Ο ερχομός του όγδοου βασιλιά (3. Η θυσία)

0
361

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι 116584488_3738111962869823_814169778487863995_o-copy.jpg

Το πρώτο μέρος εδώ “Η προειδοποίηση” https://sanejoker.info/2020/09/eight-kings-1.html

“Οκτάνα θα πη παν ό,τι μάχεται τον θάνατον και την ζωήν παντού και πάντοτε διαφεντεύει.”
Αντρέας Εμπειρίκος, Όχι Μπραζίλια, μα Οκτάνα

~~~~~~~{7}~~~~~~~

Ο Τηλέμαχος είχε μείνει στο δωμάτιο της γιαγιάς του πολλές ώρες.

Κάθε τόσο η Νέλλη πήγαινε και κοιτούσε. Η γιαγιά ξαπλωμένη και σκεπασμένη ως το λαιμό να μιλάει, ένα κεφάλι που μιλούσε. Ο εγγονός ν’ ακούει προσεχτικά, σαν να έβλεπε τον καινούριο κύκλο του Casa de papel.

Έμεινε κι η Νέλλη απέξω να κρυφακούει. Οι γονείς έχουν αυτό το δικαίωμα.

Η μητέρα μου είπε στον Τηλέμαχο για τη Ματιά.

“Αυτός έχει τη Ματιά”, έτσι έλεγαν. Ήταν χάρισμα και κατάρα για όσους την είχαν. Πιο συχνά το έπαιρναν τα κορίτσια της οικογένειας, κάποιες φορές περνούσε και στα αγόρια, ειδικά όταν ήταν μοναχοπαίδι.

Όσοι είχαν τη Ματιά μπορούσαν να βλέπουν μέσα απ’ την κρούστα που διαχωρίζει τον πραγματικό κόσμο απ’ τους άλλους, εξίσου πραγματικούς, αλλά ανέγγιχτους συνήθως για μας.

Οι πιο χαρισματικοί μπορούσαν και να ελέγχουν τις τρύπες στην κρούστα, τα Περάσματα.

“Γιατί την απέκτησα τώρα;” ρώτησε ο Τηλέμαχος.

Η Νέλλη μου είπε ότι ξανά η φωνή του ακούστηκε σαν να ήταν κάποιου μεγάλου. Όχι σε ηλικία μόνο. Δεν ήταν ο τόνος, αλλά η σοβαρότητα των προθέσεων. Όπως ο δωδεκάχρονος Ιησούς στη Συναγωγή, που τον άκουγαν οι ραβίνοι.

“Υπάρχει πάντα”, του είπε η γιαγιά. “Όλοι την έχουν τη Ματιά όταν γεννιούνται. Αλλά καθώς μεγαλώνουν τη χάνουν. Αυτοί που συνεχίζουν να την έχουν είναι οι παράξενοι.”

Συνέχισε λέγοντας ότι στη διατήρηση της Ματιάς βοηθάει κι η οικογένεια. Του Λάμπη, του γείτονα, η οικογένεια δεν βοήθησε. Από παιδί τον πίεζαν να γίνει κανονικός, σαν να προσπαθείς να μάθεις σ’ έναν αριστερόχειρα να γράφει με το δεξί. Τι θα γίνει; Θα κάνει χάλια γράμματα και με τα δύο.

Έτσι κι ο Λάμπης. Δεν έγινε αστροφυσικός, όπως ήθελε από παιδί, αλλά ούτε κι έμπορος όπως ήθελαν οι γονείς του. Έμεινε ο αλαφροΐσκιωτος του χωριού, ν’ ανεβοκατεβαίνει με το μηχανάκι για να παρατηρήσει τ’ άστρα.

Αλλά σ’ εκείνους που είχαν πιο ισχυρή τη Ματιά αυτή εκδηλωνόταν κραυγαλέα στην εφηβεία.

“Στα κορίτσια αρχίζει με την περίοδο”, είπε η γιαγιά. “Τ’ αγόρια είναι καθυστερημένα. Κάνα δυο χρόνια μετά.”

Μάλλον για τ’ αγόρια συνέπιπτε με τα πορνοπεριοδικά ή το ponrhub -και το καθημερινό κλείδωμα στην τουαλέτα.

“Μπορώ να μάθω να το χειρίζομαι;” είπε ο Τηλέμαχος, που είχε διαβάσει όλα τα βιβλία της Ρόουλινγκ.
“Θα σου πω εγώ κάποια πράγματα, όσα προλάβω”, είπε η γιαγιά του.
Και του είπε πολλά.

~~

Η Νέλλη τους άφησε για να πάει τουαλέτα. Το σπίτι ήταν παλιό. Όταν χτίστηκε όλοι έκαναν την ανάγκη τους στο ρέμα. Ίσως γι’ αυτό του είχε μείνει η συνήθεια του πατέρα μου. Μόλις επί Χούντας δόθηκαν λεφτά για να χτιστούν τουαλέτες.

Δικαίωμα επιλογής: Ελευθερία ή χέστρα;
Οι περισσότεροι προτίμησαν τη χέστρα. Κάποιοι πήγαν εξορία.

Έτσι η τουαλέτα του σπιτιού ήταν ένα ξέχωρο δωμάτιο, ενωμένο με το υπόλοιπο μ’ ένα μικρό σκεπαστό -για να πηγαίνεις και να γυρνάς στεγνός τις μέρες που έβρεχε.

Η Νέλλη έκατσε, ενώ σκεφτόταν πόσο περίεργα είχαν γίνει όλα. Άκουγε απέξω τον πατέρα μου να τραγουδάει Καζαντζίδη. Κι ήταν φάλτσος. Προσπάθησε να τον βγάλει απ’ το μυαλό της.

“Θεέ μου, τη δεύτερη φορά…”, τραγουδούσε ο πατέρας.
“Ω, θεέ μου”, είπε η Νέλλη, “σταμάτησε τον.”
“Που θα ‘ρθω για να ζή—-“

Η ευχή της είχε εισακουστεί. Ο πατέρας μου σταμάτησε να τραγουδάει. Αλλά όταν διακόπηκε, τόσο απότομα, το τραγούδι του, είχε ακουστεί και κάτι σαν χτύπος, ένας γδούπος, και ξεφύσημα.

Μετά η Νέλλη άκουσε ψιθύρους, πόδια να περπατούν το ίδιο ψιθυριστά. Ήταν ακριβώς έξω απ’ την τουαλέτα, στην αυλή. Ήταν πολλοί.

Η Νέλλη σκέφτηκε το όπλο. Το είχε αφήσει στο σπίτι.

