζωή, αλλά δεν μπορούσε και να ζήσει.

13

Ο Φοίβος κοίταξε κι άκουσε. Δεν ακούγονταν πλέον οιμωγές. Δεν πίστεψε αυτό που είχε κάνει. Μόλις είχε σκοτώσει την πιο δυνατή γυναίκα στην Πελοπόννησο. Κι ήταν μυημένη στα μυστήρια των παλιών δαιμόνων, αυτών που υπήρχαν πριν τους θεούς. Έτσι έλεγαν οι Καβείριοι. Πρώτα υπήρξαν οι δαίμονες, μαζί με το φόβο του ανθρώπου. Κι ύστερα γεννήθηκαν οι θεοί, μαζί με την ελπίδα.

Οι Άλφα δεν είχαν ακούσει τίποτα, αυτό ήταν σίγουρο. Αλλιώς θα ήταν ήδη νεκρός, χωρίς να καταλάβει τι τον χτύπησε. Το σπήλαιο ήταν πολύ βαθύ κι άλλωστε συχνά ακούγονταν από εκεί κάτω φωνές διόλου χαρούμενες.

Το μεγάλο πρόβλημα ήταν πώς θα έφευγε. Ν’ ανέβει απ’ τις σκάλες πιστεύοντας ότι θα καταφέρει να βγει χωρίς να τον αντιληφθούν οι Άλφα ή ότι θα νικούσε τους εκπαιδευμένους δολοφόνους, αυτό ήταν χιμαιρικό.

Ακούμπησε πίσω απογοητευμένος. Είχε κερδίσει κι είχε χάσει. Δεν μπορούσε να φύγει. Θα πέθαινε χωρίς να κάνει έρωτα με τη Φουέρτε. Τι κρίμα!

Έκατσε κάτω. Θυμήθηκε τα λόγια της δασκάλας του: Το νερό είναι το πιο ισχυρό στοιχείο. Εκείνος δεν ήταν νερό, γιατί το νερό πάντα υποχωρεί και πάντα νικάει. Δεν μπορούσε να υποχωρήσει.

Ξάπλωσε πίσω. Θα έμενε εκεί μέσα να πεθάνει. Έκλεισε τα μάτια και περίμενε τους Άλφα.

~~

Πάντα υποχωρεί και πάντα νικάει. Θυμήθηκε ένα βράχο στην παραλία όπου πηγαίνανε για ψάρεμα. Το κύμα τον είχε σκάψει στη βάση. Ο μικρός Φοίβος είχε εντυπωσιαστεί τότε. Αντί ν’ ασχολείται με τα ψάρια παρατηρούσε το βράχο. Ήταν τόσο σκληρός. Το νερό που τον χτυπούσε γινόταν σταγονίδια, διαλυόταν σχηματίζοντας ουράνια τόξα. Πάντα υποχωρεί και πάντα περνάει.

Ο Φοίβος άνοιξε τα μάτια. «Και πάντα περνάει!»

~~~

Πετάχτηκε πάνω και πήγε προς τα πίσω, στην υπόγεια λίμνη. Δεν ήταν βέβαιος ότι θα τα κατάφερνε, αλλά θα προσπαθούσε. Μετρούσε κι ο χρόνος εναντίον του. Κάποια στιγμή κάποιος απ’ τους φύλακες θα έψαχνε την Αφέντρα του.

Μάζεψε όλες τις δάδες απ’ τα τοιχώματα τρέχοντας. Τις έσβησε όλες εκτός από μία, που τη χρειαζόταν για να βλέπει. Έσκισε το πέπλο του σε λωρίδες κι έδεσε τις δάδες. Τις πέταξε στο νερό. Πήδηξε κι αυτός μέσα και κρατήθηκε επάνω τους. Δεν έγινε τίποτα. Ήταν εκεί να επιπλέει, ακίνητος. Δεν ήταν υπόγειος ποταμός, δεν είχε ρεύμα. Αλλά το νερό πάντα βρίσκει διέξοδο. Αφέθηκε χωρίς να κάνει καμιά κίνηση. Μετά από λίγο κατάλαβε ότι προχωρούσε. Πολύ αργά, έτσι όπως κινείται η σκιά στο ρολόι. Σχεδόν καθόλου, αλλά προχωρούσε προς τα εντόσθια της σπηλιάς.

Αφέθηκε. Αφέθηκε να τον παρασύρει το πιο ισχυρό στοιχείο.

~~~~

Ήταν ξημερώματα όταν ακούστηκαν τα κύμβαλα του πολέμου απ’ το ναό. Όλοι βγήκαν να μάθουν τι έγινε, μαζί κι η Φουέρτε. Σύντομα μαθεύτηκε, κι είναι αλήθεια ότι κανείς δεν έκλαψε, ούτε λυπήθηκε: Η Μέγαιρα είχε χαθεί.

Οι φωνές έλεγαν ότι η τελευταία που μπήκε μέσα ήταν μια μικρή άσχημη κοπέλα, μια ξένη. Αυτή την είχε σκοτώσει; Και τι έγινε μετά;

Η Φουέρτε λυπήθηκε πολύ. Όχι μόνο για τον ηρωικό θάνατο του Φοίβου, αλλά που τον έλεγαν όλοι άσχημο. Δεν ήταν. Ήταν πραγματικά όμορφος, ο πιο όμορφος άντρας που είχε γνωρίσει, αφού είχε τολμήσει να κάνει κάτι τόσο δύσκολο.

Μπήκε μέσα για να ετοιμαστεί. Θα θρηνούσε για σαράντα μέρες, σαν να ‘χε χάσει άντρα ή παιδί. Πριν προλάβει να ξεβάψει το πρόσωπο της ακούστηκε χτύπημα στην πόρτα. Πήγε αργά ν’ ανοίξει.

«Η λίμνη της σπηλιάς βγάζει στη θάλασσα.»
Ήταν ο Φοίβος, βρεγμένος και σχεδόν γυμνός. Αλλά έλαμπε σαν τον Απόλλωνα.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