~~~

Είδα το όραμα του Τηλέμαχου να πολεμάει μ’ ένα λιοντάρι. Για τα κορίτσια η παρθενία είχε να κάνει με τη διάρρηξη του υμένα. Για τ’ αγόρια ήταν η δοκιμασία μύησης. Στον Αμαζόνιο τα αγόρια κυνηγούσαν καϊμάν. Στην Αφρική λιοντάρια.

“Ο γιος μου είναι ο παρθένος της θυσίας;” ρώτησα τον Παπά για να του δώσω την ευκαιρία να φλυαρήσει.
“Δεν έχει παιδιά στο χωριό”, είπε εκείνος. “Περίμενε.”
Μίλησε στο τηλέφωνο του: “Σίρι, κλείνω.”
Μετά πάλι σε μένα. “Γι’ αυτό η Άνδρη σου έστειλε το μήνυμα. Ξέραμε πώς θα αντιδράσεις. Έκανες ακριβώς ό,τι περιμέναμε.”
“Η Άνδρη είναι στην αίρεση;” του είπα.

Τον τσάντισα. Το ήξερα. Κανείς δεν θέλει ν’ ακούει ότι η πίστη του είναι αίρεση. Έφερε το πρόσωπο του δέκα εκατοστά απ’ το δικό μου. Μ’ έπιασε απ’ τον γιακά και φώναξε:
“ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΙΡΕΣ—ΑΑΑΑΑΑ.”

Όχι, δεν είχε χάσει τα λόγια του.

Ήξερα ότι δεν μπορούσα να τον νικήσω σε τίμια μάχη, ήταν πολύ δυνατός. Αλλά στον πόλεμο, όπως λέει ο Μακιαβέλι, πρέπει μόνο να νικήσεις, δεν χρειάζεται να το κάνεις τίμια.

Όχι, δεν είχε χάσει τα λόγια του. Είχε χάσει τη μύτη του.

Έτσι όπως έσκυψε πιο κοντά να μου φωνάξει πετάχτηκα και του δάγκωσα τη μύτη μ’ όλη τη δύναμη των σαγονιών μου. Δεν ήθελα να τον τρομάξω ή να τον τραυματίσω. Κινδύνευε ο γιος μου. Στο διάολο οι τίμιες μάχες. Ήθελα να τον σκοτώσω. Τον δάγκωσα για να του κόψω τη μύτη.

Νομίζω ότι αυτή είναι η φορά που ένιωσα πιο πολύ από ποτέ ζώο. Δεν θυμάμαι γεύση ή πώς κάνει το κόκκαλο όταν σπάει, η σάρκα όταν κόβεται. Δεν θυμάμαι να τη φτύνω. Μπορεί και να την κατάπια. Θυμάμαι μόνο τα αίματα παντού. Και τον Παπά να βάζει τα χέρια του εκεί όπου κάποτε είχε μια μύτη. Την είχα κόψει απ’ τη ρίζα. Με τα δόντια μου.

Έκανε πίσω δυο βήματα και σκόνταψε στο ΒΙΒΛΙΟ που ήταν στο πάτωμα. Έπεσε πίσω κι εγώ τον καβάλησα. Τον χτύπησα δυο φορές με τη γροθιά μου. Πόνεσα. Έπιασα την Αγία Γραφή, τη σήκωσα με κόπο και του την έφερα στο κεφάλι. Τον χτύπησα με τον Λόγο του Θεού ξανά και ξανά. Μέχρι που σταμάτησε να ουρλιάζει. Μέχρι που σταμάτησε ν’ αναπνέει. Μέχρι που σταμάτησε να κάνει οτιδήποτε. Πέταξα τη Βίβλο στο πλάι.

Σηκώθηκα και βρήκα το κινητό μου. Πήρα τηλέφωνο τον πατέρα μου. Δεν απάντησε, γιατί τον είχαν ρίξει αναίσθητο οι φονιάδες.

~~~~

Η Νέλλη δεν τράβηξε καζανάκι. Ανέβασε το παντελόνι της. Άνοιξε ελάχιστα την πόρτα και πήγε μπουσουλώντας στο σπίτι. Προσπαθούσε να θυμηθεί πού είχε αφήσει το όπλο.

Πίσω της άκουσε περισσότερες φωνές. Είχαν πιάσει το χερούλι της πίσω πόρτας, έκανε το γνωστό τρίξιμο. Αλλά δεν θυμόταν που είχε αφήσει το…

“Μαμά”, είπε ο Τηλέμαχος απ’ το δωμάτιο. “Είναι πάνω στην τηλεόραση.”

Η Νέλλη δεν αναρωτήθηκε πώς ήξερε τι σκεφτόταν. Δεν είχε καιρό. Σηκώθηκε, έτρεξε κι έπιασε το περίστροφο. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή άνοιξε η πίσω πόρτα.

Σημάδεψε και πυροβόλησε στο σώμα ενός άντρα, έτσι όπως της είχαν πει. Το όπλο δεν κλώτσησε πολύ. Πιο δυνατός ήταν ο θόρυβος.

Ο πρώτος έπεσε, χτυπημένος στην καρδιά. Ο άλλος πίσω του, που φάνηκε μετά την πτώση, κοιτούσε με απορία, σαν να σκεφτόταν: “Τι έγινε; Μας πυροβολούν; Εδώ δεν είναι το πάρτι;”
Τον πυροβόλησε. Τον πέτυχε κι εκείνον. Λίγο πιο χαμηλά, στην κοιλιά. Σωριάστηκε βογκώντας.

Στα δεξιά της είδε άλλον έναν. Είχε μπει απ’ την κεντρική πόρτα. Δεν τον πρόλαβε. Γύρισε και πυροβόλησε, αλλά εκείνος πετάχτηκε και της χτύπησε το χέρι. Η σφαίρα έφυγε στο μπουρί της σόμπας.

Η Νέλλη ήταν καλλιτέχνης. Δεν ήξερε τίποτα από πολεμικές τέχνες. Πήγε ν’ αντισταθεί, αλλά ο αγροίκος της έδωσε ντιρέκτ στο κεφάλι. Η Νέλλη έπεσε πίσω βλέποντας τον Πάπα Ιννοκέντιο του Μπέικον να ουρλιάζει.

~~~~~

Δεκαπέντε λεπτά πριν η Νέλλη πέσει λιπόθυμη, εγώ βγήκα τρέχοντας απ’ το σπίτι του Ροδίτη -κι είχα μόλις σκοτώσει έναν άνθρωπο. Δεν μ’ ένοιαζε αυτός. Είχα καταλάβει ότι κάτι κακό συνέβαινε στην οικογένεια μου.

Έπρεπε να βρω έναν τρόπο να γυρίσω στη Θάλαττα γρήγορα. Μπήκα στο αυτοκίνητο του Παπά κι έψαξα για κλειδιά. Δεν τα είχε αφήσει πίσω απ’ τα σκίαστρα, όπως κάνουν στις ταινίες για να διευκολύνουν τον ήρωα. Και σίγουρα ο ήρωας δεν ήξερε να βάζει μπρος τ’ αμάξι ενώνοντας τα καλώδια. Πιο πιθανόν ήταν να το ανατινάξω.

Έφυγα τρέχοντας την κατηφόρα. Θα έφτανα σε μια ώρα έτσι, αν δεν ανατινάζονταν τα πνευμόνια μου πρώτα.

Στη δεύτερη στροφή απ’ τον Άι Γιώργη, είδα ν’ ανεβαίνει ένα μηχανάκι. Μπήκα στη μέση. Ήταν ο Λάμπης.

“Τι κάνεις εδώ;” με ρώτησε.
“Πρέπει να κατέβω στο χωριό”, του είπα λαχανιασμένος.
“Πάμε πρώτα να δούμε τη σύζευξη. Συμβαίνει κάθε δυο χιλιάδες χρόνια.”
“Ωραία μέρα για θυσία”, του είπα.
“Τι πράγμα;”
“Λάμπη, κοίτα! Ο κομήτης του Χάλεϊ!” κι έδειξα πίσω και πάνω απ’ το κεφάλι του.
“Τι; Δεν μπορεί. Θα περάσει πάλι σε–“

Του έδωσα μια σπρωξιά για να τον ρίξω κάτω κι άρπαξα το τιμόνι. Εκείνος έπεσε στο δρόμο. Γύρισα το μηχανάκι προς την κατηφόρα, ανέβηκα, έχασα την ισορροπία μου για λίγο. Αλλά τα κατάφερα.

Κι έφυγα όσο πιο γρήγορα γινόταν για τη Θάλαττα.

~~~~~~

Ο Τηλέμαχος άνοιξε την πόρτα και είδε. Δυο άντρες αιμόφυρτοι στην τουαλέτα. Η μάνα του κάτω. Κι άλλοι δύο άντρες να πηγαίνουν κατά πάνω του.
“Έλα μικρέ”, του είπε ένας απ’ αυτούς. “Να δούμε από τι είσαι φτιαγμένος.” Και γέλασε.

Ο Τηλέμαχος έκανε πίσω κι έκλεισε την πόρτα πίσω του. Η καρδιά του βαρούσε. Ήταν στο δωμάτιο της γιαγιάς. Κι η πόρτα ήταν μισή ξύλο, μισή τζάμι. Δεν υπήρχε καμία ασφάλεια. Ούτε χρόνος.

Κοίταξε τη γιαγιά του. Εκείνη του έδειξε με τον κεφάλι τον τοίχο πίσω του. Ο Τηλέμαχος χαμογέλασε πριν να κοιτάξει. Ήξερε τι υπήρχε εκεί πίσω, ήξερε τι θα γινόταν.

~~~~~~~

Κατέβαινα το δρόμο όσο πιο γρήγορα μπορούσα. Δεν είχα δίπλωμα μηχανής, αλλά ήξερα παπάκι και ποδήλατο. Η λειτουργία είναι ίδια.

Έπρεπε να προλάβω. Δεν πατούσα φρένο, έμπαινα στις στροφές σαν να ήμουν επαγγελματίας μοτοσικλετιστής, σχεδόν ακουμπούσα το γόνατο μου κάτω.

Δεν σκεφτόμουν τι έκανα. Είχα μπει σε Ροή. Ήταν όπως όταν έγραφα μια ιστορία. Δεν ήμουν εκεί, αλλά έλεγχα τα πάντα.

~~~~~~~~

Στον τοίχο ήταν κρεμασμένα τα ενθύμια του προπάππου μου, του λοχαγού Κοψαρχίδη (δες Το μετάλλιο του λοχαγού Κοψαρχίδη https://sanejoker.info/2018/01/kopsarchidis.html )

Το μετάλλιο απ’ τη Μικρασιατική Εκστρατεία, η επιστολή απ’ τον βασιλιά (τον έκτο;) και το σπαθί του αξιωματικού.

Ο Τηλέμαχος το έβγαλε απ’ το θηκάρι. Ήταν αστραφτερό και κοφτερό, όπως θα έπρεπε. Ακριβώς εκείνη τη στιγμή άνοιξε η πόρτα και μπήκε ένας άντρας. Είδε τη γιαγιά στο κρεβάτι, να χαμογελάει. Μετά κοίταξε αριστερά.

Τον πρώτο τον χτύπησε με την Επίθεση του Αϊτού: Από ψηλά, ευθεία στο μέτωπο. Ο αγροίκος έπεσε σαν δέντρο που το χτυπάει κεραυνός.

Ο δεύτερος μπήκε και σήκωσε την καραμπίνα. Όμως ο Τηλέμαχος είχε περάσει ατελείωτες ώρες στο youtube μελετώντας μεσαιωνικές τεχνικές ξιφομαχίας. Κι ήταν και σαράντα χρόνια νεότερος.

Τράβηξε το ξίφος απ’ το κρανίο του νεκρού κι έκανε μια πλήρη περιστροφή γονατίζοντας. Πέτυχε τον δεύτερο άντρα κάτω απ’ τις μασχάλες, στο συκώτι, και τον έκοψε μέχρι τη σπονδυλική στήλη.

Ο δεύτερος άντρας έμεινε να κοιτάζει το παράθυρο και να σκέφτεται ότι χρωστούσε δέκα χιλιάρικα στην εφορία. Σχεδόν χάρηκε που πέθαινε. Έπεσε στα γόνατα, ο Τηλέμαχος τράβηξε το σπαθί, ο άντρας σωριάστηκε. Χωρίς εφορία πια.

Ο Τηλέμαχος με το σπαθί στο χέρι έπιασε να σηκώσει τη γιαγιά του. Τη βοήθησε να περάσει πάνω απ’ τους σφαγμένους. Μπήκαν στο καθιστικό. Η Νέλλη ήταν ακόμα λιπόθυμη, με το περίστροφο δίπλα της.

Τότε ακούστηκε κι άλλος να ‘ρχεται απέξω. Ο Τηλέμαχος σήκωσε το όπλο και σημάδεψε. Μετά από μερικές χιλιάδες ώρες στο GTA, θα μπορούσε να πετύχει το μάτι του αντιπάλου, την κόρη του ματιού του.

Ευτυχώς ήταν καλά εκπαιδευμένος απ’ τα παιχνίδια, ήταν ψύχραιμος. Γιατί αυτός που μπήκε στο σπίτι, αυτός που θα τον πετύχαινε στο μάτι, ήμουν εγώ.

~~~~~~~~{8}~~~~~~~~

Θυμόμουν το σπίτι του χωριού ως το μέρος των γιορτών. Πηγαίναμε εκεί Χριστούγεννα, Πάσχα και καλοκαίρι. Όταν μύριζα γλυκάνισο και ούζο ανακαλούσα αυτόματα, σαν τον Προυστ, τις νηστείες με τη γιαγιά και τα ουζοκούλουρα που έφτιαχνε, κάτι άσπρα φουσκωτά. Το μαχλέπι ήταν Πάσχα στο χωριό. Και το καλοκαίρι μύριζε γεμιστά.

Μετά από εκείνη τη μέρα θα θυμόμουν το σπίτι στο χωριό όποτε μύριζα αίμα.

Το φρέσκο αίμα, όταν είναι σε μεγάλη ποσότητα, έχει την πιο απωθητική μυρωδιά. Χειρότερο κι από περιττώματα. Κι έχει λογική εξήγηση. Όταν ένα ζώο μυρίζει αίμα καταλαβαίνει ότι σφάζουν. Και προσπαθεί να φύγει.

Αλλά εγώ δεν μπορούσα να φύγω.

~~

Σαν άνοιξα την πόρτα είδα τον Τηλέμαχο να με σημαδεύει. Ευχήθηκα να είχε ξεπεράσει το Οιδιπόδειο, γιατί θα του ήταν πολύ εύκολο να πραγματοποιήσει το πρώτο μισό της τραγωδίας. Ευτυχώς κατέβασε το όπλο.

Μετά είδα την Νέλλη κάτω πεσμένη. Ο Τηλέμαχος στεκόταν από πάνω της σαν προστάτης, χαμογελώντας -το δεύτερο μέρος της τραγωδίας. Ήταν ο ήρωας της ημέρας, είχε περάσει την τελετή μύησης. Στο ένα χέρι κρατούσε σπαθί ματωμένο, στο άλλο περίστροφο. Πολύ καλύτερα από βιντεοπαιχνίδι. Η μάνα μου είχε ακουμπήσει στο μπράτσο του καναπέ.

Απέναντι, στην πόρτα που πήγαινε τουαλέτα, δυο άντρες σωριασμένοι. Ο ένας, ο από πάνω κινιόταν. Αλλά εκεί δεν είχε τόσο πολύ αίμα.

Αγκάλιασα τον Τηλέμαχο, χάιδεψα τη Νέλλη. Ήταν καλά, άνοιξε τα μάτια κι είπε αμέσως: “Το παιδί!”
Τον είδε όρθιο και θριαμβευτή. Ησύχασε.

Εμένα μου είχε τραβήξει το ενδιαφέρον μια λιμνούλα από ένα καφέ υγρό που έβγαινε κάτω απ’ την πόρτα της κρεβατοκάμαρας. Βρωμούσε, αλλά δεν έτρεξα να φύγω. Έκανα το λάθος να κοιτάξω.

Σαν είδα μέσα σκέφτηκα τον πίνακα του Φράνσις Μπέικον, με τον Πάπα Ιννοκέντιο ανάμεσα σε δυο κομμάτια κρέας. Αλλά δεν ήταν ζωγραφική. Ούτε Πάπας υπήρχε. Μόνο δυο άνθρωποι κομμένοι στη μέση. Μόλις συνειδητοποίησα τι έβλεπα ξεκίνησα να ξερνάω. Έκανα πίσω κι έκλεισα την πόρτα.

Εμφανίστηκε ο πατέρας μου, ακόμα ζαλισμένος. Η Νέλλη του είπε να πάρει την αστυνομία.

“Θα έχουν ειδοποιήσει οι γειτόνισσες”, είπε εκείνος.
“Πάμε έξω”, είπε η Νέλλη. “Δεν αντέχω τη μυρωδιά άλλο.”

Βοήθησα τη μητέρα μου να περπατήσει, ο Τηλέμαχος τη δική του. Ο πατέρας ήρθε πίσω. Μοιάζαμε σαν να είχαμε μόλις βγει απ’ τη Μάχη του Μαραθώνα.

“Δεν έχει τελειώσει”, είπε η μάνα μου.

~~~

Πήγαμε και κάτσαμε κάτω απ’ τη μουριά. Οι γονείς μου στις πλαστικές καρέκλες. Η Νέλλη κι ο Τηλέμαχος όρθιοι. Εγώ έκατσα στο πεζούλι. Κανείς δεν είχε διάθεση να μιλήσει. Τι να πούμε; Μπράβο, καλή δουλειά, Τηλέμαχε; Αυτά τα λένε στις ταινίες. Όταν ζεις κάτι τόσο τρομακτικό και έντονο δυσκολεύεσαι ν’ αναπνεύσεις, πόσο μάλλον να πεις και κάτι έξυπνο.

Τους κοίταξα και κατάλαβα ότι όλοι σκέφτονταν το ίδιο: “Ήταν αληθινό αυτό που έζησα; Θα ξυπνήσω σε λίγο;”

Όλοι; Όχι. Η μητέρα μου είχε το χαμένο της βλέμμα, αλλά για πρώτη φορά ταίριαζε περισσότερο στο περιβάλλον και στις καταστάσεις. Και χαμογελούσε. Θυμήθηκα τη φράση ενός Γάλλου ποιητή, νομίζω είναι ο Απολλιναίρ: “Χαμογελάς όταν αντικρίζεις το πεπρωμένο.”

~~~~

“Τι έγινε εκεί μέσα;” ρώτησε ο πατέρας μου.
“Σκότωσα δύο”, είπε με καμάρι ο Τηλέμαχος.
“Κι εγώ άλλους δύο”, έκανε η Νέλλη, καθόλου χαρούμενη γι’ αυτό.
“Έναν”, της είπα. “Ο άλλος ζει ακόμα. Ζούσε όταν μπήκα.”
“Αλήθεια; Πρέπει να τον βοηθήσουμε. Πού έχετε το φαρμακείο;” ρώτησε τον πατέρα μου.

Εκείνος της είπε ότι θα της έδειχνε. Την έπιασα απ’ το χέρι.
“Μήπως να περιμένουμε τους νοσοκόμους;”
“Κάθε λεπτό μετράει”, έκανε η Νέλλη κι έφυγε προς τα μέσα με τον πατέρα μου.
Είχε κάνει μαθήματα πρώτων βοηθειών πριν μερικά χρόνια και το είχε πάρει πολύ σοβαρά, όπως όλα.

“Να πάω μαζί της;” ρώτησε ο Τηλέμαχος.
“Εσύ κάτσε εδώ. Κι άσε επιτέλους το σπαθί και τ’ όπλο. Είσαι και λίγο…”

Πήγα να του πω ότι ήταν άγαρμπος, αλλά δεν είχα δικαίωμα. Μόλις είχε κερδίσει το μετάλλιο του.

Ο Τηλέμαχος άφησε τα όπλα στο τραπέζι. Κοίταξε τα χέρια του. Ήταν μες στο αίμα ως τον αγκώνα. Η έξαψη της μάχης είχε σβήσει. Αυτό που είδε και μύρισε του έφερε αναγούλα. Πήγε στην άκρη της αυλής, για να ξεράσει στο ρέμα.

Πήγα κι εγώ, να τον βοηθήσω, αλλά μετά από λίγο ξερνούσα κι εγώ.

~~~~~

Καθώς σκούπιζα το στόμα μου με την πίσω μεριά της παλάμης μου φάνηκε ότι άκουσα αυτοκίνητο στην αυλή. Σκέφτηκα την αστυνομία. Αλλά εκείνοι χρειάζονταν τουλάχιστον μισή ώρα για να φτάσουν. Πόση ώρα είχε περάσει;

Γύρισα προς τα πίσω και τον είδα. Ή μήπως θα έπρεπε να πω ότι Το είδα. Τα μακριά μαλλιά του ήταν λυμένα και απλώνονταν παντού, σαν της Μέδουσας. Τα μούσια του ήταν καφέ, σκοτωμένο κόκκινο. Και στη θέση της μύτης υπήρχε ένα ξερό κενό.

Ήταν ο πιο τρομαχτικός παπάς που είχα δει. Πολύ χειρότερος από κλόουν.

Είπε κάτι που ακούστηκε σαν: “Η θυσία πρέπει να γίνει.”

Δεν ήρθε τρέχοντας, κι αυτό ήταν πιο τρομαχτικό. Πλησίασε βήμα βήμα, με σιγουριά. Τα μάτια του με κρατούσαν εκεί όπου ήμουν. Ο Τηλέμαχος είχε μείνει στα γόνατα να περιμένει τον τρόμο.

Η ολιγωρία μου του έδωσε τον χρόνο να φτάσει στο τραπέζι. Έπιασε το όπλο και μου έριξε. Δεν ένιωσα πόνο, μόνο ένα τράνταγμα στον ώμο, σαν να με κλωτσούσε κάποιος. Κοίταξα και είδα ότι είχα μια τρύπα. Έπεσα κάτω, αλλά συνέχιζα να βλέπω.

Ο Παπάς προχώρησε προς τον Τηλέμαχο, σημαδεύοντας τον στο κεφάλι και ψέλνοντας: “01100100 01101001 01100101 – 01100100 01101001 01100101 – 01100100 01101001 01100101.”

Η Νέλλη βγήκε έξω και τους είδε. Φώναξε το όνομα του παιδιού της. Μου ήρθε μια εικόνα. Ο Τηλέμαχος νήπιο να τρέχει να βγει στο δρόμο. Κι η Νέλλη να φωνάζει.

Ο Παπάς στάθηκε πάνω απ’ τον γιο μου, που δεν μπορούσε να είναι άλλο ήρωας. Τον σημάδεψε στο κεφάλι και είπε πάλι: “01100100 01101001 01—–“

Δεν ολοκλήρωσε τον δυαδικό ψαλμό. Το σπαθί του λοχαγού Κοψαρχίδη βγήκε απ’ το στήθος του σαν το Άλιεν. Ο Παπάς ανοιγόκλεισε το στόμα του κι έφτυσε αίμα.

Εγώ κοιτούσα από κάτω. Ο Τηλέμαχος κοιτούσε γονατιστός. Η Νέλλη κι ο πατέρας μου κοιτούσαν από μακριά. Ο Παπάς γύρισε να δει ποιος τον είχε καρφώσει.

“Στο διάολο να πας”, του είπε η αλαφροΐσκιωτη μητέρα μου και γύρισε το σπαθί.

Ο Παπάς δεν παραδόθηκε. Την έπιασε κεφαλοκλείδωμα κι έπεσαν μαζί στο ρέμα. Κατρακύλησαν είκοσι μέτρα, ένα κουβάρι γινγκ και γιανγκ, το μαύρο ράσο και το λευκό νυχτικό.

Όταν έφτασαν κάτω κανείς δεν κουνιόταν πια.

Ο Τηλέμαχος τους κοίταξε και είπε: “Αναπόδραστο.”

Η Νέλλη έτρεξε κι αγκάλιασε το παιδί μας. Μετά μου έδωσε το χέρι. Της είπα ότι ήμουν καλά -παρά την τρύπα. Ο πατέρας μου πήγε στην άκρη του ρέματος και κοιτούσε τη νεκρή γυναίκα του.

Ακούστηκε η σειρήνα. Δεν κατάλαβα αν ήταν του ασθενοφόρου ή της αστυνομίας. Ποτέ δεν μπόρεσα να τις ξεχωρίσω.

“Αναπόδραστο”, είπε ξανά ο Τηλέμαχος.
Κάπου εκεί λιποθύμησα.

~~~~~~~~~{9}~~~~~~~~~

Το νεκροταφείο της Θάλαττας είναι μικρό και όμορφο, όπως συνηθίζουν να είναι τα νεκροταφεία των χωριών. Καλύτερα να πεθαίνεις εκεί.

Δεν έχει μόνο κυπαρίσσια. Δεν ξέρω αν έφερε τους σπόρους ο άνεμος. Μπορεί κάποιοι να τα φύτεψαν τα δέντρα. Είναι κανονικός οπωρώνας. Έχει μηλιές, αχλαδιές, ροδακινιές. Αλλά και χειμωνιάτικα, καστανιές και καρυδιές. Ακόμα και μαγικά δέντρα, όπως βελανιδιές και ιτιές κλαίουσες. Είναι σαν τον Κήπο της Εδέμ. Μια παρηγοριά, για τους ζωντανούς συγγενείς.

Στην κηδεία της μητέρας μου ήρθε όλο το χωριό. Δεν είχε εχθρούς ούτε αντίζηλους. Τη θεωρούσαν άρρωστη. Αλλά το έλεγαν με νόημα.
“Ήταν άρρωστη, η καημένη”. Και εννοούσαν άρρωστη στην ψυχή, τρελή.

Καθώς τους άκουγα να λένε για την “αρρώστια” της ήθελα να τους πω ότι ήταν περισσότερο υγιής απ’ όλους μας. Γιατί εμείς ζούμε σ’ έναν άρρωστο κόσμο και κάνουμε ότι όλα είναι κανονικά. Δεν είναι. Σ’ έναν τρελό κόσμο μόνο οι τρελοί είναι λογικοί.

~~

Λίγες μέρες μετά την κηδεία, όταν γυρνούσαμε πίσω, ανταλλάξαμε πληροφορίες για όσα είχαν συμβεί. Είχαμε αλλάξει κι οι τρεις. Σίγουρα πιο πολύ ο Τηλέμαχος.

Οδηγούσα με το ένα χέρι. Το άλλο ήταν μπανταρισμένο. Η Νέλλη κοιτούσε έξω. Ο μικρός δεν είχε ανοίξει το κινητό του καθόλου.

Η αστυνομία είχε ψάξει στο σπίτι του Παπά και στην εκκλησία. Είπαν ότι ήταν όλα φαντασιώσεις του Παπά, που είχε κάνει ψυχιατρείο πριν ενδυθεί τα ράσα. Ο τρελός είχε πείσει και το υπόλοιπο χωριό.

“Κι ο Μυστικός Δείπνος στην εκκλησία;” είχα ρωτήσει τον αστυνομικό.
“Έβαλε κάποια να τον ζωγραφίσει. Μια ζωγράφο απ’ την Αμαλιάδα.”
“Και γιατί είχαν όλοι τον πίνακα του Ντα Βίντσι στο σπίτι τους;”
“Τους έπεισε.”
Φαινόταν ότι ο αστυνομικός με είχε βαρεθεί.
“Κι οι δώδεκα Γερμανοί;” του είπα.
“Αυτό έγινε. Υπάρχει και στα αρχεία του χωριού. Πήγαινε να τα δεις.”

Δεν περίμενε να του απαντήσω. Έφυγε όσο πιο γρήγορα μπορούσε.

Όλα είχαν λυθεί για την αστυνομία του Πύργου. Ένας τρελός ήταν το πρόβλημα. Κι είχε πεθάνει.

~~~

Φτάσαμε σπίτι σχεδόν βράδυ. Το πρώτο που κάναμε ήταν να μαζέψουμε τα πράγματα της Λούλου και να τ’ αφήσουμε έξω. Είχαμε χάσει δυο μέλη της οικογένειας.

Ο Τηλέμαχος πήγε και κλείστηκε στο δωμάτιο του. Η Νέλλη έκατσε στο στούντιο της για να ζωγραφίσει. Εγώ έκατσα στο μπαλκόνι μ’ ένα μπουκάλι κρασί κι ένα τετράδιο.

Δεν ήξερα τι να γράψω. Είχα αδειάσει. Ήπια δυο ποτήρια κοιτώντας τον συννεφιασμένο ουρανό και τις αστραπές που πύκνωναν. Μετά ξεκίνησε μια δυνατή καλοκαιρινή μπόρα, σχεδόν τροπική.

Βγήκε κι η Νέλλη στο μπαλκόνι. Άπλωσε τα χέρια της στη βροχή. Μάζεψε νερό κι έβρεξε τα μαλλιά της.
“Θέλω να βγω στη βροχή”, μου είπε.

Νόμιζα ότι ήταν αστείο. Αλλά το έκανε. Άκουσα την εξώπορτα. Μετά από ένα λεπτό την είδα από κάτω, στο δρόμο. Φορούσε ένα λουλουδάτο φόρεμα. Στεκόταν κάτω απ’ τη βροχή και γελούσε.

Ένιωσα τον Τηλέμαχο δίπλα μου.
“Τι κάνει;” είπε, σαν να ντρέπεται για την τρελή μάνα του.
“Γιορτάζει τη ζωή”, του είπα.

Ο Τηλέμαχος με κοίταξε. Είδα κάτι, αυτό που έλεγε η νουνά μου, είδα τη Ματιά. Ήταν σαν να είχε στα μάτια του ολόκληρο γαλαξία.

“Πάω”, είπε κι έφυγε.

Σε λίγο ήταν κι οι δύο κάτω, ενώ έβρεχε λες κι είχε αρχίσει η Δευτέρα Παρουσία.

Και τότε άρχισα να γελάω. Σαν τρελός, ναι, σαν τρελός.

Έφυγα για τις σκάλες τρέχοντας, ξυπόλητος. Βγήκα έξω, αγκαλιαστήκαμε κάτω απ’ τη βροχή και γελούσαμε. Οικογένεια. Τρελοί, παράξενοι, αλλά οικογένεια.

Και μου φάνηκε ότι είδα και τη μητέρα μου να χορεύει μαζί μας. Χοροπηδούσε στα πόδια της η Λούλου.

~

Μετά σταμάτησε η βροχή. Πήγαμε στην πόρτα και καταλάβαμε ότι κανείς δεν είχε πάρει κλειδιά μαζί του.

Αλλά ήμασταν μαζί. Τι σημασία είχε που μείναμε απέξω;

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Αν θέλετε να προετοιμαστείτε για τον Ερχομό της Νοημοσύνης, μπορείτε να μάθετε τη γλώσσα του, τη Binary-δυαδική εδώ
https://www.convertbinary.com/text-to-binary/

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Προσθήκη της επόμενης μέρας:
Αμέσως μετά την ανάρτηση του τρίτου μέρους το μπλογκ έπεσε. Σύμπτωση; Ή μήπως η ΝΟΗΜΟΣΥΝΗ παρακολουθεί τα πάντα; Μάλλον αυτό ήταν προειδοποίηση. Δεν θα γράψω ξανά για το θέμα.